Χριστιανική Κίνα; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Χριστιανική Κίνα;

Πώς η διάδοση του Χριστιανισμού στο Μέσο Βασίλειο αλλάζει το θρησκευτικό τοπίο

Οι κινεζικές Αρχές αναγνωρίζουν επισήμως μόνον πέντε θρησκείες στο εσωτερικό τής Κίνας: τον βουδισμό, τον ταοϊσμό, το Ισλάμ, τον Προτεσταντισμό και τον Καθολικισμό. Οι δύο πρώτες θεωρούνται ατύπως ως έκφραση της λαϊκής κινεζικής θρησκείας λόγω των μακραίωνων ιστορικών δεσμών τους με την κινεζική εθνότητα. Το Ισλάμ προσλαμβάνεται από τις κινεζικές Αρχές ως ετερότητα και ως θρησκεία μιας διαφορετικής εθνοτικής ομάδας, αυτής των Ουιγούρων, η οποία διαβιεί στο Σινγκγιάνκ, στο δυτικό τμήμα τής επικράτειας.

Η χαλάρωση των θρησκευτικών πολιτικών εκ μέρους των κρατικών Αρχών, η οποία συνέπεσε με την φιλελευθεροποίηση της οικονομίας στα τέλη τού 20ού αιώνα, επέτρεψε την δραστική διάδοση του Χριστιανισμού μεταξύ του κινεζικού πληθυσμού [9]. Αναφέρεται χαρακτηριστικώς ότι το 73,4% των Προτεσταντών σήμερα υιοθέτησαν τη νέα θρησκευτική τους αναφορά μετά το 1993, στοιχείο το οποίο καταδεικνύει την έντονη εξάπλωση της θρησκευτικής αυτής αναφοράς κυρίως μέσω της τακτικής των προσηλυτισμών [10].

Επισήμως, η εκδήλωση της θρησκευτικής ταυτότητας αποθαρρύνεται από τις κινεζικές Αρχές, ιδίως όσον αφορά στα περισσότερα από 85 εκατομμύρια μέλη τού πανίσχυρου Κομμουνιστικού Κόμματος. Η αναγνώριση, ωστόσο, επισήμων θρησκευτικών ομολογιών και των θεσμικών φορέων τους συνεπάγεται την έμπρακτη αποδοχή τής θρησκευτικής επιρροής. Ένα τμήμα τής γραφειοκρατίας αντιμετωπίζει την θρησκεία και ιδίως τον Χριστιανισμό με θετικό τρόπο, καθώς θεωρεί ότι συμβάλλει στην εμπέδωση της κοινωνικής αρμονίας και σταθερότητας και στην διατήρηση της πολιτικής ενότητας, έννοιες, οι οποίες είναι πρωτεύουσας σημασίας στην πολιτική τής κομμουνιστικής Κίνας.

Ο Σι Τζινπίνγκ (γεν. 1953), σημερινός Γενικός Γραμματέας τού Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, θεωρεί ότι λόγω της διάδοσης της καπιταλιστικής οικονομίας, η Κίνα «έχει απωλέσει την ηθική πυξίδα της» και νομίζει ότι παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις, όπως ο βουδισμός, ο κομφουκιανισμός, ο ταοϊσμός, αλλά και ο Χριστιανισμός, θα μπορούσαν «να συνδράμουν στην πλήρωση ενός κενού, το οποίο έχει επιτρέψει στην άνθηση της διαφθοράς».

Ωστόσο, η στάση τής κινεζικής πολιτικής ελίτ έναντι του Χριστιανισμού συγκεκριμένα, είναι αμφίσημη, καθώς εκτός από την ανοχή στις θρησκευτικές πρακτικές καταγράφεται και αντίδραση στην διάδοση των χριστιανικών κοινοτήτων. Τον Απρίλιο του 2014 η ανησυχία των κινεζικών Αρχών για την δυναμική διάδοση του Χριστιανισμού φαίνεται ότι έλαβε τη μορφή αντιδράσεων στην ανέγερση νέων εκκλησιών σε ορισμένες περιοχές τής χώρας βάσει ορισμένων πληροφοριών [11]. Στην επαρχία Zhejiang, στα εκβιομηχανισμένα ανατολικά παράλια της Κίνας, όπου υπάρχει υψηλό ποσοστό Χριστιανών μεταξύ του πληθυσμού, ακτιβιστές καταγγέλλουν ότι εκπρόσωποι του κινεζικού καθεστώτος προωθούν την κατεδάφιση ορισμένων ναών ή την αφαίρεση μεγάλων σταυρών από τις εξωτερικές επιφάνειές τους. Σε υπευθύνους άλλων ναών πραγματοποιήθηκαν συστάσεις να τηρούν μια περισσότερο διακριτική παρουσία, σβήνοντας λ.χ. τις φωτεινές επιγραφές τη νύκτα.

Ακτιβιστές Χριστιανοί, πολλοί μέλη τής ανερχόμενης μεσαίας τάξης των πλούσιων σε σχέση με τον μέσο όρο ανατολικών επαρχιών, συγκεντρώθηκαν στην χριστιανική εκκλησία τού Sanjiang στην πόλη Wenzhou για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο κατεδάφισής της. Η πόλη Wenzhou, ένα από τα βασικότερα λιμάνια και εμπορικά κέντρα τής Κίνας και κέντρο τής νέας δυναμικής καπιταλιστικής οικονομίας, υπήρξε παραδοσιακά κέντρο τού Χριστιανισμού. Το 1958 εν μέσω των αντιχριστιανικών διώξεων ο Μάο Τσε Τουνγκ είχε διακηρύξει ότι η πόλη ήταν «ελεύθερη από την θρησκεία». Σήμερα ο χριστιανικός πληθυσμός τής Κίνας έχει αυξηθεί ραγδαία και η πόλη περιγράφεται ενίοτε ενθουσιωδώς ως η «Ιερουσαλήμ τής Ανατολής», αφού διαθέτει πάνω από 1.340 εκκλησίες. Οι τοπικοί αξιωματούχοι του κομμουνιστικού καθεστώτος αρνήθηκαν ότι υπήρξε κρατική παρέμβαση στην λατρεία των Χριστιανών ή ότι υπήρξε πρωτοβουλία για την κατεδάφιση της εκκλησίας. Η στάση τους αυτή πιθανώς αποτελεί συμβιβασμό έναντι του μεγάλου ποσοστού των Χριστιανών κατοίκων στην απαραίτητη για την οικονομία αυτή επαρχία.

Η επιτεινόμενη δυσανεξία των Αρχών του κινεζικού καθεστώτος έναντι της σημαντικής διάδοσης τού Χριστιανισμού αποτελεί υπαρκτή πραγματικότητα. Σε πρόσφατη ομιλία του στις αρχές του 2014, ο περιφερειακός αξιωματούχος επί των εθνοτικών και θρησκευτικών θεμάτων, Feng Zhili, κατέστησε σαφή την ενόχληση του Κομμουνιστικού Κόμματος για την ραγδαία εξάπλωση των χριστιανικών κοινοτήτων σε μια περιοχή η οποία ήδη θεωρείται η πλέον εκχριστιανισμένη στην επικράτεια της Κίνας. Η αύξηση των χριστιανικών κοινοτήτων στην περιοχή είναι σύμφωνα με την τοποθέτησή του «υπερβολική και επικίνδυνη».

Η καχυποψία των υπευθύνων τού κομμουνιστικού καθεστώτος είναι εν μέρει δικαιολογημένη. Σε πολιτικό επίπεδο η μεταβολή αυτή των θρησκευτικών αναφορών τού πληθυσμού της Κίνας είναι δυνατόν να έχει ως συνέπεια την ενίσχυση της τάσης προς το δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς οι χριστιανικών αναφορών πληθυσμοί στην Ασία συνδέονται σε κοινωνικό επίπεδο με την στήριξη διαδικασιών εκδημοκρατισμού και μιας φιλικής στάσης προς την οικονομία της αγοράς [12]. Ένα μεγάλο τμήμα των Χριστιανών τής Κίνας είναι επιχειρηματίες και έμποροι και κυριαρχούν στη νέα αγορά.

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Εάν προβούμε σε μια αναλυτική ερμηνεία τού Χριστιανισμού στην Κίνα θα διαπιστώσουμε ότι οι μεταβολές, οι οποίες συμβαίνουν τις τελευταίες δεκαετίες στην Κίνα, δεν αφορούν απλώς στην οικονομική δομή και την αποδοχή τού δυτικής προέλευσης καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, αλλά και στην διαφαινόμενη μεταβολή των θρησκευτικών και πολιτισμικών αναφορών τού κινεζικού πληθυσμού. Ο επιτεινόμενος θρησκευτικός εκχριστιανισμός τής Κίνας, ο οποίος καταγράφεται τις τελευταίες δεκαετίες, αποτελεί δομική δημογραφική εξέλιξη, η οποία ενδέχεται να μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό τις πολιτισμικές αναφορές στο εσωτερικό τής Κίνας κατά τις επόμενες δεκαετίες.