Χριστιανική Κίνα; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Χριστιανική Κίνα;

Πώς η διάδοση του Χριστιανισμού στο Μέσο Βασίλειο αλλάζει το θρησκευτικό τοπίο

Ο Χριστιανισμός έχει ιστορική παρουσία αιώνων στην Κίνα, από την εισαγωγή του κατά την μεσαιωνική περίοδο και την αναβίωσή του κατά τον 19ο αιώνα από Προτεστάντες ιεραποστόλους έως την σημερινή νέα άνθησή του. Μετά την επικράτηση του επισήμως άθεου κομμουνιστικού καθεστώτος το 1949, ο Χριστιανισμός υπέστη επιθέσεις, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν και στην κομμουνιστική Ρωσία. Μετά, όμως, την στροφή τής Κίνας προς την ελεύθερη οικονομία και τον καπιταλισμό και την χαλάρωση του κοινωνικού ελέγχου, οι διώξεις κατά των Χριστιανών μειώθηκαν και έκτοτε η διάδοση του Χριστιανισμού στην Κίνα υπήρξε εντυπωσιακή. Ένα μεγάλο ποσοστό Κινέζων τις τελευταίες δεκαετίες έχει στραφεί στον Χριστιανισμό ανοίγοντας νέες εκκλησίες και ταυτίζοντας τη νέα θρησκεία με την οικονομία τής αγοράς και τη νέα δυναμική Κίνα τού 21ου αιώνα. Υπάρχουν περισσότεροι ενεργοί Χριστιανοί στην Κίνα παρά στην Ευρώπη, ενώ οι περισσότερες Βίβλοι παγκοσμίως τυπώνονται και κυκλοφορούν πλέον στην Κίνα. Πόσο πιθανό είναι η Κίνα να γίνει μια χριστιανική χώρα κατά τον ίδιο περίπου τρόπο που μια άλλη αυτοκρατορία του παρελθόντος, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έγινε χριστιανική;

ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ

Ο χριστιανικός πληθυσμός τής Κίνας αποτελείται στο μεγαλύτερο τμήμα του από Προτεστάντες και Καθολικούς και μια μικρή μειονότητα Ορθοδόξων, ενώ υπάρχουν και άλλες μικρές ομολογίες. Σύμφωνα με δύο ανεξάρτητες έρευνες, ο πληθυσμός των Προτεσταντών Χριστιανών στην Κίνα στις αρχές του 21ου αιώνα εκτιμάται ότι ανέρχεται σε περίπου 40 ή 75 εκατομμύρια ή ακόμη και 104 ή 108 εκατομμύρια, με τη μέση τιμή να θεωρείται πιθανότερη [1]. Πρόκειται για μία ιδιαιτέρως εντυπωσιακή ποσοτική αύξηση δεδομένου ότι ο αριθμός των Προτεσταντών Χριστιανών στην Κίνα το 1949 δεν υπερέβαινε το μισό εκατομμύριο. Συνυπολογιζομένων των Καθολικών Χριστιανών, οι οποίοι απαντούν κυρίως σε πληθυσμιακές συγκεντρώσεις στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και ο αριθμός των οποίων εκτιμάται μεταξύ 12 και 20 εκατομμυρίων, ο συνολικός αριθμός των Χριστιανών Κινέζων αυξάνεται σε ένα εκτιμώμενο σύνολο, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 87 και 124 εκατομμυρίων ατόμων, ποσοστό 8-10% επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας [2].

25072014 κινα 1.jpg

Τα επίσημα στοιχεία των κινεζικών Αρχών, τα οποία περιλαμβάνονται στην Κυανή Βίβλο των Θρησκειών (2010), προσδιορίζουν το μέγεθος του χριστιανικού πληθυσμού κατά το έτος 2010 σε 28,7 εκατομμύρια, ποσοστό 2,1% του συνολικού πληθυσμού. Εξ αυτών, ο πληθυσμός των Προτεσταντών ανέρχεται σε 23 εκατομμύρια, ποσοστό 1,8% , ο πληθυσμός των Καθολικών σε 5,7 εκατομμύρια, ποσοστό 0,3% του συνολικού πληθυσμού –αν και αναγνωρίζεται ότι αυτή είναι η χαμηλότερη δυνατή εκτίμηση-, ο πληθυσμός των Ορθοδόξων σε 20.000, ποσοστό μικρότερο του 0,1%. Ταυτοχρόνως, στο εσωτερικό τής Κίνας απαντούν και άλλες χριστιανικές ομάδες μικρού μεγέθους [3].

25072014 kina 2.jpg

Ως υψηλότερης εγκυρότητας, πάντως, θα πρέπει να θεωρηθεί μια μέση εκτίμηση, η οποία προσδιορίζει τον πληθυσμό των Χριστιανών στην Κίνα σε περίπου 65-70 εκατομμύρια στις αρχές τού 21ου αιώνα, ωστόσο, από όλες τις έρευνες προκύπτει ως αναντίρρητο δεδομένο η συνεχιζόμενη έντονη και ταχεία αύξηση του σχετικού ποσοστού των Χριστιανών στην χώρα, τόσο στην αγροτική περιφέρεια όσο και στα αστικά κέντρα. Το νέο θρησκευτικό και πολιτισμικό τοπίο τής Κίνας χαρακτηρίζεται από αύξηση της επιρροής των θρησκειών με αναβίωση του βουδισμού, κυρίως όμως του Χριστιανισμού. Οι Χριστιανοί τής Κίνας παρουσιάζουν μεγαλύτερη γεννητικότητα σε σχέση με τους Κινέζους άλλων δογμάτων, στοιχείο το οποίο συμβάλλει στην αύξηση του σχετικού ποσοστού τους επί του συνολικού πληθυσμού. Βάσει ορισμένων δημογραφικών προβολών εκτιμάται ότι το σχετικό ποσοστό των Χριστιανών στην Κίνα θα σημειώσει έντονη αύξηση κατά τις επόμενες δεκαετίες ανερχόμενο σε μια περίοδο 30 ετών στο 20-30% επί του συνολικού πληθυσμού τής χώρας [4].

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ

Σε γενικές γραμμές ο Χριστιανισμός στην ιστορική διαχρονία τού κινεζικού πολιτισμού πάντοτε αντιμετωπιζόταν ως μια ξενική και επείσακτη από ιστορικής και πολιτισμικής άποψης θρησκευτική αναφορά, ασύμβατη με τα χαρακτηριστικά τής κινεζικής εθνότητας (των Χαν). Ως αποτέλεσμα, οι Χριστιανοί τής Κίνας υφίσταντο επί αιώνες διώξεις και θεσμοθετημένες διακρίσεις εκ μέρους των αυτοκρατορικών Αρχών.

Ο Χριστιανισμός απαντά στο εσωτερικό τής ευρείας περιοχής τής Κίνας ήδη από τον 7ο αιώνα, όταν Νεστοριανοί μοναχοί διέδωσαν τις αρχές της θρησκείας μεταξύ ενός μικρού τμήματος του πληθυσμού με την ανοχή των αυτοκρατορικών Αρχών τής δυναστείας Τανγκ (618-907). Οι μικρού μεγέθους χριστιανικές κοινότητες της Κίνας συμπεριελήφθησαν στους θρησκευτικούς διωγμούς, τους οποίους εξαπέλυσε κυρίως σε βάρος τού βουδισμού ο αυτοκράτορας Γουζόνγκ το 845. Ο Χριστιανισμός, όπως ο βουδισμός και ο ζωροαστρισμός, θεωρήθηκαν ξενικής καταγωγής θρησκείες και δόγματα επικίνδυνα για την δημόσια τάξη. Η λατρεία απαγορεύτηκε και η περιουσία των τριών θρησκειών κατασχέθηκε και περιήλθε στον έλεγχο του κράτους.

Ο αριθμός των Χριστιανών στην Κίνα μειώθηκε περαιτέρω από νέες συστηματικές διώξεις, οι οποίες ασκήθηκαν από τις αυτοκρατορικές Αρχές κατά τον 10ο αιώνα. Το 986 ένας Χριστιανός μοναχός περιέγραφε την κατάσταση της χριστιανικής Εκκλησίας σε υπόμνημά του προς τον Πατριάρχη τής Ανατολής ως εξής: «Ο Χριστιανισμός έχει εξαλειφθεί στην Κίνα, οι αυτόχθονες Χριστιανοί έχουν χαθεί με τον έναν ή άλλον τρόπο, η εκκλησία έχει καταστραφεί και έχουν απομείνει ελάχιστοι πλέον Χριστιανοί στην χώρα».

Αναβίωση του Χριστιανισμού παρατηρήθηκε σε μικρό βαθμό κατά τον πρώιμο 14ο αιώνα μετά την ίδρυση της πρώτης ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας το 1299, κυρίως όμως κατά τον 16ο αιώνα με την έλευση Ιησουιτών ιεραποστόλων, οι οποίοι επιδόθηκαν με ζήλο στον προσηλυτισμό ενός τμήματος του πληθυσμού στον Καθολικισμό, ιδίως στη νότιο Κίνα. Η νότιος Κίνα αποτέλεσε έκτοτε και έως την σύγχρονη περίοδο, την κύρια γεωγραφική βάση του Χριστιανισμού [5].

Νέα καταστολή των χριστιανικών κοινοτήτων τής Κίνας πραγματοποιήθηκε στα μέσα τού 18ου αιώνα, όταν μέλη της διοικητικής ελίτ των Μαντσού, τα οποία είχαν προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό, καταδικάσθηκαν για αυτές τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και καθαιρέθηκαν από τα αξιώματά τους. Ο Χριστιανισμός εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται ως θρησκεία εχθρική για τα συμφέροντα του κράτους [6].

Η διάδοση του άλλου ισχυρού ρεύματος του Χριστιανισμού, του Προτεσταντισμού, εντοπίζεται σε μεταγενέστερη περίοδο, καθώς πραγματοποιήθηκε με αφετηρία τον 19ο αιώνα μέσω αγγλοσαξονικών ιεραποστολών, οι οποίες συνδυάζονταν με την αύξηση της γεωπολιτικής επιρροής τής Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην ασιατική ήπειρο, καθώς και με την αυξανόμενη παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρύτερη περιοχή τού Ειρηνικού Ωκεανού κατά τον ύστερο 19ο αιώνα. Ο ιεραποστολικός ζήλος των Προτεσταντών, ο οποίος παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τον 19ο αιώνα, οφείλεται και σε έναν άλλο παράγοντα, τη μεγάλη κρίση τής Καθολικής Εκκλησίας στην Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του κοσμικού πλαισίου. Αποτελώντας έως τότε δευτερεύοντα παράγοντα στη συνολική παρουσία τού Χριστιανισμού, οι Προτεστάντες άδραξαν την ευκαιρία με πολυάριθμες ιεραποστολές ανά την υφήλιο, οι οποίες βοηθούνταν από την ισχυρή παρουσία δύο προτεσταντικών κρατών, της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πρόσθετες διώξεις σε βάρος τού διευρυνόμενου χριστιανικού πληθυσμού τής Κίνας πραγματοποιήθηκαν κατά τον ύστερο 19ο αιώνα μετά την αιματηρή καταστολή τής Εξέγερσης Ταϊπίνγκ (1850-1864), επικεφαλής της οποίας ήταν Χριστιανός με εσχατολογικές απόψεις και στην οποία συμμετέσχε τμήμα τού χριστιανικού πληθυσμού τής χώρας. Η Εξέγερση Ταϊπίνγκ προκάλεσε 20 εκατομμύρια νεκρούς και αποτέλεσε ένα από τα πλέον τραυματικά γεγονότα στην ιστορία τής Κίνας και οι επιπτώσεις της παραμένουν ακόμη και σήμερα ισχυρές στην πρόσληψη του Χριστιανισμού από το κινεζικό κράτος [7].

Η καχυποψία των αυτοκρατορικών Αρχών έναντι της διάδοσης του Χριστιανισμού, ο οποίος αντιμετωπιζόταν ως εισαγωγή των επεκτατικών προσπαθειών των δυτικών δυνάμεων, φαινόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιβεβαιώνεται. Η στάση των αυτοκρατορικών Αρχών αποτυπώνεται σε μαρτυρία, την οποία διασώζει ο Ευαγγελιστής ιεραπόστολος Robert Morrison (1782-1834), ένας από τους πλέον δραστήριους και αποτελεσματικούς παράγοντες εξάπλωσης του Προτεσταντισμού στην Κίνα. Οι αυτοκρατορικές Αρχές επεδίωκαν την απαγόρευση του προσηλυτισμού, στον οποίον επιδίδονταν οι προτεσταντικές ιεραποστολές, με το επιχείρημα ότι η διάδοση της χριστιανικής θρησκείας επέτεινε τις επαναστατικές και ανατρεπτικές διαθέσεις του πληθυσμού τής επικρατείας: «Η εν λόγω θρησκεία δεν λατρεύει τα πνεύματα ούτε σέβεται τους προγόνους, σαφής ένδειξη ότι αντίκειται στο ορθό δόγμα. Και οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι ακολουθούν και εξοικειώνονται με τέτοιες προλήψεις, σε τι διαφέρουν άραγε από έναν εξεγερμένο όχλο»; [8]

ΤΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Η εθνικιστική Εξέγερση των Μπόξερ το 1900, η οποία στρεφόταν κατά της παρουσίας των εξωτερικών δυνάμεων, αφενός των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων αφετέρου της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε ως παράπλευρη συνέπεια τους διωγμούς κατά πολυαρίθμων Χριστιανών Κινέζων, οι οποίοι θεωρούνταν συνεργάτες των ξένων αποικιοκρατών. Η απόπειρα εσωτερικής ενοποίησης της Κίνας συνεχίστηκε από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις των Εθνικιστών –στους οποίους περιλαμβάνονταν αρκετοί Χριστιανοί- και των Κομμουνιστών. Η τελική επικράτηση των Κομμουνιστών το 1949 σχετίζεται σε ορισμένο βαθμό με το δόγμα πολιτικής ενότητας και αυτονομίας από εξωτερικές δυτικές επιδράσεις, τις οποίες προέβαλε το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Μετά το 1949 ακολούθησε νέος συστηματικός διωγμός σε βάρος τού Χριστιανισμού, αυτήν την φορά στο όνομα του μαχητικού αθεϊσμού τής νέας κομμουνιστικής καθεστωτικής ιδεολογίας. Ναοί έκλεισαν και καταστράφηκαν, ιερείς δολοφονήθηκαν και η λατρεία γνώρισε δραστικό περιορισμό σε όλη την επικράτεια της Κίνας κατά τις δεκαετίες τού 1950 και 1960. Οι ακρότητες, οι οποίες συνέβησαν κατά την μεταπολεμική περίοδο κορυφώθηκαν κατά την περίοδο της λεγομένης Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-1976), όταν ευρέα τμήματα της κινεζικής κοινωνίας υπέστησαν διώξεις σε ένα εγχείρημα δραστικής αναμόρφωσης της κοινωνικής και οικονομικής βάσης τής Κίνας. Η σύζυγος του Μάο Τσε Τουνγκ, Τζιανγκ Κινγκ, διακήρυξε ότι ο Χριστιανισμός ανήκε πλέον στο μουσείο τής ιστορίας, όμως η εξέλιξη της Κίνας θα διέψευδε πλήρως την άποψή της. Οι διώξεις αυτές έπληξαν σε μεγάλο βαθμό τον Χριστιανισμό, κυρίως, όμως, αποδυνάμωσαν τον βουδισμό και τον ταοϊσμό, οι οποίοι, άλλωστε, προσλαμβάνονταν ως γηγενείς θρησκευτικές παραδόσεις.

Η υποχώρηση των δύο αυτών παραδοσιακών θρησκευτικών αναφορών τής Κίνας ευνόησε σε μακροπρόθεσμο επίπεδο τον Χριστιανισμό, ο οποίος αναπλήρωσε το κενό που είχε δημιουργήσει η πολιτική κρατικών διώξεων. Πράγματι, η ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Κίνα κατά τον ύστερο 20ό και τον πρώιμο 21ο αιώνα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αποδυνάμωση των παραδοσιακών σινικών θρησκευτικών αντιλήψεων, του βουδισμού και του ταοϊσμού, από το κομμουνιστικό καθεστώς κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Οι κινεζικές Αρχές αναγνωρίζουν επισήμως μόνον πέντε θρησκείες στο εσωτερικό τής Κίνας: τον βουδισμό, τον ταοϊσμό, το Ισλάμ, τον Προτεσταντισμό και τον Καθολικισμό. Οι δύο πρώτες θεωρούνται ατύπως ως έκφραση της λαϊκής κινεζικής θρησκείας λόγω των μακραίωνων ιστορικών δεσμών τους με την κινεζική εθνότητα. Το Ισλάμ προσλαμβάνεται από τις κινεζικές Αρχές ως ετερότητα και ως θρησκεία μιας διαφορετικής εθνοτικής ομάδας, αυτής των Ουιγούρων, η οποία διαβιεί στο Σινγκγιάνκ, στο δυτικό τμήμα τής επικράτειας.

Η χαλάρωση των θρησκευτικών πολιτικών εκ μέρους των κρατικών Αρχών, η οποία συνέπεσε με την φιλελευθεροποίηση της οικονομίας στα τέλη τού 20ού αιώνα, επέτρεψε την δραστική διάδοση του Χριστιανισμού μεταξύ του κινεζικού πληθυσμού [9]. Αναφέρεται χαρακτηριστικώς ότι το 73,4% των Προτεσταντών σήμερα υιοθέτησαν τη νέα θρησκευτική τους αναφορά μετά το 1993, στοιχείο το οποίο καταδεικνύει την έντονη εξάπλωση της θρησκευτικής αυτής αναφοράς κυρίως μέσω της τακτικής των προσηλυτισμών [10].

Επισήμως, η εκδήλωση της θρησκευτικής ταυτότητας αποθαρρύνεται από τις κινεζικές Αρχές, ιδίως όσον αφορά στα περισσότερα από 85 εκατομμύρια μέλη τού πανίσχυρου Κομμουνιστικού Κόμματος. Η αναγνώριση, ωστόσο, επισήμων θρησκευτικών ομολογιών και των θεσμικών φορέων τους συνεπάγεται την έμπρακτη αποδοχή τής θρησκευτικής επιρροής. Ένα τμήμα τής γραφειοκρατίας αντιμετωπίζει την θρησκεία και ιδίως τον Χριστιανισμό με θετικό τρόπο, καθώς θεωρεί ότι συμβάλλει στην εμπέδωση της κοινωνικής αρμονίας και σταθερότητας και στην διατήρηση της πολιτικής ενότητας, έννοιες, οι οποίες είναι πρωτεύουσας σημασίας στην πολιτική τής κομμουνιστικής Κίνας.

Ο Σι Τζινπίνγκ (γεν. 1953), σημερινός Γενικός Γραμματέας τού Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, θεωρεί ότι λόγω της διάδοσης της καπιταλιστικής οικονομίας, η Κίνα «έχει απωλέσει την ηθική πυξίδα της» και νομίζει ότι παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις, όπως ο βουδισμός, ο κομφουκιανισμός, ο ταοϊσμός, αλλά και ο Χριστιανισμός, θα μπορούσαν «να συνδράμουν στην πλήρωση ενός κενού, το οποίο έχει επιτρέψει στην άνθηση της διαφθοράς».

Ωστόσο, η στάση τής κινεζικής πολιτικής ελίτ έναντι του Χριστιανισμού συγκεκριμένα, είναι αμφίσημη, καθώς εκτός από την ανοχή στις θρησκευτικές πρακτικές καταγράφεται και αντίδραση στην διάδοση των χριστιανικών κοινοτήτων. Τον Απρίλιο του 2014 η ανησυχία των κινεζικών Αρχών για την δυναμική διάδοση του Χριστιανισμού φαίνεται ότι έλαβε τη μορφή αντιδράσεων στην ανέγερση νέων εκκλησιών σε ορισμένες περιοχές τής χώρας βάσει ορισμένων πληροφοριών [11]. Στην επαρχία Zhejiang, στα εκβιομηχανισμένα ανατολικά παράλια της Κίνας, όπου υπάρχει υψηλό ποσοστό Χριστιανών μεταξύ του πληθυσμού, ακτιβιστές καταγγέλλουν ότι εκπρόσωποι του κινεζικού καθεστώτος προωθούν την κατεδάφιση ορισμένων ναών ή την αφαίρεση μεγάλων σταυρών από τις εξωτερικές επιφάνειές τους. Σε υπευθύνους άλλων ναών πραγματοποιήθηκαν συστάσεις να τηρούν μια περισσότερο διακριτική παρουσία, σβήνοντας λ.χ. τις φωτεινές επιγραφές τη νύκτα.

Ακτιβιστές Χριστιανοί, πολλοί μέλη τής ανερχόμενης μεσαίας τάξης των πλούσιων σε σχέση με τον μέσο όρο ανατολικών επαρχιών, συγκεντρώθηκαν στην χριστιανική εκκλησία τού Sanjiang στην πόλη Wenzhou για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο κατεδάφισής της. Η πόλη Wenzhou, ένα από τα βασικότερα λιμάνια και εμπορικά κέντρα τής Κίνας και κέντρο τής νέας δυναμικής καπιταλιστικής οικονομίας, υπήρξε παραδοσιακά κέντρο τού Χριστιανισμού. Το 1958 εν μέσω των αντιχριστιανικών διώξεων ο Μάο Τσε Τουνγκ είχε διακηρύξει ότι η πόλη ήταν «ελεύθερη από την θρησκεία». Σήμερα ο χριστιανικός πληθυσμός τής Κίνας έχει αυξηθεί ραγδαία και η πόλη περιγράφεται ενίοτε ενθουσιωδώς ως η «Ιερουσαλήμ τής Ανατολής», αφού διαθέτει πάνω από 1.340 εκκλησίες. Οι τοπικοί αξιωματούχοι του κομμουνιστικού καθεστώτος αρνήθηκαν ότι υπήρξε κρατική παρέμβαση στην λατρεία των Χριστιανών ή ότι υπήρξε πρωτοβουλία για την κατεδάφιση της εκκλησίας. Η στάση τους αυτή πιθανώς αποτελεί συμβιβασμό έναντι του μεγάλου ποσοστού των Χριστιανών κατοίκων στην απαραίτητη για την οικονομία αυτή επαρχία.

Η επιτεινόμενη δυσανεξία των Αρχών του κινεζικού καθεστώτος έναντι της σημαντικής διάδοσης τού Χριστιανισμού αποτελεί υπαρκτή πραγματικότητα. Σε πρόσφατη ομιλία του στις αρχές του 2014, ο περιφερειακός αξιωματούχος επί των εθνοτικών και θρησκευτικών θεμάτων, Feng Zhili, κατέστησε σαφή την ενόχληση του Κομμουνιστικού Κόμματος για την ραγδαία εξάπλωση των χριστιανικών κοινοτήτων σε μια περιοχή η οποία ήδη θεωρείται η πλέον εκχριστιανισμένη στην επικράτεια της Κίνας. Η αύξηση των χριστιανικών κοινοτήτων στην περιοχή είναι σύμφωνα με την τοποθέτησή του «υπερβολική και επικίνδυνη».

Η καχυποψία των υπευθύνων τού κομμουνιστικού καθεστώτος είναι εν μέρει δικαιολογημένη. Σε πολιτικό επίπεδο η μεταβολή αυτή των θρησκευτικών αναφορών τού πληθυσμού της Κίνας είναι δυνατόν να έχει ως συνέπεια την ενίσχυση της τάσης προς το δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς οι χριστιανικών αναφορών πληθυσμοί στην Ασία συνδέονται σε κοινωνικό επίπεδο με την στήριξη διαδικασιών εκδημοκρατισμού και μιας φιλικής στάσης προς την οικονομία της αγοράς [12]. Ένα μεγάλο τμήμα των Χριστιανών τής Κίνας είναι επιχειρηματίες και έμποροι και κυριαρχούν στη νέα αγορά.

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Εάν προβούμε σε μια αναλυτική ερμηνεία τού Χριστιανισμού στην Κίνα θα διαπιστώσουμε ότι οι μεταβολές, οι οποίες συμβαίνουν τις τελευταίες δεκαετίες στην Κίνα, δεν αφορούν απλώς στην οικονομική δομή και την αποδοχή τού δυτικής προέλευσης καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, αλλά και στην διαφαινόμενη μεταβολή των θρησκευτικών και πολιτισμικών αναφορών τού κινεζικού πληθυσμού. Ο επιτεινόμενος θρησκευτικός εκχριστιανισμός τής Κίνας, ο οποίος καταγράφεται τις τελευταίες δεκαετίες, αποτελεί δομική δημογραφική εξέλιξη, η οποία ενδέχεται να μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό τις πολιτισμικές αναφορές στο εσωτερικό τής Κίνας κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Στην πραγματικότητα ο εκχριστιανισμός τής Κίνας αποτελεί εξέλιξη, η οποία σε μεγάλο βαθμό αντιστοιχεί στην αποδοχή τής καπιταλιστικής οικονομίας τής αγοράς κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η διάδοση του Χριστιανισμού οφείλεται στο ότι αυτός παρέχει ένα λειτουργικό πλαίσιο ηθικών αρχών και τρόπου βίου σε έναν πληθυσμό ο οποίος βιώνει την σταδιακή μετάβαση από την συγκεντρωτική κομμουνιστική στην ελεύθερη καπιταλιστική οικονομία. Οι επεκτεινόμενες χριστιανικές κοινότητες λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τόσο ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής σε ένα μεταβαλλόμενο τοπίο κοινωνικών σχέσεων και ιεραρχιών όσο και ως δίκτυα αξιόπιστων επαφών και οικονομικών συναλλαγών εδραζόμενα στην ταυτότητα των θρησκευτικών και πολιτισμικών αναφορών, ταυτότητα, η οποία προάγει το κοινωνικό κεφάλαιο και το μέγεθος της εμπιστοσύνης [13].

Η διασύνδεση του Χριστιανισμού με την οικονομική επιτυχία θεωρείται ιστορικό δεδομένο από τους ιδίους τους Κινέζους. Σύμφωνα με έναν ερευνητή τής Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών, «Μας ζητήθηκε να εξετάσουμε που οφειλόταν η υπεροχή τής Δύσης. Αρχικά νομίζαμε ότι οφειλόταν στην πολεμική ανωτερότητά της. Κατόπιν θεωρήσαμε ότι σχετιζόταν με το ότι διαθέτατε το καλύτερο πολιτικό σύστημα. Αργότερα επικεντρωθήκαμε στο οικονομικό σας σύστημα. Τα τελευταία είκοσι έτη, όμως, αντιληφθήκαμε ότι καρδιά τού πολιτισμού σας είναι η θρησκεία σας: ο Χριστιανισμός. Αυτός είναι ο λόγος της ιστορικής ισχύος τής Δύσης. Τα χριστιανικά ηθικά θεμέλια του κοινωνικού και πολιτιστικού βίου ήσαν ο παράγοντας που επέτρεψε την ανάδυση του καπιταλισμού και κατόπιν την επιτυχή μετάβαση στην δημοκρατική πολιτική. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία γι’ αυτό» [14].

Στις αρχές τού 20ού αιώνα, ο επιφανής Γερμανός κοινωνιολόγος Max Weber ανέλυσε στο δοκίμιό του «Κομφουκιανισμός και ταοϊσμός» (1915) τις αιτίες για τις οποίες δεν είχε αναπτυχθεί έως την περίοδο εκείνη ο καπιταλισμός στην Κίνα. Προβαίνοντας σε μια παράλληλη ανάλυση του πουριτανισμού τού προτεσταντικού πνεύματος και του κομφουκιανισμού, ο Weber κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα δύο θρησκευτικά συστήματα παρουσίαζαν ορισμένες δομικές ομοιότητες, όπως τον αυτοέλεγχο, την επιβολή περιορισμών, την ηθική διαγωγή και την αξιοπιστία και την έμφαση στην συσσώρευση του πλούτου. Ωστόσο, η θεμελιώδης διαφορά έγκειτο κατά τον Weber στο ότι ο μεν κομφουκιανισμός απέδιδε αυξημένη έμφαση στο κύρος τής κοινωνικής θέσης, το οποίο, ωστόσο, αποσυνέδεε από την ατομική προσπάθεια, ο δε προτεσταντισμός απέδιδε έμφαση στην εξατομίκευση και στην ατομική δραστηριοποίηση. Ο Weber θεωρούσε μάλλον απίθανη την εκβιομηχάνιση της Κίνας και την οικονομική της ανάπτυξη λόγω της κυριαρχίας τού κομφουκιανιστικού θρησκευτικού/πολιτισμικού πλαισίου, το οποίο επεδείκνυε καχυποψία, αν όχι εχθρότητα, έναντι του εμπορίου και της οικονομικής ανάπτυξης [15]. Η διάδοση του Χριστιανισμού φαίνεται προς το παρόν τουλάχιστον να προσφέρει τον απαραίτητο δεσμό ανάμεσα στην θρησκευτική ταυτότητα και την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ταυτοχρόνως, ωστόσο, ο εκχριστιανισμός τής Κίνας, ο οποίος πραγματοποιείται σε δύο επίπεδα, αυτό των επισήμως αναγνωρισθεισών ομολογιών και αυτό των λαϊκών θρησκευτικών αναφορών και τελετουργικών πρακτικών, ενέχει έναν έντονο εθνικιστικό χαρακτήρα. Ο εθνικιστικός αυτός χαρακτήρας τού κινεζικού Χριστιανισμού δεν αποτελεί πρόσφατη ιστορική εκδήλωση, αλλά συνάδει με τα διαχρονικά χαρακτηριστικά τού κινεζικού πολιτισμικού πλαισίου στην ιστορική του διαχρονία.

Στην ιστορία τής Κίνας ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό είναι η ισχύς τού εγχώριου πολιτισμικού πλαισίου, το οποίο βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον υψηλό αριθμό τής κυρίαρχης εθνότητας, των Χαν, σε σχέση με άλλες ετερογενείς εθνοτικές ομάδες. Η Κίνα στην ιστορική διαχρονία της παρουσίαζε την ικανότητα να αφομοιώνει σε βάθος χρόνου επείσακτα στοιχεία από κατακτητές, όπως οι Μογγόλοι, και να διατηρεί αναλλοίωτες τις θεμελιώδεις αρχές τού πολιτισμού της.

Οι βαθιές διαχρονικές πολιτισμικές δομές τού κινεζικού πλαισίου είναι η έννοια της οικογένειας και η αντίληψη της αυτοκρατορίας. Ο κινεζικός πολιτισμός διακρίνεται για την αυξημένη έμφαση στην αλληλεγγύη μεταξύ των μελών τού οικογενειακού συνόλου και αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στους στενούς συγγενικούς δεσμούς και την κοινωνική μέριμνα, η οποία προέκυπτε εξ αιτίας αυτού του δεδομένου. Κατά τους προηγούμενους αιώνες η χαρακτηριστική αυτή τάση ενισχυόταν αφενός από τις θεωρητικές διδασκαλίες τού κομφουκιανισμού, βάσει των οποίων ο σεβασμός των νεοτέρων γενεών προς τους γηραιοτέρους συνιστούσε θεμελιώδη κοινωνική επιταγή και ουσιώδη αρετή τού νενομισμένου συστήματος αξιών, αφετέρου από την ευρέως διαδεδομένη προγονολατρεία.

Οι συγγενικοί δεσμοί στην Κίνα βασίζονταν σε ένα πατρογραμμικό σύστημα διαδοχής και μεταβίβασης της περιουσίας, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με την έννοια της ιδιοκτησίας. Περαιτέρω επεξεργασία και αναβάθμιση της αρχής τής οικογένειας ήταν η αρχή των κοινών οικογενειών, βάσει της οποίας πολυάριθμες γενεές αρρένων απογόνων διαβιούσαν στην ίδια οικία. Οι ηθικές αυτές αρχές διατηρήθηκαν επί μακρόν, ιδίως στην γεωγραφική περιοχή της νοτίου Κίνας, ώστε κατάλοιπα ή επιβιώσεις αυτής της δημογραφικής πρακτικής μεταβίβασης των πολιτισμικών χαρακτηριστικών απαντούν ακόμη και κατά την σύγχρονη περίοδο [16].

Η αντίληψη της αυτοκρατορίας και της πολιτικής ενότητας είναι θεμελιώδης για την κινεζική σκέψη. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Σινική Αυτοκρατορία είναι ο μόνος αυτοκρατορικός κρατικός σχηματισμός, ο οποίος εν πολλοίς έχει διατηρηθεί ακέραιος σε μια γεωγραφική περιοχή για διάστημα το οποίο υπερβαίνει τις δύο χιλιετίες. Χάριν σύγκρισης αναφέρεται ότι ο πλέον μακραίωνος αυτοκρατορικός κρατικός σχηματισμός στην Δύση, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διατηρήθηκε ακέραια για 500 έτη (Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) και για 1200 έτη (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία).

Όσον αφορά στον Χριστιανισμό συγκεκριμένα είναι ενδιαφέρον ότι οι τοπικές εκδηλώσεις τού Χριστιανισμού στην Κίνα χαρακτηρίζονταν ήδη από τον 19ο αιώνα από τοπικισμό και έμφαση στους εθνοτικούς δεσμούς, καθώς επίσης και εσχατολογικές αναφορές και ξενοφοβικές τάσεις [17]. Βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων η πιθανότερη, επομένως, προοπτική, η οποία σχετίζεται με τον εκχριστιανισμό τής Κίνας, εδράζεται σε ένα εγχείρημα πολιτισμικής αφομοίωσης του Χριστιανισμού από τα θεμελιώδη και μακράς διαρκείας χαρακτηριστικά τού κινεζικού πολιτισμικού πλαισίου, δηλαδή την αρχή τής οικογένειας και την έννοια της αυτοκρατορίας. Ένας κινεζικός Χριστιανισμός θα αποδίδει αυξημένη έμφαση στα δίκτυα τής συγγένειας και την αλληλεγγύη των γενεών –στοιχεία τού κομφουκιανιστικού υποδείγματος- αφετέρου με την ανάδειξη της αξίας τής συσσώρευσης κεφαλαίου και της κοινωνικής αλληλεγγύης, στοιχεία του προτεσταντικού υποδείγματος [18].

Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων και ενδοκρατικών ισορροπιών, η αντιστικτική ετερότητα με τους Μουσουλμάνους τού Σινκγιάνκ, οι οποίοι διακρίνονται από διπλή ετερογένεια, εθνοτική και θρησκευτική, σε σχέση με τους Χαν, οι οποίοι ανήκουν στον βουδισμό, τον ταοϊσμό και τον Χριστιανισμό, και με τους ινδουιστές τής Ινδίας, του κυρίου αντίπαλου από γεωπολιτικής άποψης κρατικού σχηματισμού, είναι δυνατόν να επιτείνει τον εκχριστιανισμό τής Κίνας προς μια κατεύθυνση εθνικιστικής θρησκευτικής αναφοράς. Ταυτοχρόνως, οι Καθολικοί τής Κίνας είναι οργανωμένοι στην Κινεζική Πατριωτική Καθολική Ένωση, η οποία έχει αποκοπεί από το εξωκρατικό κέντρο τού Βατικανού, για πολιτικούς λόγους. Κατά συνέπεια, οι Καθολικοί τής Κίνας είναι οι μόνοι στην υφήλιο οι οποίοι δεν διαθέτουν δεσμούς και δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία τού Βατικανού [19].

Εάν η Κίνα θα προβεί σε μια θεμελιώδη θρησκευτική και πολιτισμική μεταβολή κατά το πρότυπο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέσω, δηλαδή, μιας επίσημης άνωθεν επιβαλλομένης ή ενισχυόμενης κρατικής προστασίας τού Χριστιανισμού, συνιστά προς το παρόν απλώς μια ενδιαφέρουσα πρόβλεψη. Η έμφαση του Χριστιανισμού στην έννοια της οικογένειας συμπίπτει με την παραδοσιακή υπεροχή των συγγενικών δεσμών στον κινεζικό πολιτισμό, ενώ η δημιουργία δικτύων συνεργασίας εντάσσεται στο νέο καπιταλιστικό πνεύμα. Τέλος, ο Χριστιανισμός αποτελεί την κατ’ εξοχήν αντίπαλη θρησκεία τού Ισλάμ από ιστορικής και ιδεολογικής άποψης και η κύρια εσωτερική απειλή στην Κίνα είναι η ισλαμική παρουσία στις δυτικές επαρχίες. Η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας συνδέεται συχνά με την αντιπαράθεση με μια άλλη ομάδα, η οποία αντιμετωπίζεται ως αντίπαλη και στην περίπτωση της Κίνας αυτή είναι οι Μουσουλμάνοι των δυτικών επαρχιών και οι ινδουιστές της Ινδίας [20].

Η νέα ευσεβής Κίνα, βουδιστική και χριστιανική, θυμίζει σε ορισμένο βαθμό την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην ευσεβή προτεσταντική βόρειο Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον 19ο αιώνα. Κοινά σημεία με εκείνη την περίοδο της δυτικής οικονομικής ιστορίας είναι η έμφαση στην αποταμίευση του κεφαλαίου και η επιχειρηματική ηθική των ανερχομένων μεσαίων στρωμάτων. Την περίοδο των ετών 2001-2007, η οποία προηγήθηκε της οικονομικής κρίσης, οι καταθέσεις των Αμερικανών πολιτών είχαν μειωθεί. Στην Κίνα την ίδια περίοδο οι καταθέσεις των πολιτών αυξήθηκαν σε ποσοστό 40% του εθνικού ΑΕΠ. Οι Κινέζοι εργάζονται περισσότερες ώρες σε σχέση με τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους, ενώ οι οικογένειες και οι επιχειρήσεις αποταμιεύουν τουλάχιστον το 1/5 των εσόδων τους.

Η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιθέτως δείχνουν ενίοτε να εγκαταλείπουν τις θεμελιώδεις αρχές και ηθικές αξίες τού καπιταλισμού υιοθετώντας σε οικονομικό επίπεδο μια μορφή σοσιαλδημοκρατίας και σε ιδεολογικό επίπεδο τον πολιτισμικό σχετικισμό. Στην Ευρώπη συγκεκριμένα, ο Χριστιανισμός έχει υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό, στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας μετατόπισης της εστίας τού Χριστιανισμού από την Ευρώπη προς την υποσαχάρια Αφρική και την Ανατολική Ασία. Είναι πιθανόν ότι ο 21ος αιώνας θα παράσχει μια τελείως διαφορετική εικόνα όσον αφορά στις θρησκευτικές και πολιτισμικές αναφορές τής Ευρώπης και της Ασίας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Βλ. P. Hattaway, ‘How Many Christians Are There in China?’, Asia Harvest 2010∙ World Christian Database (ed.), China (2010). Για μία αξιολόγηση των διαφορετικών αυτών εκτιμήσεων βλ. D. Aikman, Jesus in Beijing: How Christianity Is Transforming China and Changing the Global Balance of Power, Washington DC: Regnery, 2006, 7-12.
[2] Βλ. D.H. Bays, ‘Chinese Protestant Christianity Today’, στο D.L. Overmeyer (ed.), Religion in China Today, Cambridge: Cambridge University Press, 2003, 6, 182. Πβ. J. Micklethwait, God Is Back: How the Global Revival of Faith Is Changing the World, London: Penguin, 2009.
[3] Βλ. Chinese Academy of Social Sciences (ed.), Blue Book on Religions, Beijing 2010.
[4] Βλ. D. Aikman, Jesus in Beijing, ό.π., 285.
[5] Βλ. D.H. Bays, A New History of Christianity in China, Oxford: Wiley-Blackwell, 2012, 4-16.
[6] Βλ. M.C. Elliott, The Manchu Way: The Eight Banners and Ethnic Identity in Late Imperial China, Palo Alto, CA: Stanford University Press, 2001, 240.
[7] Βλ. R.G. Wagner, Reenacting the Heavenly Vision: The Role of Religion in the Taiping Rebellion, Berkeley and Los Angeles, CA: University of California Press, 1984.
[8] Βλ. E.A. Morrison, Memoirs of the Life and Labours of Robert Morrison, vol. I, London 1839, 335. Παρατίθεται στο N. Ferguson, Civilization, London: Penguin, 2012, 278.
[9] Βλ. Y. Fenggang, Religion in China: Survival and Revival under Communist Rule, New York: Oxford University Press, 2011.
[10] Βλ. R. Malek, ‘Volksrepublik China: Kirchen und Religionen. Statistischer Jahresüberblick 2010/2011’, China heute 1 (2011), 34.
[11] Tom Philipps, ‘‘China denies church ‘demolition campaign’ but says Christianity’s growth ‘excessive’, The Telegraph, 10/4/2014.
[12] Βλ. D.H. Lumsdaine, Evangelical Christianity and Democracy in Asia, New York: Oxford University Press, 2009.
[13] Βλ. Y. Fenggang, ‘Lost in the Market, Saved at McDonald’s: Conversion to Christianity in Urban China’, Journal for the Scientific Study of Religion 44:4 (2005), 425.
[14] Παρατίθεται στο N. Ferguson, Civilization, ό.π., 287.
[15] Βλ. R. Bendix, Max Weber: An Intellectual Portrait, Berkeley and Los Angeles, CA: University of California Press, 1978, 141.
[16] Βλ. F. Fukuyama, The Origins of Political Order, London: Profile Books, 2011, 101-4. Οι αρχές αυτές, μάλιστα, ενσωματώθηκαν στο νομικό σύστημα των κρατικών σχηματισμών της Ανατολικής Ασίας ισχύοντας για παρατεταμένο χρονικό διάστημα έως την τυπική κατάργησή τους κατά τα μέσα του 20ού αιώνα, συγκεκριμένως το 1948 στην Ιαπωνία και το 1950 στην Κίνα. Βλ. J. Diamond, The World until Yesterday: What Can We Learn from Traditional Societies?, London: Penguin, 2013, 221.
[17] Βλ. L. Xi, Redeemed by Fire: The Rise of Popular Christianity in Modern China, New Haven, CT: Yale University Press, 2010.
[18] Βλ. A. Hunter & Kim-Kwong Chan, Protestantism in Contemporary China, Cambridge: Cambridge University Press, 2007 [1993], 6.
[19] Για την γεωπολιτική της Κίνας και τα δημογραφικά δεδομένα βλ. Κ. Γρίβας, Η στρατιωτική άνοδος της Κίνας και η γεωπολιτική του πολέμου στη Μέση Ανατολή, Αθήνα: Λιβάνης, 2013.
[20] Βλ. Ι.Θ. Μάζης, Verba geopolitica et islamica, 1995-2012, τ. Α΄, Αθήνα: Ηρόδοτος, 2013, 819-29.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr