Η αχίλλειος πτέρνα τού Ερντογάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αχίλλειος πτέρνα τού Ερντογάν

Γιατί ο νέος πρόεδρος κέρδισε τις εκλογές αλλά θα χάσει την οικονομία

Εκτός από τους παλιούς εμπορικούς εταίρους τής Μέσης Ανατολής, οι τουρκικές επιχειρήσεις χρειάζονται επίσης νέες αγορές, ξένη τεχνογνωσία και ξένες επενδύσεις. Τον Ιούλιο, ο πρόεδρος των τουρκικών Επιμελητηρίων, Rifat Hisarciklioglu, ένας συντηρητικός υποστηρικτής τού ΑΚΡ, επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρακάλεσε τις Αρχές των ΗΠΑ να συμπεριλάβουν την Τουρκία στην συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που διαπραγματεύονται τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Αμερικανοί συνομιλητές του τον αντιμετώπισαν ψυχρά και τον συμβούλεψαν να προσπαθήσει να πείσει πρώτα τους Ευρωπαίους. Ο Hisarciklioglu είπε στους Τούρκους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν ότι το μόνο πράγμα που ήθελαν να συζητήσουν οι άνθρωποι στην Ουάσιγκτον ήταν η άνοδος του μαχητικού Ισλάμ στην Μέση Ανατολή και ο ρόλος τής Τουρκίας σε αυτό. Αυτό το μήνυμα υποχρεωτικά θα ανησυχήσει την συντηρητική επιχειρηματική κοινότητα στην Τουρκία.

Στην πραγματικότητα, οι ανησυχίες για την πορεία τούυ Ερντογάν οδήγησαν ακριβώς αυτούς τους ανθρώπους να συσπειρωθούν γύρω από τον Αμπντουλάχ Γκιούλ, τον απερχόμενο πρόεδρο. Στον Γκιούλ επιφυλάχθηκε μια ενθουσιώδης υποδοχή σε μια δεξίωση για το Ραμαζάνι που διοργάνωσαν τα τουρκικά Επιμελητήρια τον περασμένο μήνα. Οι επευφημίες φέρεται να διήρκεσαν μισή ώρα. Κατά την διάρκεια της θητείας του, ο Γκιούλ φρόντισε να μην τα σπάσει ανοιχτά με τον Ερντογάν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, άφησε να εννοηθεί ότι θα προτιμούσε πιο μετριοπαθείς πολιτικές, σύμφωνα με τα συμφέροντα της επιχειρηματικής κοινότητας, η οποία έχει στοιχηματίσει στις καλές σχέσεις με την Δύση.

Οι συντηρητικοί επιχειρηματίες και άλλοι μέσα από τις τάξεις τού ΑΚΡ έχουν αρχίσει να προωθούν τον Γκιούλ να γίνει αρχηγός τού κόμματος και πρωθυπουργός αφότου ο Ερντογάν αναλάβει την προεδρία. Και από την πλευρά του, ο Γκιούλ έχει αφήσει αρκετά υπονοούμενα ότι φιλοδοξεί να συνεχίσει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή. «Πρόκειται να συνεχίσω να υπηρετώ τον λαό μου και μετά από αυτό. Ας δούμε στο μέλλον το πώς θα το κάνω», είπε σε μια συγκέντρωση των επιχειρηματιών. Αλλά η γενική παραδοχή στους τουρκικούς πολιτικούς κύκλους είναι ότι ο Ερντογάν, αισθανόμενος ανταγωνισμό, θέλει ο Γκιούλ να μείνει όσο το δυνατόν πιο μακριά από το ΑΚΡ. Ο Ερντογάν είπε ότι πρόκειται να είναι ένας «ιδρωμένος» πρόεδρος, ο οποίος θα κάνει πλήρη χρήση των προνομίων του, κάτι που θεωρήθηκε ως μια ισχνά συγκεκαλυμμένη κριτική των προεδρικών επιδόσεων αυτοσυγκράτησης του Γκιούλ.

Αν υπάρξει ένας αγώνας για τον έλεγχο του AKP αφότου ο Ερντογάν εγκαταλείψει την δουλειά τού πρωθυπουργού για να γίνει πρόεδρος, ο Ερντογάν είναι βέβαιο ότι θα επικρατήσει. Αφού κερδίσει στον πρώτο γύρο ψηφοφορίας με περισσότερα από 50%, θα έχει μια τέτοια ισχυρή λαϊκή εντολή που κανείς δεν θα είναι σε θέση να αμφισβητήσει την συνεχιζόμενη εξουσία του στο AKP και την κυβέρνηση. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, τα πράγματα είναι βέβαιο ότι θα λειτουργήσουν με διαφορετικό τρόπο.

Ο Γκιουλ δεν μπορεί να φτάσει την λαϊκή εντολή τού Ερντογάν, αλλά αρέσει στις ομάδες συμφερόντων που έχουν ιστορικά υπάρξει καθοριστικές στην πολιτική. Στην ομιλία του στην δεξίωση που παρέθεσαν τα τουρκικά Επιμελητήρια, ο Γκιουλ παρατήρησε ότι «οι προσδοκίες τού ιδιωτικού τομέα» και «οι απαιτήσεις που προέρχονται από την Ανατολία πρόκειται να αποφασίσουν την πορεία τής πολιτικής». Αυτές οι παρατηρήσεις είναι κάπως ιδιοτελείς: Στο κάτω-κάτω, οι «απαιτήσεις από την Ανατολία» περιλαμβάνουν προφανώς το να αναλάβει ο ίδιος το ΑΚΡ. Αλλά ο Γκιούλ έχει δίκιο όταν σημειώνει ότι οι προσδοκίες τού ιδιωτικού τομέα έχουν τον τρόπο να αλλάξουν την πορεία τής Τουρκίας.

Η πρώτη φορά που το έπραξαν ήταν το 1980. Αφότου οργάνωσε ένα πραξικόπημα, ο στρατός εφάρμοσε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα οικονομικής απελευθέρωσης. Η επιχειρηματική κοινότητα ζητούσε αυτές τις μεταρρυθμίσεις επί χρόνια, αλλά η πολιτική κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να τις εφαρμόσει λόγω της αντίθεσης από την αριστερά και τα συνδικάτα. Καθώς η τουρκική οικονομία ασφυκτιούσε, οι κοινωνικές εντάσεις και η βία κλιμακώθηκαν. Ο στρατός παρενέβη, και η οικονομική απελευθέρωση που προώθησε έθεσε τις βάσεις για την οικονομική άνοδο της Τουρκίας.

Η δεύτερη ευκαιρία ήρθε στις αρχές τής δεκαετίας τού 2000. Εκείνες τις ημέρες, η τουρκική επιχειρηματική κοινότητα και οι διεθνείς δανειστές ζητούσαν περαιτέρω οικονομική απελευθέρωση και πολιτικό εκδημοκρατισμό. Ανεξέλεγκτος πληθωρισμός και ελλείμματα στον προϋπολογισμό έφεραν την Τουρκία στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης στα τέλη τής δεκαετίας τού 1990. Ο κυβερνών συνασπισμός αριστεράς-δεξιάς ξεκίνησε μια νέα σειρά από πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί για να ανταποκριθούν σε αυτές τις προσδοκίες, αλλά μετά κατέρρευσε πολιτικά. Στη συνέχεια, το ΑΚΡ ανέλαβε την εξουσία, υποστηριζόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την ΕΕ, και την επιχειρηματική κοινότητα, η οποία ήλπιζε ότι το κόμμα θα προσφέρει πολιτική σταθερότητα και θα διορθώσει το οικονομικό χάος τής Τουρκίας. Και, όταν ήρθε η ώρα, το ΑΚΡ εφήρμοσε γρήγορα και με επιτυχία τις μεταρρυθμίσεις.

Στην Τουρκία, η σχέση μεταξύ του κράτους – του στρατού και της γραφειοκρατίας - και της επιχειρηματικής κοινότητας είναι συμβιωτική. Τα συμφέροντα των επιχειρήσεων έχουν πρωταρχική σημασία˙ Το κράτος τα φροντίζει από την εποχή τής ίδρυσης της Δημοκρατίας. Επιπλέον, η ένταξη της Τουρκίας στην παγκόσμια οικονομία από το 1980 έχει κάνει το κράτος ακόμα πιο ευαίσθητο στην δυναμική τού καπιταλισμού. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η σχέση μεταξύ των οικονομικών και των πολιτικών ελευθεριών έχει αλλάξει. Το 1980, τα επιχειρηματικά συμφέροντα εξυπηρετούνταν από ένα αυταρχικό καθεστώς. Δύο δεκαετίες αργότερα, ωστόσο, οι επιχειρήσεις έφθασαν να έχουν θεμελιωμένα συμφέροντα στον εκδημοκρατισμό. Οι οικονομικές ανάγκες ανάγκασαν την τουρκική κυβέρνηση να εισάγει πολιτική φιλελευθεροποίηση, προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.