Ο πρόεδρος Ερντογάν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο πρόεδρος Ερντογάν

Ένας πρωθυπουργός σχεδιάζει για την προεδρία
Περίληψη: 

Δεδομένης της αγέρωχης στάση του, ο Ερντογάν συχνά συγκρίνεται με τον Ατατούρκ. Όμως, ο Ερντογάν έχει κάτι που δεν είχε ο Ατατούρκ, δηλαδή την σχεδόν πλήρη αφοσίωση του κόμματός του, το οποίο παρέχει έναν έτοιμο μηχανισμό για την εφαρμογή πολιτικής.

Η CLAIR SADAR είναι μια ανεξάρτητη μπλόγκερ και αναλυτής τής τουρκικής πολιτικής. Γράφει στο Atatürk’s Republic [1]. Μπορείτε να την ακολουθείτε στο Twitter @karepublic [2].
Ο BRENT E. SASLEY είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Άρλινγκτον. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @besasley [3].

Τώρα που ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει γίνει ο πρώτος [4] εκλεγμένος από τον λαό πρόεδρος της χώρας, οι αναλυτές εικάζουν σχετικά με τις επόμενες κινήσεις του. Παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας είναι τυπικά απλώς ο αρχηγός τού κράτους, ο θώκος θα παράσχει μια πλατφόρμα από την οποία ο Ερντογάν μπορεί να επηρεάσει τις πολιτικές και τους διορισμούς [πολιτικών]. Επιπλέον, ο ίδιος έχει πει σε πολλές περιπτώσεις ότι θα επεκτείνει τις αρμοδιότητες της προεδρίας στο όριο της συνταγματικής εντολής της - και λίγο παραπάνω.

Δεδομένης της αγέρωχης στάση του, ο Ερντογάν συχνά συγκρίνεται με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, τον ιδρυτή τής σύγχρονης Τουρκίας. Αν και κατά καιρούς διαβουλευόταν με συμβούλους, ο Ατατούρκ επέβαλε σαρωτικές αλλαγές με την καθαρή δύναμη της θέλησής του. Ο Ερντογάν είναι ακριβώς όπως προσδιορίζεται. Αλλά, έχει επίσης κάτι που δεν είχε ο Ατατούρκ: Την σχεδόν πλήρη αφοσίωση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), το οποίο παρέχει έναν έτοιμο μηχανισμό για την εφαρμογή πολιτικής.

Αν και αναφέρεται λιγότερο συχνά, μια άλλη τουρκική προσωπικότητα προσφέρει μια ακόμα καλύτερη σύγκριση: Ο Τουργκούτ Οζάλ, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός την περίοδο 1983-1989 και πρόεδρος την περίοδο 1989-93. Τόσο ο Ερντογάν όσο και ο Οζάλ μπήκαν στην πολιτική μέσω μη παραδοσιακών διαδρομών: Ο Οζάλ ήταν οικονομολόγος, πριν αξιοποιηθεί για να εργαστεί για την χούντα τής Τουρκίας μετά το 1980. Ο Ερντογάν είναι πασίγνωστο ότι προέρχεται από φτωχό υπόβαθρο και ήταν ταλαντούχος ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής πριν δραστηριοποιηθεί στο Κόμμα τής Ευημερίας. Και οι δύο άνδρες αποκόπηκαν από τους πολιτικούς τους προστάτες και σχημάτισαν τις δικές τους κεντροδεξιές πολιτικές ομάδες – ο Οζάλ το Κόμμα τής Μητέρας Πατρίδας και ο Ερντογάν το ΑΚΡ. Και είδαν τα κόμματά τους να καταφέρνουν να κυριαρχήσουν στην τουρκική πολιτική και προχώρησαν για να υπηρετήσουν ως πρωθυπουργοί και μετά ως πρόεδροι.

Ως πρωθυπουργός, ο Ερντογάν έχει επικεντρωθεί στους ίδιους τρεις τομείς όπως έκανε και ο Οζάλ: Οικονομία, εξωτερική πολιτική, και συμφιλίωση με τις μειονότητες. Ένας ένθερμος υποστηρικτής τού φιλελεύθερου καπιταλισμού, ο Οζάλ πιστώνεται με το άνοιγμα και τον εκσυγχρονισμό τής τουρκικής οικονομίας κατά την διάρκεια της θητείας του ως πρωθυπουργός. Ως πρόεδρος, συνέχισε το πρόγραμμά του για την επέκταση της ελεύθερης αγοράς και του περιφερειακού εμπορίου, θέτοντας τις βάσεις για ισχυρή οικονομική ανάπτυξη στην δεκαετία τού 1990 και στα πρώτα χρόνια τού αιώνα μας. Ο Ερντογάν έχει καταρτίσει το δικό του φιλόδοξο οικονομικό πρόγραμμα, υποσχόμενος να κάνει την τουρκική οικονομία μια από τις δέκα παγκοσμίως μεγαλύτερες από το 2023. Για να προσθέσει βάρος στην υπόσχεσή του, έχει ξεκινήσει μια σειρά από τεράστια έργα υποδομών που σχεδιάστηκαν για να κάνουν την Τουρκία να μοιάζει με μια σύγχρονη βιομηχανοποιημένη χώρα. Παρ’ όλο που ο Ερντογάν έχει δεσμευθεί στην ανάπτυξη της ελεύθερης αγοράς, οι πολιτικές του σχετικά με τον δανεισμό είναι πιο ισλαμιστικές από όσο καπιταλιστικές (για παράδειγμα, σε κάποιο σημείο στο μέλλον θα ήθελε να αφαιρέσει την δυνατότητα να χρεώνονται τόκοι).

Ασχολούμενος με τον ευρύτερο κόσμο, ο Οζάλ κατανοούσε ότι οι γεωπολιτικές αλλαγές παρείχαν νέες ευκαιρίες για να επεκτείνει την επιρροή τής Άγκυρας. Εκμεταλλεύτηκε το κενό που δημιουργήθηκε από την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, με την αποστολή Τούρκων πολιτικών συμβούλων και κατασκευαστικών εταιρειών στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες τής Κεντρικής Ασίας. Η ρητορική του ήταν τόσο υψηλή όσο και του Ερντογάν: Το 1992, διακήρυξε ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ο «Αιώνας των Τούρκων». Όρισε επίσης ότι η αβεβαιότητα που δημιουργείται από το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου απαιτούσε από την Τουρκία να κερδίσει την εύνοια των Ηνωμένων Πολιτειών. Άρπαξε την ευκαιρία να υποστηρίξει την Επιχείρηση Καταιγίδα τής Ερήμου και ποτέ δεν αμφισβήτησε δημοσίως την Ουάσιγκτον. Ο Ερντογάν, από την πλευρά του, πιστεύει ότι η Τουρκία καλείται να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην Μέση Ανατολή. Έχει προωθήσει δυναμικά την ιδέα τής τουρκικής ηγεσίας με την οικοδόμηση στενότερων πολιτικών και εμπορικών σχέσεων με τις αραβικές χώρες και το Ιράν. Και έχει κάνει την Τουρκία τόσο απαραίτητη για την Ουάσιγκτον όπως και ο Οζάλ, τοποθετώντας την ως τον στενότερο σύμμαχο της Ουάσινγκτον στην Μέση Ανατολή. Όπως ο Οζάλ, ο Ερντογάν ακολούθησε μια προσωπική προσέγγιση. Έχει προσπαθήσει να πείσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, ότι προσωπικά ο ίδιος, είναι ο καλύτερος φίλος τής Αμερικής στην περιοχή.

Τέλος, ο Οζάλ, όπως ο Ερντογάν, έκανε σοβαρές προσπάθειες να συμβιβαστεί με τις μειονότητες της Τουρκίας. Στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με το Εργατικό Κόμμα τού Κουρδιστάν (PKK), την κύρια κουρδική ομάδα ανταρτών τής Τουρκίας, που οδήγησε σε μια κατάπαυση του πυρός το 1993. Πέθανε πριν προλάβει να παρουσιάσει σχέδιο για την ενσωμάτωση των Κούρδων στην τουρκική κοινωνία, και μια κουρδική εξέγερση ξέσπασε και πάλι. Ο Ερντογάν υποστήριξε μια παρόμοια διαδικασία διαπραγμάτευσης και, το 2009, ανακοίνωσε ένα σχέδιο για την ενσωμάτωση της κουρδικής μειονότητας τής Τουρκίας, όπου περιλαμβάνονται περιορισμένη αμνηστία για τους Κούρδους ενόπλους και χαλάρωση των περιορισμών στην χρήση τής κουρδικής γλώσσας. Έχει έρθει πιο κοντά από ό, τι οποιοσδήποτε άλλος Τούρκος πρωθυπουργός στο να αναγνωρίσει ότι οι Τούρκοι διέπραξαν γενοκτονία εναντίον τού αρμενικού πληθυσμού τής χώρας κατά την διάρκεια της δεκαετίας τού 1930. Το 2011, ζήτησε συγγνώμη εκ μέρους τού κράτους για την σφαγή στο Ντερσίμ την περίοδο 1937-38, κατά την οποία η τουρκική κυβέρνηση σκότωσε χιλιάδες άμαχους Αλεβίτες και Ζάζα στην ανατολική Τουρκία.