Φίλοι από συμφέρον | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Φίλοι από συμφέρον

Τι πραγματικά θέλουν τα ΗΑΕ από το ΝΑΤΟ
Περίληψη: 

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δήλωσαν και έκαναν πρόσφατα όλα τα σωστά πράγματα για να αποδείξουν ότι επιθυμούν μια ισχυρότερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ.

Ο BILAL Y. SAAB είναι βασικός συνεργάτης για την Ασφάλεια στην Μέση Ανατολή στο Brent Scowcroft Center on International Security στο Atlantic Council.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν πει και έχουν κάνει όλα τα σωστά πράγματα για να αποδείξουν ότι επιθυμούν μια ισχυρότερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Εκτός από τον διορισμό πρεσβευτή στο ΝΑΤΟ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υποστήριξαν επίσης εξέχουσες αποστολές τού ΝΑΤΟ, για παράδειγμα, με την συμβολή εναέριων δυνάμεων στην επιχείρηση Unified Protector, η οποία υπερασπίστηκε αμάχους κατά την διάρκεια του Λιβυκού εμφύλιου πολέμου το 2011, και συμμετέχοντας στην Διεθνή Δύναμη Βοήθειας για την Ασφάλεια (International Security Assistance Force), ένα πρόγραμμα που εκπαιδεύει τις αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας.

Με τη σειρά του, ο Γενικός Γραμματέας τού ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, έχει εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία του να ενισχύσει τους δεσμούς με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλα κράτη τού Συμβουλίου Συνεργασίας τού Κόλπου (Gulf Cooperation Council). Είναι σαφές το τι θέλει το ΝΑΤΟ από τα ΗΑΕ: Βοήθεια στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων και προστασία των περιφερειακών θαλασσίων διαύλων, των οδών ενεργειακού εφοδιασμού και των κυβερνοδικτύων. Ίσως είναι λιγότερο σαφές, ωστόσο, τι θέλουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα από το ΝΑΤΟ.

Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για την συμμαχία προέρχεται από μια ρεαλιστική προσέγγιση της εθνικής ασφάλειας και της άμυνάς τους. Η προσέγγιση αυτή έχει μακρά ιστορία στα ΗΑΕ. Όταν το Ηνωμένο Βασίλειο αποσύρθηκε από τον Περσικό Κόλπο το 1971, η χώρα συνεργάστηκε γρήγορα με τις Ηνωμένες Πολιτείες για περιφερειακή προστασία. Η σχέση ΗΠΑ-ΗΑΕ έγινε ακόμα ισχυρότερη όταν, το 1990 και το 1991, επίσημα ένωσαν δυνάμεις για να απωθήσουν το Ιράκ από το Κουβέιτ. Στη συνέχεια, μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, το Abu Dhabi κοίταζε προς την Ουάσιγκτον για να ισορροπήσει έναντι του Ιράν. Στις 25 Ιουλίου 1994, οι δύο χώρες υπέγραψαν αμυντική συμφωνία, οι όροι τής οποίας εξακολουθούν να είναι μυστικοί, και σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έναν από τους πιο αξιόπιστους συνεργάτες τους στην Μέση Ανατολή.

Παρά την ισχύ αυτής της σχέσης, το μικρό αλλά πλούσιο σε πετρέλαιο κράτος τού Περσικού Κόλπου εξακολουθεί να θέλει άλλους εταίρους ασφαλείας για να προστατεύσει τον εαυτό του από την περιφερειακή αστάθεια. Το Abu Dhabi προτιμά να μην βασίζεται αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον, ιδίως αφότου είχε σοβαρούς ενδοιασμούς για την αμερικανική πολιτική στην Μέση Ανατολή από όταν ο Μπαράκ Ομπάμα ανέλαβε καθήκοντα προέδρου το 2009. Το Συμβούλιο Συνεργασίας τού Κόλπου, μια πολιτική και οικονομική ένωση των αραβικών κρατών τού Κόλπου, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ασφαλείας των ΗΑΕ, τουλάχιστον για την ώρα, γιατί μαστίζεται από πολιτική αντιπαλότητα και καχυποψία, και οι στρατιωτικές δυνατότητές του, αν και σημαντικές στα χαρτιά, είναι σε μεγάλο βαθμό μη συνεκτικές. Η Κίνα και η Ρωσία θα ήταν κακοί εταίροι, επίσης: Η πρώτη είναι πολύ απομονωτική και την δεύτερη είναι πάρα πολύ δύσκολο να την εμπιστευθεί κανείς.

Εισάγετε το ΝΑΤΟ.

Φυσικά, το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτείνει την εγγύηση περί συλλογικής άμυνας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ένα κράτος μη-μέλος. Αλλά η υποστήριξη του ΝΑΤΟ στα ΗΑΕ - συγκεκριμένα, η συμμετοχή τους στην Πρωτοβουλία Συνεργασίας τής Κωνσταντινούπολης το 2004, η οποία προσέφερε στις χώρες τής Μέσης Ανατολής μια διμερή σχέση ασφάλειας με την συμμαχία - έχει προσδώσει διεθνές κύρος στην χώρα. Έχει επίσης ανοίξει έναν διάλογο μεταξύ των ΗΑΕ και της ευρύτερης διατλαντικής κοινότητας σε θέματα άμυνας και ασφάλειας στον κυβερνοχώρο, στρατιωτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και ετοιμότητας έκτακτης ανάγκης. Πρόσφατα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν σε θέση να συμμετάσχουν σε ΝΑΤΟϊκές ασκήσεις αεράμυνας στην Τουρκία, να συνεργαστούν με το τουρκικό ναυτικό για την ασφάλεια στην θάλασσα, και να διδάξουν τους δοκίμους τους στρατιωτικά μαθήματα στο Κολέγιο Άμυνας του ΝΑΤΟ στην Ιταλία.

Αλλά οι προσδοκίες των ΗΑΕ από το ΝΑΤΟ σταματούν εδώ;

Ας είμαστε απολύτως ειλικρινείς: Για το Αμπού Ντάμπι, το πραγματικό έπαθλο δεν είναι το ΝΑΤΟ και η γραφειοκρατία του, αλλά η Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι, οι τρεις πιο σημαίνουσες δυνάμεις τής συμμαχίας. Δεδομένης της έντονης και ιστορικής προτίμησης των ΗΑΕ στις διμερείς ρυθμίσεις ασφαλείας, είναι λογικό ότι δημιουργεί μιας ενισχυμένη εταιρική σχέση με το ΝΑΤΟ κυρίως για να αναπτύξει περαιτέρω δεσμούς με τις τρεις χώρες που επηρεάζουν περισσότερο την ασφάλεια του. Στο κάτω - κάτω, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος τού αμυντικού προϋπολογισμού τους για όπλα - και έχουν τις μεγαλύτερες αμυντικές συνεργασίες - στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Γαλλία.

Με την περαιτέρω θεσμοθέτηση της σχέσης τους με το ΝΑΤΟ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ελπίζουν να εδραιώσουν την αντίληψη των Αμερικανών, Βρετανών και Γάλλων αξιωματούχων ότι αποτελούν την μόνη χώρα στην περιοχή στην οποία μπορούν να υπολογίζουν. Τα ΗΑΕ ελπίζουν επίσης ότι μια πιο ισχυρή εταιρική σχέση με το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να φέρει την χώρα πιο κοντά στο να αποκτήσει σαφείς εγγυήσεις ασφαλείας, εκτός τού άρθρου 5, από την Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι.

Η επόμενη σύνοδος κορυφής τού ΝΑΤΟ, στην Ουαλία φέτος τον Σεπτέμβριο, παρουσιάζει μια σημαντική ευκαιρία για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το ΝΑΤΟ να οριοθετήσουν τις αμοιβαίες προσδοκίες τους. Οι δύο πλευρές θα πρέπει να συμφωνήσουν ότι τώρα είναι η ώρα να προχωρήσουν πέρα από τις διπλωματικές αβρότητες και τις συμβολικές συνεργασίες προς το να ηρεμήσουν μια ραγδαία επιδεινούμενη Μέση Ανατολή. Είναι πιθανό να αρχίσουν να εργάζονται σε εξειδικευμένα προγράμματα συνεργασίας που είναι προσαρμοσμένα στα ΗΑΕ. Αυτά είναι όλα ωραία και καλά, αλλά για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα παραμείνουν απλώς ένα μέσο για τον τελικό σκοπό τους: Την μεγαλύτερη πρόσβαση στην διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι - και, στη συνέχεια, ίσως, μια πραγματική θέση στο τραπέζι τού ΝΑΤΟ.