Το συριακό Σχέδιο Μάρσαλ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το συριακό Σχέδιο Μάρσαλ

Γιατί οι ξένοι επενδυτές ρίχνουν χρήματα στην οικονομία τής χώρας

Οι περισσότεροι άνθρωποι που εξετάζουν την Συρία δεν μπορούν παρά να βλέπουν την τραγωδία – τις εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους και τα δισεκατομμύρια δολάρια ζημιών, συμπεριλαμβανομένης της ισοπέδωσης της παλιάς πόλης τής Χομς και του ανατολικού Χαλεπίου. Αλλά κάποιοι έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν την Συρία ως κάτι εντελώς διαφορετικό: Ως μια επενδυτική ευκαιρία. Αυτό μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά δεν είναι εντελώς χωρίς βάση. Η οικονομία τής Συρίας, έχοντας υποστεί χρόνια καταστροφής, προσφέρει στους αρχικούς επενδυτές την ευκαιρία να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη μακροπρόθεσμα.

Η οικονομία τής Συρίας είναι σε εξαιρετικά δεινή θέση. Η πλειοψηφία των πετρελαϊκών κοιτασμάτων τής χώρας, κάποτε η ψυχή τής οικονομίας (μαζί με την γεωργία), βρίσκονται υπό τον έλεγχο της εξτρεμιστικής οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και την al-Sham» (ISIS), επίσης γνωστής ως Ισλαμικό Κράτος (IS), στερώντας από την χώρα περίπου 2 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα. Εν τω μεταξύ, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι το κόστος της ανοικοδόμησης όσων έχουν ήδη καταστραφεί στην Συρία θα είναι πάνω από 200 δισεκατομμύρια δολάρια. Η έκθεση Doing Business 2014 του οργανισμού [1] κατατάσσει τελευταία την χώρα στην κατηγορία τής «αντιμετώπισης των οικοδομικών αδειών», η οποία μετρά τα διαδικαστικά και οικονομικά εμπόδια προς την οικοδόμηση μιας απλής αποθήκης. Με άλλα λόγια, το να προσποριστεί κάποιος ένα γρήγορο κέρδος μπορεί να φαίνεται σαν το τελευταίο πράγμα στο μυαλό των παρατηρητών τής Συρίας.

Αλλά τα κίνητρα των ξένων επενδυτών στην Συρία - που αποτελούνται κυρίως από κυβερνήσεις και εταιρείες από χώρες που είναι σύμμαχοι με τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ - είναι πρωτίστως πολιτικά. Φαίνεται να έχουν υπολογίσει ότι οι επενδύσεις στην Συρία τώρα θα τους δώσουν σημαντική επιρροή στον τρόπο που θα κυβερνάται η χώρα αργότερα, ακόμη και αν βραχυπρόθεσμα οι επενδύσεις δεν αποδώσουν με μια αυστηρά οικονομική έννοια. Προς τούτο, τα σχέδιά τους έχουν μια αλλοιωμένη ομοιότητα με τα δάνεια που προσέφεραν οι Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με το Σχέδιο Μάρσαλ.

Ένα πιο πρόσφατο (και πιο τοπικό) παράδειγμα αυτής τής στρατηγικής είναι η επένδυση του Ιράν στον Λίβανο, μετά τον πόλεμο του σιιτικού κόμματος και μαχητικής ομάδας Χεζμπολάχ με το Ισραήλ το 2006. Το εδρεύουσα στο Λονδίνο παναραβική καθημερινή εφημερίδα Asharq Al-Awsat ανέφερε ότι μια ημέρα μετά την κατάπαυση του πυρός, η Χεζμπολάχ συνέστησε ένα όργανο για να επιβλέπει την διαδικασία τής απομάκρυνσης του σιδήρου και του τσιμέντου από τα συντρίμμια προκειμένου να ανακυκλωθούν. Εταιρίες υπό ιρανική επιτήρηση φρόντισαν την διαδικασία και πέτυχαν την εξόρυξη υλικών και απορριμμάτων που άξιζαν εκατομμύρια δολάρια. Για να τονίσει τον ηγετικό ρόλο τής Τεχεράνης στην ανακατασκευή των ελεγχόμενων από την Χεζμπολάχ περιοχών, χτίστηκε στο Maroun al-Ras το «Πάρκο τού Ιράν», ένα χωριό στον νότιο Λίβανο, που βλέπει προς το Ισραήλ. Σύμφωνα με δημοσίευμα του BBC [2], το πάρκο είναι διακοσμημένο με αφίσες Ιρανών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου του Husam Khos Navis, του τελευταίου διευθυντή τής ιρανικής επιτροπής ανοικοδόμησης. Σε πολιτικό επίπεδο, οι επενδύσεις αυτές απέδωσαν για την Ισλαμική Δημοκρατία. Μέσα μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης και της λιβανέζικης εφημερίδας Daily Star, ανέφεραν ο επικεφαλής τής ελίτ στρατιωτικής δύναμης του Ιράν al-Quds, ο στρατηγός Qassem Suleimani, δήλωσε (στο συνέδριο το 2012 για τη νεολαία και την «ισλαμική αφύπνιση» στην Τεχεράνη) ότι, ως αποτέλεσμα των εν λόγω οικονομικών παρεμβάσεων, «στον νότιο Λίβανο και στο Ιράκ, οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από την επίδραση του τρόπου πράξης και σκέψης τής Ισλαμικής Δημοκρατίας». Σε ομιλία που εκφώνησε δύο χρόνια μετά τον πόλεμο, ο Γενικός Γραμματέας τής Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, διαβεβαίωσε ότι είναι «υπερήφανος ως μέλος στο κόμμα velayat-e faqih [κηδεμονία του νομομαθούς]», ένα σιιτικό θρησκευτικό σύστημα που σήμερα επιβάλλει τον σεβασμό προς τον αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.

Από την πλευρά του, ο Άσαντ φαίνεται να κατανοεί ότι οι τρέχουσες οικονομικές σχέσεις τής χώρας θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό τής μελλοντικής πολιτικής γραμμής της. Νωρίτερα φέτος, φέρεται να είπε σε μια ιορδανική αντιπροσωπεία που επισκεπτόταν την Δαμασκό ότι δεν θα επιτρέπει στους επενδυτές και τις επιχειρήσεις που προέρχονται από την Δύση ή τον Περσικό Κόλπο να έχουν κάποιο ρόλο στην αναζωογόνηση της οικονομίας τής χώρας του (ή τουλάχιστον το τμήμα τής χώρας που είναι υπό τον έλεγχό του). Αντ’ αυτού, επέτρεψε στην Κίνα, το Ιράν, την Βόρεια Κορέα και την Ρωσία να καλύψουν το κενό.

Τον Δεκέμβριο του 2013, η ρωσική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου Soyuzneftegaz συνήψε μια συμφωνία 90 εκατομμυρίων δολαρίων με το Υπουργείο Πετρελαίου τής Συρίας για εξερεύνηση και παραγωγή στα ύδατα τής Μεσογείου (μεταξύ των οχυρών τού Άσαντ, Ταρτούς και Μπανιάς). Αξιωματούχοι του τομέα πετρελαίου τής Συρίας έχουν εκφράσει την πεποίθηση τους ότι τα ύδατα αυτά διαθέτουν σημαντικά αποθέματα πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Αλλά οι ρωσικές εταιρείες δεν επενδύουν στην Συρία κατά κύριο λόγο επειδή έχουν πολλά να κερδίσουν (η Ρωσία ήταν μόλις ο ένατος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος τής Συρίας πριν από την κρίση, που αντιστοιχεί μόνο στο 3% τού εμπορίου)˙ Είναι επειδή η Ρωσία έχει πάρα πολλά να χάσει. Η μοναδική επίσημη ναυτική βάση τής Ρωσίας στην Μεσόγειο είναι στην αλεβίτικη πόλη-λιμάνι τής Ταρτούς. Η αξία των συμβάσεων της Συρίας με την ρωσική αμυντική βιομηχανία (η Ρωσία είναι ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές όπλων προς το καθεστώς), εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 4 δισ. δολάρια. Για το Κρεμλίνο, όμως, η πραγματική ανταμοιβή δεν είναι μόνο αυτά τα 4 δισ. δολάρια˙ Είναι ότι με το να κρατά τον Άσαντ στη ζωή, διατηρεί οικονομική και ναυτική βάση στην περιοχή τής Μεσογείου.

Οι επενδύσεις τής Ρωσίας στην Συρία δεν έχουν περιοριστεί στα παράκτια εδάφη τού καθεστώτος. Στο Ein Diwar, που βρίσκεται κοντά στις κουρδικές Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) και στις ελεγχόμενες περιοχές από την ISIS, η ρωσική εταιρεία Stroytransgaz υπέγραψε σύμβαση 263 εκατ. δολαρίων τον Ιούνιο με την Γενική Επιτροπή Υδατικών Πόρων για την πρώτη φάση ενός αρδευτικού έργου (που είχε προγραμματιστεί όταν η ξηρασία έπληξε τα βορειοανατολικά πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, αλλά δεν εκτελέστηκε μέχρι τώρα). Περίπου την ίδια εποχή, μια βορειοκορεατική αντιπροσωπεία συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό τής Συρίας, Wael al-Halaqi, για να συζητήσουν την διαδικασία ανοικοδόμησης. Η Πιονγκγιάνγκ από καιρό αντιμετωπίζει την Συρία ως ένα μέτωπο στον πόλεμο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους - από την κατασκευή τού πρώην αντιδραστήρα πλουτωνίου τής Συρίας «al-Kibar» (τον οποίο οι Ισραηλινοί κατέστρεψαν το 2007) ως την αναφερθείσα τοποθέτηση 15 Βορειοκορεατών πιλότων ελικοπτέρων και μερικών επίγειων δυνάμεων στην πόλη τού Χαλεπίου για λογαριασμό τού καθεστώτος Άσαντ. Λίγο μετά την επίσκεψη των Βορειοκορεατών, ο Κινέζος πρεσβευτής στη Συρία, Wang Kejian, εξέφρασε την υποστήριξή του για την ανάπτυξη συνεργασιών στον τομέα τής ενέργειας. Η Κίνα, πολιτικά αποστασιοποιημένη αλλά οικονομικά δεσμευμένη, επιδιώκει να διατηρήσει τις εξαγωγικές αγορές της στην Μέση Ανατολή. Εκτός από το να είναι ο «νούμερο ένα» εμπορικός εταίρος τής Συρίας το 2011, η κρατική China National Petroleum Corporation από το 2012 κατέχει μετοχές σε δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαίου τής Συρίας και έχει υπογράψει συμφωνίες πολλών εκατομμυρίων δολαρίων με αυτές.

Εν τω μεταξύ, το Ιράν είναι πιθανό να τοποθετηθεί για να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην βιομηχανία τσιμέντου τής Συρίας - έναν τομέα που θα είναι κεντρικής σημασίας καθώς η χώρα προσπαθεί να ανοικοδομήσει την υποδομή της. (Συμβαίνει επίσης να είναι ένας τομέας στον οποίο το Ιράν, η τέταρτη μεγαλύτερη παραγωγός τσιμέντου στον κόσμο, είναι κάτι σαν διεθνής ηγέτης). Η Χεζμπολάχ, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ξεκινήσει μια νέα εταιρεία τσιμέντου στον Λίβανο, με ιρανική χρηματοδότηση. Και η Τεχεράνη φαίνεται πρόθυμη να κάνει περισσότερα κατά τους προσεχείς μήνες. Ο Hassan Jishi, ο γενικός διευθυντής τής Waad, της σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούμενης από το Ιράν οργάνωσης που ξανάχτισε τα προπύργια της Χεζμπολάχ, δήλωσε [3] στους New York Times τον Μάιο του 2012, «Οι Ιρανοί λένε, "Αν θέλετε εργοστάσια, είμαστε έτοιμοι, αν θέλετε κάποια ηλεκτρική ενέργεια, είμαστε έτοιμοι " και δεν ζητούν οποιοδήποτε αντάλλαγμα». Ανεξάρτητα από αυτό, η Ισλαμική Δημοκρατία όντως παίρνει κάτι ως αντάλλαγμα. Το Ιράν επιδιώκει να εξασφαλίσει τις γραμμές ανεφοδιασμού με την θυγατρική του, την Χεζμπολάχ, στο Λίβανο και να παραγκωνίσει την Σαουδική Αραβία και άλλα σουνιτικά κράτη τού Κόλπου στον αγώνα για περιφερειακή κυριαρχία.

Οι επενδύσεις στην Συρία, εν μέσω τού εν εξελίξει πολέμου, είναι κατά κύριο λόγο ένα πολιτικό τέχνασμα αλλά σίγουρα υπάρχουν οικονομικά κίνητρα. Πέρυσι, όταν η Συρία παρέπαιε λόγω της χειρότερης συγκομιδής των τελευταίων δεκαετιών, ο εσωτερικός κύκλος τού καθεστώτος δημιούργησε εταιρείες-βιτρίνα (για να παρακάμψουν τις διεθνείς κυρώσεις) που παρέλαβαν εισαγωγές τροφίμων από την Ρωσία, την Ουκρανία, την Τουρκία και τον Λίβανο. Η ρύθμιση αυτή ήταν μια κατάσταση «win-win» για τους ανθρώπους τού Άσαντ και τις ξένες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών τροφίμων στην Μαύρη Θάλασσα˙ Όλοι κατέληξαν να επωφελούνται από τον λιμό τής χώρας. Μακροπρόθεσμα, ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους οι ξένες εταιρείες μπορούν να αξιοποιήσουν την καταστροφή τής Συρίας - δεδομένου ότι κατά τα μέσα τού περασμένου έτους, πάνω από μισό εκατομμύριο σπίτια υπέστησαν ζημιές (πάνω από το ήμισυ των οποίων καταστράφηκαν ολοσχερώς) - είναι η οικοδομή. Οι κατασκευαστικές εταιρείες τής Χεζμπολάχ μπορούν να αποκτήσουν πολιτικό κεφάλαιο από την ελάφρυνση της οικονομικής επιβάρυνσης των περίπου 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων που προκύπτει από τους Σύριους πρόσφυγες στον Λίβανο (που είναι επίσης κυρίως σουνίτες και ανατρέπουν την ευαίσθητη δημογραφική ισορροπία τής χώρας σε βάρος των σιιτών). Την ίδια στιγμή, αυτές οι εταιρείες μπορούν να επωφεληθούν από την ανοικοδόμηση των σπιτιών στα οποία οι πρόσφυγες ίσως επιστρέψουν.

Η συριακή αντιπολίτευση προσπάθησε, κυρίως σε μικρή κλίμακα, να συσπειρώσει επενδυτές από την πλευρά της προκειμένου να αναπτυχθεί η οικονομία σε εκείνα τα τμήματα τής χώρας που έχει υπό τον έλεγχό της. Το Syrian Business Forum που εδρεύει στην Τουρκία είναι μια ανεξάρτητη μη κερδοσκοπική οργάνωση με σκοπό να βοηθά Σύριους επιχειρηματίες εντός και εκτός τής χώρας να δικτυώνονται μεταξύ τους. Η οργάνωση έχει χρηματοδοτήσει μαθήματα ραπτικής για τις γυναίκες μαρτύρων στην Νταράα, ένα αρτοποιείο στο Idlib, και ένα θεατρικό έργο στο στρατόπεδο προσφύγων Midyat στην Τουρκία. Ωστόσο, η κλίμακα των έργων αυτών ωχριά σε σύγκριση με εκείνη των υποστηρικτών τού καθεστώτος. Σύμφωνα με δημοσιεύματα σε εφημερίδες τής περιοχής, οι εταιρείες που εδρεύουν σε χώρες τού Περσικού Κόλπου και υποστηρίζουν την αντιπολίτευση, έχουν στείλει απεσταλμένους στον Λίβανο για να διερευνήσουν το πώς θα μπορούσαν να διαδραματίσουν έναν εποικοδομητικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της συριακής οικονομίας. Αλλά αυτές οι προσπάθειες είναι επίσης σε πολύ πρώιμα στάδια. Ο επανασχεδιασμός τής Συρίας ενώ βρίσκεται εν μέσω πολέμου μπορεί να φαίνεται αλαζονικός - και οι δυτικές εταιρείες, οι οποίες υπόκεινται ήδη στους περιορισμούς κατά του καθεστώτος, διστάζουν να εμπλακούν. Αλλά ο Άσαντ και οι σύμμαχοί του θέλουν να είναι σίγουροι ότι οι χώρες τού Κόλπου και οι Δυτικοί σύμμαχοί τους δεν θα πάρουν το προβάδισμα στην ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών, σύμφωνα με τους δικούς τους όρους και το όραμά τους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει τους αντιπάλους του να χάσουν επιρροή στην συνέχεια - ιδίως δεδομένου ότι η μετριοπαθής σουνιτική αντιπολίτευση είναι ήδη εξασθενημένη.

Προς το παρόν, ο Άσαντ φαίνεται σαν να αποκτά το πλεονέκτημα «της πρώτης κίνησης» για την ανοικοδόμηση της οικονομίας τής Συρίας. Η συριακή κυβέρνηση χρειάζεται τόσο πολιτική όσο και οικονομική βοήθεια, και τα ιρανικά, ρωσικά, κινεζικά, βορειοκορεατικά και των άλλων συμμάχων συμφέροντα την έχουν παράσχει. Με το να επενδύουν στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα, οι σύμμαχοι του Άσαντ διαλύουν την ασάφεια για το μέλλον τής μεταπολεμικής Συρίας, με το να εδραιώνουν τον έλεγχο του καθεστώτος. Η Συρία έχει γίνει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων – ένα είδος σιδηρού παραπετάσματος του εικοστού πρώτου αιώνα - και, μέχρι στιγμής, εκείνοι από την πλευρά τού Άσαντ έχουν χρησιμοποιήσει σθεναρά την οικονομική δύναμη για να διαμορφώσουν το μέλλον τής χώρας.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141940/adam-heffez-and-noam-rayda...

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.doingbusiness.org/~/media/GIAWB/Doing Business/Documents/Annual-reports/English/DB14-Full-Report.pdf
[2] http://www.bbc.com/news/world-middle-east-22831598
[3] http://www.nytimes.com/2012/05/25/world/middleeast/with-syria-in-turmoil...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr