Οι διεθνείς συνέπειες από μια σκωτσέζικη ανεξαρτησία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι διεθνείς συνέπειες από μια σκωτσέζικη ανεξαρτησία

Τι σημαίνει το δημοψήφισμα για την Καταλονία, την Ιρλανδία, την Κύπρο κ.λπ.
Περίληψη: 

Μόλις λίγες ώρες απομένουν για το δημοψήφισμα σχετικά με την ανεξαρτησία τής Σκωτίας, και το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της κάλπης, το δημοψήφισμα αυτό θα αποτελέσει διεθνές προηγούμενο και θα επηρεάσει πολλές ανοιχτές διεθνείς υποθέσεις.

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΣ είναι διδάκτωρ στο Διεθνές Δίκαιο και πρέσβης της Κύπρου στο Δουβλίνο (Ιρλανδία). Το δοκίμιο αυτό παρουσιάζει τις προσωπικές / επιστημονικές απόψεις του, υπό την ιδιότητά του ως Διεθνολόγου, και δεν αντικατοπτρίζει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο απόψεις υπό την ιδιότητά του ως Διπλωμάτη ή του Υπουργείου Εξωτερικών, του οποίου αποτελεί στέλεχος. Το δοκίμιο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης εργασίας για τις νομικές συνέπειες του δημοψηφίσματος της Σκωτίας για την ανεξαρτησία της.

Το Δημοψήφισμα για ενδεχόμενη απόσχιση ή μη της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο έρχεται σε μια ιστορική και καταλυτική συγκυρία για τα γεωπολιτικά και διεθνοταξιακά πράγματα στην Ευρώπη και όχι μόνον, αφού, τόσο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα διέρχεται μια περίοδο επαναξιολόγησης και αναζήτησης νέας ταυτότητας, όσο και η διεθνής κοινότητα κατατρύχεται από ατέρμονες διαμάχες και συγκρούσεις επαναπροσδιορισμού νέων συνοριακών διευθετήσεων, εθνοτικών, θρησκευτικών, φυλετικών και σφαιρο-επιρροϊκών διαχωρισμών.

Έτσι, το αποτέλεσμα του Σκωτσέζικου Δημοψηφίσματος, αναμένεται να επιδράσει κοσμογονικά – ιδιαίτερα σε περίπτωση θετικής του έκβασης-, αφού πολλές σοβούσες, υποβόσκουσες ή/και εκρηκτικά ακόμα καταστελλόμενες, αποσχιστικές εθνοτικές ενότητες-ομάδες προσβλέπουν στην ετυμηγορία των Σκώτων με υπαρξιακή εναγώνια προσδοκία.

Αν και κάθε αυτοτελής πολιτειακή-διοικητική ή/και αυτοπροσδιοριζόμενη ενότητα, δεν διαθέτει, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, δικαίωμα για επιδίωξη αυτοτελούς κρατικής υπόστασης, εντούτοις, πολιτικές σκοπιμότητες των εκάστοτε ισχυρών (βλέπε Κόσσοβο) [1] , όπως και πεπλανημένες, με βάση την Διεθνή Δικαιοταξία, υπερφίαλες εθνικιστικές-εθνοτικές ψευδαισθήσεις, οδηγούν κάθε εν δυνάμει αποσχιστικό μόρφωμα στο να προσβλέπει στο Σκωτσέζικο Δημοψήφισμα σαν σε ένα προηγούμενο της Διεθνούς Πρακτικής και Εθιμοταξίας.

ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ 2014

Στο μανιφέστο του για τις εκλογές στην Σκωτσέζικη Βουλή τού 2007, το Εθνικό Κόμμα των Σκωτσέζων (Scottish National Party, SNP) υποσχέθηκε να πραγματοποιήσει ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία περί το 2010 [2]. Αφού κέρδισε τις εκλογές, η ελεγχόμενη από το SNP Σκωτσέζικη Κυβέρνηση δημοσίευσε μια Λευκή Βίβλο (White Paper) με τον τίτλο: «Επιλέγοντας το Μέλλον τής Σκωτίας» (Choosing Scotland’s Future), η οποία περιέγραφε τις επιλογές σε σχέση με το μέλλον τής Σκωτίας, συμπεριλαμβανομένης και της ανεξαρτησίας [3].

Εκείνη την χρονική περίοδο, οι Σκωτσέζοι Εργατικοί, οι Σκωτσέζοι Συντηρητικοί και οι Σκωτσέζοι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες αντιτίθεντο σε ένα δημοψήφισμα που θα προσέφερε την ανεξαρτησία ως επιλογή. Στην βάση συνακόλουθης συζήτησης στην Σκωτσέζικη Βουλή, τα τρία κύρια κόμματα που αντιτίθενται στην ανεξαρτησία σχημάτισαν την Επιτροπή Calman (Calman Commission). Αυτή η Επιτροπή επανεξέτασε την μεταβίβαση εξουσίας και εξέτασε όλες τις συνταγματικές επιλογές, με εξαίρεση την ανεξαρτησία.

Τον Αύγουστο του 2009, το SNP ανακοίνωνε ότι ο «Νόμος για το Δημοψήφισμα (Σκωτία)» [the Referendum (Scotland)Bill] του 2010, θα αποτελούσε μέρος τού τρίτου νομοθετικού του προγράμματος για το 2009-10, το οποίο θα επεξεργαζόταν τις λεπτομέρειες του ερωτήματος και της διεξαγωγής ενός πιθανού δημοψηφίσματος πάνω στο ζήτημα της ανεξαρτησίας. Το Νομοσχέδιο αναμενόταν να δημοσιευτεί στις 25 Ιανουαρίου 2014 (Burns Night), με το Δημοψήφισμα να προτείνεται να διεξαχθεί στις ή περί τις 30 Νοεμβρίου 2010, την ημέρα τού Πολιούχου Αγίου τής Σκωτίας, Αγίου Ανδρέα. Το Νομοσχέδιο δεν αναμενόταν να περάσει, αφού το SNP αποτελούσε Κυβέρνηση μειοψηφίας, ενώ η αντιπολίτευση συναπαρτιζόταν απ’ όλα τα μεγαλύτερα κόμματα στην Βουλή. Τον Σεπτέμβρη τού 2010, η Σκωτσέζικη Κυβέρνηση ανακοίνωνε ότι δεν θα διεξαγόταν δημοψήφισμα πριν από τις εκλογές του 2011.

Σε συνέχεια της νίκης τού SNP κατά τις εκλογές τού 2011, η οποία έδωσε στο κόμμα απόλυτη πλειοψηφία στην σκωτσέζικη Βουλή, ο Πρώτος Υπουργός Alex Salmond δήλωνε την επιθυμία του για διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος «κατά το δεύτερο ήμισυ της Βουλής», κάτι που το τοποθετούσε στο 2014 ή στο 2015. Στις 10 Νοεμβρίου, ο David Cameron, πρωθυπουργός τού Ηνωμένου Βασιλείου, εξέτασε σχέδια για ένα καθοδηγούμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο δημοψήφισμα, «ώστε να εμποδίσει τους Σκωτσέζους εθνικιστές από το να θέσουν εκείνοι τους όρους, το ερώτημα και τον χρόνο (για το δημοψήφισμα) με τρόπο που να τους ευνοεί».

Τον Ιανουάριο του 2012, οι πολιτικοί διαφωνούσαν αναφορικά με το κατά πόσον η σκωτσέζικη Βουλή είχε την εξουσία να διεξαγάγει ένα δημοψήφισμα για ανεξαρτησία. Ένα δημοψήφισμα που θα επιδίωκε να αλλάξει το συνταγματικό καθεστώς τής Σκωτίας δεν θα ήταν νομικά δεσμευτικό για την Βουλή τού Ηνωμένου Βασιλείου, καθότι τα δημοψηφίσματα στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν μόνο συμβουλευτική αξία [4]. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριζε ότι οι όροι εντολής για κάτι τέτοιο παρέμεναν στο Westminster μέσω του Νόμου τής Ένωσης (Act of Union) του 1707, και δεν είχαν μεταβιβαστεί στην Σκωτσέζικη Βουλή, αφού το Σύνταγμα ήταν ένα από τα ζητήματα που διατηρήθηκαν στην δικαιοδοσία τής Βουλής του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με τον Νόμο για την Σκωτία (the Scotland Act) του 1998 [5]. Το Westminster θα μπορούσε να τροποποιήσει τον Νόμο για την Σκωτία οποτεδήποτε, αλλάζοντας τις εξουσίες τής σκωτσέζικης Βουλής. Αυτό το είχε πράξει στο παρελθόν, όταν τροποποίησε τον Νόμο προκειμένου να διατηρήσει τον αριθμό των Σκωτσέζων βουλευτών, ο οποίος διαφορετικά θα μειωνόταν, σύμφωνα με την μείωση των Σκωτσέζων βουλευτών στις γενικές εκλογές του Ηνωμένου Βασιλείου του 2005. Τον Ιανουάριο του 2012, ο υφυπουργός για την Σκωτία Michael Moore, και ο πρωθυπουργός τού Ηνωμένου Βασιλείου David Cameron άφηναν να εννοηθεί ότι θα συγκατατίθεντο στο να μεταβιβάσει η Βουλή τού Ηνωμένου Βασιλείου την εξουσία διεξαγωγής δημοψηφίσματος, όμως διαφωνούσαν με το SNP στον χρόνο διεξαγωγής τού δημοψηφίσματος και στην σύνθεσή του. Ο Alex Salmond και το SNP διακήρυτταν ότι η Σκωτσέζικη Βουλή ήδη διέθετε το δικαίωμα να υλοποιήσει ένα δημοψήφισμα, χωρίς να παραλάβει οποιεσδήποτε περαιτέρω εξουσίες από το Westminster [6].