Η εξέλιξη του πολιτικού συστήματος στην Βουλγαρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η εξέλιξη του πολιτικού συστήματος στην Βουλγαρία

Οι σοβαρές αποκλίσεις από το μοντέλο τής συναινετικής δημοκρατίας

Αυτή η ιστορική αναδρομή ήταν απαραίτητη για την κατανόηση του πλαισίου τής απουσίας δημοκρατικής παράδοσης στην Βουλγαρία. Σε μια περίοδο 110 χρόνων ύπαρξης του βουλγαρικού κράτους από το 1879 ως το 1989, για περίπου 65 χρόνια οι Βούλγαροι είχαν κυβερνηθεί από αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές περίοδοι ήταν κάτω από την ισχυρή πίεση των αυταρχικών τάσεων.

ΕΙΝΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ «ΕΙΔΙΚΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ»;

Ο μετασχηματισμός τού ολοκληρωτικού πολιτικού συστήματος σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα είναι ένα από τα επίπονα ζητούμενα για τον βουλγαρικό πληθυσμό. Η πλειοψηφία θεωρεί ότι η μετάβαση απέτυχε. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι πολύ χαμηλή. Η εμπιστοσύνη στην εθνοσυνέλευση-κοινοβούλιο είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με όλους τους άλλους κρατικούς θεσμούς. Η στάση ενός μεγάλου μέρους τού κοινού προς τους βουλευτές είναι αρνητική, περιφρονητική, ακόμη και επιθετική.

Αυτό το επίτευγμα έγινε πραγματικότητα μετά από 25 χρόνια πολιτικής και οικονομικής μετάβασης. Σε κάποιο βαθμό, η «μετάβαση» έγινε μια αισχρή, βρώμικη λέξη στην Βουλγαρία. Ο κύριος λόγος, φυσικά, είναι το αίσθημα της αδικίας στην διανομή τής κάποτε δημόσιας περιουσίας που ανήκε στο κράτος.

Αλλά ας συνεχίσουμε με την ανάλυση της εξέλιξης του πολιτικού συστήματος στην Βουλγαρία. Το Σύνταγμα που υιοθετήθηκε το 1991, ήταν το αποτέλεσμα ενός πολύ δύσκολου συμβιβασμού μεταξύ του πρώην κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Κόμμα και ενός μεγάλου μέρους των δυνάμεων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, ενωμένων στην Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων (UDF) - σοσιαλδημοκράτες, «αγροτικοί», «πράσινοι», φιλελεύθεροι. Μέρος τού UDF αρνήθηκε να ψηφίσει για το νέο Σύνταγμα και άρχισε μια μαζική διαμαρτυρία εναντίον του. Αργότερα, το φθινόπωρο του 1991, οι αντίπαλοι του Συντάγματος κέρδισαν τις εκλογές, αλλά δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια για να το αλλάξουν. Η αντίθεσή τους στο νέο Σύνταγμα ήταν ένα μέρος τής προσέγγισης του πολιτικού τους μάρκετινγκ για τις νέες εκλογές.

Το Σύνταγμα από το 1991 παραμένει αμετάβλητο και επέζησε μέχρι σήμερα. Από την άποψη των πολιτικών επιστημών, το αποτέλεσμα της υιοθέτησης του νέου Συντάγματος θα μπορούσε να είναι η καθιέρωση του λεγόμενου μοντέλου τής «δημοκρατίας ειδικής πλειοψηφίας», γνωστής και ως «συναινετικής δημοκρατίας» [2], [3]. Τουλάχιστον, η ιδέα των «πατέρων τού βουλγαρικού Συντάγματος» ήταν η καθιέρωση ενός μοντέλου, παρόμοιο με το συναινετικό μοντέλο, όπως έχει αναλυθεί από τον Lijphart.

Οι βασικές παράμετροι του «συναινετικού μοντέλου» είναι: Η εκτελεστική εξουσία κατανέμεται σε ευρύ συνασπισμό Υπουργείων˙ Υπάρχει ισορροπία εκτελεστικής - νομοθετικής εξουσίας˙ Υπάρχει πολυκομματικό σύστημα˙ Υπάρχει αναλογική εκπροσώπηση˙ Υπάρχουν συντεχνιακές ομάδες συμφερόντων˙ Υπάρχει αποκεντρωμένη διακυβέρνηση˙ Υπάρχει νομοθετική εξουσία δύο ισχυρών κοινοβουλευτικών σωμάτων˙ Υπάρχει συνταγματική ακαμψία – η υιοθέτηση ενός γραπτού συντάγματος˙ Υπάρχει δικαστικός έλεγχος˙ Η Κεντρική Τράπεζα είναι ανεξάρτητη [3]. Στην ανάλυσή του [2] ο Lijphart δίνει έμφαση στο «δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) τής μειοψηφίας».

Όντως, μερικές από αυτές τις παραμέτρους καθιερώθηκαν με το Σύνταγμα από το 1991. Σίγουρα, βασική είναι η αναλογική εκπροσώπηση. Η αναλογική εκπροσώπηση και το αναλογικό εκλογικό σύστημα θεωρητικά και πρακτικά πρέπει να γεννήσουν πολυκομματικά κοινοβούλια και αυτός πρέπει να είναι ο λόγος για την δημιουργία ευρέως συνασπισμού. Αυτός ο τελευταίος πρέπει να εγγυάται τον καταμερισμό τής εκτελεστική εξουσίας. Αυτό το αξίωμα έχει το κύρος νόμου στις πολιτικές επιστήμες: «Ο νόμος τού Duverger», ο οποίος αναφέρει ότι το κομματικό σύστημα είναι μια άμεση λειτουργία, ένα άμεσο αποτέλεσμα του εφαρμοσμένου εκλογικού συστήματος [4], [6].

Ακολουθώντας το «νόμο τού Duverger» η εφαρμογή τού πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος με σχετική πλειοψηφία οδηγεί στην καθιέρωση ενός δικομματικού συστήματος. (Αυτό το εκλογικό σύστημα είναι η βάση τού δικομματισμού στη Μεγάλη Βρετανία και βρίσκεται στον πυρήνα τού δημοκρατικού μοντέλου τού Westminster). Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα με απόλυτη πλειοψηφία οδηγεί στην καθιέρωση ενός λεγόμενου «σύστημα κομματικού μπλοκ». (Αυτό το εκλογικό σύστημα για παράδειγμα διαμορφώνει το σύστημα κομματικών μπλοκ στην Γαλλία). Κατά τον Duverger, το αναλογικό εκλογικό σύστημα οδηγεί σε κατακερματισμένα κοινοβούλια και κατά συνέπεια, σε κατανομή τής εκτελεστικής εξουσίας σε Υπουργεία ενός ευρέως συνασπισμού. Ο νόμος τού Duverger αποδεικνύεται από την πρακτική.

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ «ΝΟΜΟΥ DUVERGER» ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Ένα από τα παράδοξα της βουλγαρικής πολιτικής μετάβασης ήταν η αποτυχία τού «νόμου τού Duverger» να λειτουργήσει στο εθνικό πλαίσιο. Υπήρξαν τουλάχιστον δύο λόγοι για αυτό το φαινόμενο. Το πρώτο είναι το «φαινόμενο του εκκρεμούς» στην συμπεριφορά των εκλογέων κατά την περίοδο 1991-1997. Η στάση των ψηφοφόρων ως προς την πολιτική αλλαγή (δημοκρατία και οικονομία τής αγοράς έναντι ολοκληρωτικού σοσιαλισμού/κομμουνισμού) κυριολεκτικά κυμαινόταν από εξαιρετικά θετική ως εξαιρετικά αρνητική.

Ο άλλος λόγος ήταν το όριο του 4% για την απόκτηση εδρών στην Εθνοσυνέλευση και το Κοινοβούλιο. Φαίνεται να είναι μια πολύ σοβαρή επιβάρυνση για πολλά πολιτικά κόμματα και μείωσε τον κατακερματισμό τού κοινοβουλίου σε μεγάλο βαθμό.