Από τις σκιές τής Τιενανμέν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Από τις σκιές τής Τιενανμέν

Γιατί οι διαδηλωτές στο Χονγκ Κονγκ ήδη κέρδισαν
Περίληψη: 

Δεν υπάρχει τίποτα αναπόφευκτο σχετικά με τον εκδημοκρατισμό τής Κίνας. Αλλά ούτε, όπως υποστήριξε ένας πρώην αξιωματούχος τής κυβέρνησης Ομπάμα, είναι η έκκληση των φοιτητών για πραγματική δημοκρατία απλά ένα «άπιαστο όνειρο». Αυτά που καταγράφει η ιστορία είναι μεγάλες και σκληρές μάχες μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων πολιτικής ζωής και κοινωνικής τάξης, και οι φοιτητές στο Χονγκ Κονγκ έχουν ακουστεί και έχουν κάνει το όραμά τους γνωστό.

Ο JOHN DELURY είναι επίκουρος καθηγητής στην Σχολή Μεταπτυχιακών Διεθνών Σπουδών στο πανεπιστήμιο Yonsei στη Νότια Κορέα. Είναι μαζί με τον Orville Schell συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Wealth and Power: China's Long March to the Twenty-First Century. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @JohnDelury.

Το παρελθόν έχει έναν παράξενο τρόπο να αντηχεί στο παρόν, ως σαν τα πεινασμένα φαντάσματα της ιστορίας να μην σταματούν μέχρι να χορτάσουν. Κατά τις τελευταίες δύο εβδομάδες, το Χονγκ Κονγκ έχει βουτήξει όχι μόνο στην βροχή αλλά και στην ιστορία, καθώς αναπτύχθηκε ένα φοιτητικό μποϊκοτάζ σε αυτό που συνόψισε ο Gady Epstein [1] του Economist ως «η πρώτη μεγάλης κλίμακας διαδήλωση φοιτητών υπέρ τής δημοκρατίας, που ξέσπασε σε κινεζική πόλη από το 1989». Οι ομοιότητες των διαδηλώσεων και της καταστολής στην πλατεία Τιενανμέν είναι πράγματι εντυπωσιακές - και αποθαρρυντικές, δεδομένης της έκβασης εκείνης της όμορφης και τρομερής άνοιξης. Αλλά το 1989 δεν είναι η μόνη λυδία λίθος για το Κίνημα της Ομπρέλας στο Χονγκ Κονγκ. Η εξέταση του ευρύτερου ιστού των ιστορικών παραλληλισμών αποκαλύπτει ότι τα παιδιά που κατέλαβαν το κέντρο του Χονγκ Κονγκ έχουν ήδη κερδίσει.

Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν με μια απόφαση που ελήφθη στο Πεκίνο στις 31 Αυγούστου, όταν το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο επικύρωσε ένα απογοητευτικό σχέδιο για την εκλογή τού κυβερνήτη τού Χονγκ Κονγκ το 2017. ΟΙ δημοκράτες τού Χονγκ Κονγκ θέλουν η πόλη να επιλέξει τον δικό κορυφαίο αξιωματούχο μέσω λαϊκής ψήφου, αλλά η καθολική ψηφοφορία αποδείχθηκε ότι ήταν λίγο παραπάνω ριζοσπαστική από όσο μπορούσαν να ανεχθούν οι μανδαρίνοι τού Πεκίνου, σύμφωνα με τα εκατό χρόνια τής αντίστασής τους στην αυτο-διακυβέρνηση. Κινέζοι πολίτες έχουν εκλέξει τους δικούς τους εθνικούς ηγέτες μόνο μια φορά, στις δύσμοιρες εκλογές τού 1912, έναν χρόνο μετά την πτώση τής δυναστείας των Qing. Αρχικά, ο Μάο Τσε Τουνγκ είχε υποσχεθεί μια συμμετοχική, σοσιαλιστική μορφή «Νέας Δημοκρατίας», αλλά αυτό σύντομα έδωσε την θέση του σε ένα ολοκληρωτικό, από πάνω προς τα κάτω μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας. Στην δεκαετία τού 1980, ο Κινέζος ηγέτης Deng Xiaoping χορήγησε καθυστερημένα στους χωρικούς την δύναμη να εκλέγουν τους άρχοντές τους, αλλά αυτό το πρωτοποριακό πείραμα «δημοκρατίας σε επίπεδο βάσης» δεν προχώρησε ποτέ σε επίπεδο περιφέρειας ή πόλης, πόσω μάλλον στην εθνική ηγεσία.

Έτσι, οι εκλογές στο Χονγκ Κονγκ το 2017 – που σηματοδοτεί την εικοστή επέτειο της «παράδοσής» του από βρετανική αποικία σε κινεζικό προσάρτημα - θα μπορούσε να ήταν μια ιστορική ευκαιρία για την προώθηση της μακράς πορείας τής χώρας προς την αυτο-διακυβέρνηση, ένα μέλλον που οραματίστηκε για πρώτη φορά ο «Πατέρας τού Έθνους», γεννημένος στην Καντώνα επαναστάτης Sun Yat-sen (ο οποίος πήγε στο κολέγιο στο Χονγκ Κονγκ). Αντί να εμπιστευθεί στους κατοίκους τού Χονγκ Κονγκ το μεγάλο πείραμα, όμως, το Πεκίνο τους προσέφερε μια εκλογή τύπου Ποτέμκιν. Μόνο υποψήφιοι επιλεγμένοι από μια εκλογική επιτροπή 1200 ατόμων θα μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα - ένα είδος εκλογικού σώματος από την ανάποδη. Οι Κινέζοι, με άλλα λόγια, εξακολουθούν να μην απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη να επιλέξουν τους δικούς τους ηγέτες.

Κατά συνέπεια, η σκηνή στήθηκε τον Σεπτέμβριο για κάποιο είδος πολιτικής ανταπάντησης στην εντολή τού Πεκίνου. Καθώς ακτιβιστικές ομάδες όπως η Occupy Central (η απάντηση του Χονγκ Κονγκ στο Occupy Wall Street) προθερμαίνοντο για μη βίαιη αντίσταση, ήταν οι φοιτητές των λυκείων και των πανεπιστημίων που πήραν ξαφνικά το προβάδισμα μποϊκοτάροντας τα μαθήματά τους μαζικά. Ο Joshua Wong, ένας 17χρονος, μέλος τής φοιτητικής οργάνωσης Scholarism, οδήγησε τις διαδηλώσεις στο κατώφλι τού κτιρίου τού κυβερνήτη, και η αστυνομία συνέλαβε τον Wong και ψέκασε με πιπέρι τους συμπατριώτες του. Ασυναίσθητα, επανέλαβαν το ίδιο λάθος όπως το Πεκίνο τον Μάιο του 1919 και το Κομμουνιστικό Κόμμα τον Απρίλιο του 1989, όταν η κακομεταχείριση και η σύλληψη των φοιτητών απλώς τροφοδότησε μεγαλύτερες διαμαρτυρίες και μεγαλύτερη αλληλεγγύη των πολιτών. Η 40ωρη κράτηση του Wong, σε συνδυασμό με περισσότερη αστυνομική επιθετικότητα, συμπεριλαμβανομένης της ρίψης δακρυγόνων κατά του πλήθους στις 28 Σεπτεμβρίου, έφερε περισσότερους από 100.000 διαδηλωτές στους δρόμους ακριβώς την ώρα για τις διακοπές τής «Εθνικής Ημέρας» την 1η Οκτωβρίου. Οι μαθητές γιόρτασαν τα 65 χρόνια από τότε που ο Μάο ίδρυσε την Λαϊκή Δημοκρατία καταλαμβάνοντας τους δρόμους τού κέντρου τού Χονγκ Κονγκ και απαιτώντας δημοκρατία.

Εκείνο το Σαββατοκύριακο, έτυχε να είμαι στην Ταϊβάν επικεφαλής μιας ομάδας Νοτιοκορεατών φοιτητών από το Πανεπιστήμιο Yonsei για ένα διάλογο με φοιτητές στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ταϊβάν. Οι μαθητές συνέκριναν και αντιπαρέβαλαν σχέσεις μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Κορέας με την δυναμική μεταξύ της Ταϊβάν και της Κίνας. Κατέστη σαφές ότι οι συμμετέχοντες στην Ταϊβάν παρακολουθούσαν το Χονγκ Κονγκ με προσήλωση. Ένας φοιτητής παρατήρησε ότι το Χονγκ Κονγκ ήταν κάτι σαν ταϊβανέζικο «πρόβατο επί σφαγή», αποκαλύπτοντας την μοίρα τού νησιού τους οψέποτε γίνει η επανένωση. Ένας νεαρός καθηγητής περιέγραψε πώς η αύξηση του εμπορίου με την ηπειρωτική χώρα επιδεινώνει την ανισότητα στην Ταϊβάν, όπως ακριβώς και στο Χονγκ Κονγκ. Αργότερα μάθαμε ότι ώρες πριν από τον διάλογο των φοιτητών μας, καθώς ο Wong μιλούσε σε πλήθη φοιτητών στο Χονγκ Κονγκ, ένας 18χρονος ακτιβιστής τής ανεξαρτησίας τής Ταϊβάν που ονομάζεται Yen Ming-wei πέταξε το βιβλίο «Προδομένη Φορμόζα» στον πρόεδρο της Ταϊβάν, Ma Ying-jeou, για την αποτυχία να αντισταθεί στο Πεκίνο. Γραμμένο από έναν Αμερικανό αξιωματικό τής U.S. Foreign Service που στάθμευε στην Ταϊβάν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το βιβλίο περιγράφει την βίαιη καταστολή τού Κινέζου ηγέτη Τσιάνγκ Κάι-σεκ στους διαφωνούντες τής Ταϊβάν, ξεκινώντας με την διαβόητη σφαγή τής 28ης Φεβρουαρίου τού 1947.