Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ένωση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ένωση

Ποιοι την προωθούν και ποιές παγίδες κρύβει
Περίληψη: 

Η συζήτηση στην ΕΕ για μια ειδικότερη ενεργειακή Ένωση στην Ευρώπη δεν είναι καινούργια. Ωστόσο, σήμερα προωθείται περισσότερο παρά ποτέ η δημιουργία της. Η Ελλάδα θα πρέπει να αξιολογήσει την πρόταση με βάση το εθνικό της συμφέρον και να αναλάβει τις δέουσες πρωτοβουλίες.

Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΣ είναι Επισκέπτης Καθηγητής τού Δικαίου Ενέργειας στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος και πρώην Αντιπρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας. www.pfglawfirm.com, panagos@pfglawfirm.com.

Δεν πρόλαβε καλά-καλά να αναλάβει τα καθήκοντά του ως πρόεδρος του νέου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο Πολωνός πρωθυπουργός Donald Tusk, και η πρώτη του δήλωση, ευθύς με την ανακοίνωση της επιλογής του, αναφερόταν στην προώθηση της Κοινής Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Ένωσης, ως μιας εκ των βασικών δράσεων της θητείας του. Η ιδέα μιας νέας ευρωπαϊκής συνθήκης υπό την αιγίδα τής Ένωσης, βασισμένη σε μια κοινή ενεργειακή πολιτική, δεν είναι κάτι νέο. Προτάθηκε, ήδη από το 2010, από τον πρώην πρόεδρο της Επιτροπής Jacques Delors (1985-95) και στην συνέχεια από τον επίσης Πολωνό πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Jerzy Buzek (2009-12). Η υπογραφή μιας κοινής ενεργειακής συνθήκης θεωρήθηκε από τους εμπνευστές της αναγκαία, λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη, οσάκις αναφύονται διαφορές μεταξύ της Ουκρανίας, από όπου διακινείται μεγάλη ποσότητα ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη αφενός και της Ρωσίας αφετέρου, ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η ενεργειακή ασφάλεια των κρατών μελών. Αποκορύφωμα αυτού, υπήρξε η πρόσφατη και μεγαλύτερης διάρκειας κρίση μεταξύ των δυο χωρών, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η απειλή πρόσκαιρης διακοπής ή μείωσης της ροής τού ρωσικού αερίου προς τις χώρες τής ΕΕ, ιδίως λόγω και των αντιμέτρων που εν τω μεταξύ λήφθηκαν εκατέρωθεν.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Τα κύρια στοιχεία που συνιστούν την αιτιολογία και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πρότασης είναι ότι, η ΕΕ πρέπει να προχωρήσει στην ίδρυση μιας ειδικότερης κοινής αγοράς ή ένωσης μεταξύ των κρατών-μελών της, με σκοπό την διασφάλιση της διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών τους, περιλαμβανομένης και της εξόρυξης και προφανώς της χρήσης τού σχιστολιθικού αερίου και του άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας. Νοείται ότι η εν λόγω σύλληψη προσπαθεί να διασφαλίσει την επάρκεια του ενεργειακού εφοδιασμού στα εδαφικά όρια της Ένωσης, περιορίζοντας έτσι την ενεργειακή εξάρτηση των κρατών-μελών από το ρωσικό φυσικό αέριο. Στην συνέχεια, η σύλληψη εμπλουτίζεται με την θέσπιση μηχανισμών «αλληλεγγύης» στις περιπτώσεις κρίσεων που επηρεάζουν την ομαλή ροή και προμήθεια του φυσικού αερίου στα κράτη-μέλη, μέσω κοινής προμήθειας/αγοράς του, τόσο από την Ρωσία, όσο και από τρίτες πηγές [1]. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ θα πρέπει να επωμισθεί το 75% του κόστους τής κατασκευής νέων ενδοευρωπαϊκών αγωγών διακίνησης του φυσικού αερίου.

Η προώθηση της παραπάνω πρότασης μοιάζει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, επειδή θεωρητικά, από την μια καλύπτει την ανάγκη τής ΕΕ να απεξαρτηθεί από τα κράτη-μονοπώλια ενεργειακών προϊόντων και να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές, ενώ από την άλλη θεσπίζει ουσιαστικώς μια κοινή αγορά πρώτων ενεργειακών υλών που ενώ κατ’ αρχάς φαίνεται να ενεργοποιείται σε έκτακτες περιστάσεις, εντούτοις μπορεί να αποτελέσει τον πρόδρομο μιας μόνιμης ενιαίας εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου στο έδαφος της Ένωσης.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Με την προοπτική τής ανάπτυξης ενός τέτοιου νέου θεσμού, είναι σκόπιμο να επισημανθούν ορισμένα ζητήματα που μπορεί να ανακύψουν από την λειτουργία του.

Το πρώτο που θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος είναι ότι, η συγκεκριμένη σύλληψη-πρόταση, όπως τουλάχιστον φέρεται μέχρι στιγμής, έρχεται ως συνέχεια εξαγγελιών μιας σειράς «φαραωνικών» ενεργειακών έργων που οι κατά καιρούς αρμόδιοι της ΕΕ εξαγγέλλουν, είτε στην αρχή, είτε κατά την διάρκεια της θητείας τους [2]. Τα οράματα είναι καλό να υπάρχουν, αρκεί να είναι εφικτά και να μην κοστίζουν δισεκατομμύρια που τελικά επωμίζονται οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι.

Το δεύτερο είναι ότι, η συγκεκριμένη σύλληψη αγνοεί τις διαφορές στα μίγματα καυσίμου των κρατών-μελών, αλλά και τις γενικότερες, εδώ και μια εικοσαετία, δράσεις τής ΕΕ, αναφορικά με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και την εν γένει χρήση καθαρών μορφών ενέργειας για την προστασία τού περιβάλλοντος. Τα κράτη-μέλη και οι ιδιώτες έχουν επενδύσει τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια μεγάλα ποσά στην στήριξη ειδικών καθεστώτων για την διείσδυση των ΑΠΕ που παρ’ όλη την (άδικη) απαξίωσή τους εκ μέρους διαφόρων παραγόντων, η στρατηγική αυτή παραμένει στις προτεραιότητες της ΕΕ [3].

Τρίτο, η περαιτέρω εξόρυξη και χρήση τού άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας και ιδίως της ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και η προσπάθεια εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου, είναι πιθανό ότι θα επιτείνει τα περιβαλλοντικά προβλήματα, ενώ είναι γνωστό ότι η ΕΕ στέκει πεισματικά στην τήρηση των δεσμεύσεων του Πρωτοκόλλου τού Κιότο που το έχει επικυρώσει και η ίδια, ως νομική οντότητα.

Tέταρτο, η θέσπιση και η λειτουργία ενός τέτοιου συλλογικού μηχανισμού, ως προς το σκέλος τής συγκεντρωτικής αγοράς φυσικού αερίου, θα μπορούσε να είναι αντίθετη στις αρχές και τους κανόνες τού ανταγωνισμού, ιδίως υπό το καθεστώς τής απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας που ισχύει στην ΕΕ.

Πέμπτο, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι, οι κάθε φορά κρίσεις μεταξύ Ρωσίας-Ουκρανίας σε ενεργειακό επίπεδο, λήγουν συνήθως με κάποιο τρόπο, επομένως είναι αναγκαία η στάθμιση του κόστους θέσπισης μιας κοινής ενεργειακής αγοράς με την διάρκεια της κρίσης που πρόκειται να εξυπηρετήσει.

Τέλος, θα πρέπει προηγουμένως να ληφθούν μια σειρά μέτρων, προκειμένου να μην υπάρξει αλληλοκάλυψη ή εξασθένηση αρμοδιοτήτων σε σχέση με άλλα όργανα της Ένωσης, αφού η υπόθεση της διασφάλισης του ενεργειακού εφοδιασμού συνιστά υποχρέωση, τόσο των κρατών-μελών, όσο και της ιδίας τής Επιτροπής.

Η ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΗ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΦΥΟΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ