Οι παράμετροι στις εξελίξεις μεταξύ Ισραήλ - Παλαιστινίων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι παράμετροι στις εξελίξεις μεταξύ Ισραήλ - Παλαιστινίων

Τι δείχνει το εθνο-θρησκευτικό κύμα βίας στην Ανατολική Ιερουσαλήμ

Επίμονα τίθεται το ερώτημα εάν και κατά πόσον το κύμα βίαιων συγκρούσεων μεταξύ των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας και των νεαρών Παλαιστινίων διαδηλωτών στην Ανατολική Ιερουσαλήμ από τις αρχές τού Ιουλίου 2014 έως και σήμερα αποτελεί τον προάγγελο ή ακόμα και την απαρχή μιας τρίτης Ιντιφάντα. Αντιφατικές είναι οι εκτιμήσεις από τα διεθνή ΜΜΕ αλλά και από έγκυρες ισραηλινές και παλαιστινιακές πηγές, οι οποίες προσπαθούν να αποκρυσταλλώσουν τις εικόνες που εκτυλίχθηκαν τους περασμένους μήνες στους δρόμους τής Ιερουσαλήμ και που εύλογα παραπέμπουν στις ταραγμένες περιόδους τού τέλους τής δεκαετίας τού '80 και τις αρχές τής δεκαετίας τού 2000.

Η απρόσμενα αθόρυβη παρέλευση της φετινής 11ης Νοεμβρίου -ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον θάνατο του ιστορικού ηγέτη των Παλαιστινίων, Γιάσερ Αραφάτ- φώτισε ιδιαίτερες πτυχές τής σημερινής παλαιστινιακής πολιτικής πραγματικότητας. Λαμβάνοντας υπ' όψιν τα γεγονότα που μεσολάβησαν από τον περασμένο Ιούλιο, συγκρίνοντάς τα με τα κύρια χαρακτηριστικά αλλά και τα αποτελέσματα της πρώτης Ιντιφάντα του 1987 και της δεύτερης του 2000 - η απάντηση στο ερώτημα περί της απαρχής η μη μίας τρίτης παλαιστινιακής εξέγερσης, γίνεται ολοένα και πιο σαφής.

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΡΩΤΗΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΙΝΤΙΦΑΝΤΑ (1987, 2000)

Αποτιμώντας περιληπτικά την οργανωτική δομή, τα αιτήματα και τα πολιτικά αποτελέσματα της πρώτης και της δεύτερης Ιντιφάντα, μπορούμε πλέον με βεβαιότητα να καταλήξουμε στα εξής βασικά συμπεράσματα ως προς τα σημεία σύγκλησης και απόληξής τους:

1. Η οργάνωση βομβιστικών επιθέσεων και η μετεξέλιξη των αρχικά αυθόρμητων και πάνδημων διαδηλώσεων στην Δυτική Όχθη και στην Λωρίδα τής Γάζας, αποτελούσαν το αποτέλεσμα μιας καλά δομημένης επιχειρησιακής προεργασίας. Η επιλογή των στόχων, η εκπαίδευση των δραστών και ο γενικότερος συντονισμός στο πλαίσιο των μικρών τοπικών κοινωνιών – όλα αυτά προϋπέθεταν μεθοδικότητα, πυρήνες, στρατολόγηση, εκπαίδευση και τεχνικά μέσα.

2. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη Ιντιφάντα, υπήρχε σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο ως προς τους γενικότερους στόχους των κινητοποιήσεων, όσο και ως προς την επιλογή των στόχων και του χρόνου πραγματοποίησης μιας βομβιστικής επίθεσης ή διαδήλωσης. Κατά την πρώτη Ιντιφάντα είχε δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο εθνικο-απελευθερωτικό υπόβαθρο των κινητοποιήσεων - με το θρησκευτικό/μουσουλμανικό περιεχόμενο να προβάλλεται έντονα μεν, αλλά σε δεύτερο επίπεδο. Η δεύτερη Ιντιφάντα, γνωστή και ως «Ιντιφάντα του αλ-Άκσα», πέραν του εθνικο-απελευθερωτικού της χαρακτήρα, είχε αποκτήσει υπερχειλή θρησκευτική χροιά, καθότι τα γεγονότα που την πυροδότησαν σχετίζονταν με το status quo που ισχύει επί των μουσουλμανικών Ιερών Προσκυνημάτων στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ έναντι των αντίστοιχων εβραϊκών αιτημάτων λατρείας επί του Όρους των Τεμενών (ή, κατά την εβραϊκή ορολογία, επί του «Όρους τού Ναού»).

3. Η παλαιστινιακή κοινωνία στα μεγάλα αστικά κέντρα και στα χωριά τής Δυτικής Όχθης και στην Λωρίδα τής Γάζας, ανεξάρτητα από την κατά τόπους ταξική, οικονομική και ηλικιακή της διαστρωμάτωση, επέδειξε ενότητα ιδεολογική και επιχειρησιακή τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά την δεύτερη Ιντιφάντα. Ακόμα και σε περιοχές, τις οποίες η ισραηλινή κρατική μηχανή ήλεγχε αποτελεσματικότερα, όπως π.χ. την Ιερουσαλήμ, ήταν σαφής η ιδεολογική συστράτευση του αραβικού στοιχείου και την εκδήλωνε με όσα μέσα είχε στην διάθεσή του. Έτι περαιτέρω, ενεργός ήταν η συμμετοχή των αραβικής καταγωγής Ισραηλινών πολιτών κατά την δεύτερη Ιντιφάντα του 2000, γεγονός το οποίο δηλητηρίασε την συλλογική μνήμη Εβραίων και Αράβων υπηκόων του ισραηλινού κράτους και ιδιαίτερα τις νέες γενιές που βίωσαν το κλίμα εθνο-θρηκευτικής πόλωσης που διαφάνηκε έντονα τότε – και που έκτοτε δεν ξεχάστηκε.

4. Τόσο η πρώτη Ιντιφάντα τού 1987 όσο και η δεύτερη του 2000 επέφεραν σημαντικές πολιτικές ανακατατάξεις, οι οποίες αναμφισβήτητα προσέδωσαν μια νέα και αποφασιστική τροπή στην αραβοϊσραηλινή διένεξη. Συγκεκριμένα, με τη λήξη της πρώτης (περισσότερο «εθνικής») Ιντιφάντα, είχαν αποκρυσταλλωθεί οι διεθνείς και περιφερειακές συνθήκες που επέτρεψαν την σύγκληση της Διάσκεψης της Μαδρίτης το 1991, την διεθνή νομιμοποίηση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ως νόμιμης εκπροσώπου τού Παλαιστινιακού λαού ως προς την διεθνή κοινότητα όσο και ως προς το Ισραήλ, την υπογραφή των Συμφωνιών τού Όσλο και του Οδικού Χάρτη για την αραβο-ισραηλινή ειρήνη επί τη βάσει τής αρχής «δύο έθνη - δύο κράτη», και τέλος, την σύσταση της Παλαιστινιακής Αρχής με έδρα της την Ραμάλα. Αντίστοιχα, με τη λήξη της δεύτερης (περισσότερο «θρησκευτικής») Ιντιφάντα, που σημαδεύτηκε από τον θάνατο του Γιασέρ Αραφάτ στις 11.11.2004, διαφάνηκαν τα πρώτα βήματα του παλαιστινιακού κοινοβουλευτικού βίου και μοιραίως τέθηκαν παραταξιακές ενδο-παλαιστινιακές διαχωριστικές γραμμές. Με αφετηρία το θρησκευτικό υπόβαθρο της δεύτερης Ιντιφάντα, ήταν καθ' όλα αναμενόμενο να ενισχυθεί το θρησκευτικό κίνημα της Χαμάς. Η εκλογική αναμέτρηση του 2006 σε συνδυασμό με την μη εμπέδωση από την κοινή γνώμη των κοινοβουλευτικών θεσμών, είχαν ως αποτέλεσμα την βίαιη πολιτική και κοινωνική διάσπαση του παλαιστινιακού στοιχείου, με την Γάζα να ελέγχεται από την ισλαμιστική απομονωτική Χαμάς αφ΄ενός και αφ' ετέρου την διεθνώς αναγνωρισμένη Παλαιστινιακή Αρχή να διοικείται από την παράταξη της Φατάχ, που σαφώς υιοθέτησε εκκοσμικευμένες κοινωνικές και διοικητικές δομές.

5. Πέραν των ανωτέρω, ο κυριότερος παράγοντας που καθόρισε σε καταλυτικό βαθμό την ίδια την ύπαρξη και των δύο παλαιστινιακών εξεγέρσεων ήταν η καθαυτή ύπαρξη ενός ηγέτη. Ο ηγέτης αυτός - τόσο κατά την πρώτη, όσο και κατά την δεύτερη Ιντιφάντα - δεν ήταν άλλος από τον Γιασέρ Αραφάτ, μια προσωπικότητα που κατείχε τα ηνία τής παλαιστινιακής ηγεσίας τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε πολιτικό επίπεδο καθ' όλη την διάρκεια της αραβοϊσραηλινής διαμάχης, από τις αρχές τής δεκαετίας τού '50 έως και τον θάνατό του, το 2004. Χωρίς την δική του παρουσία, θα ήταν πραγματικά δύσκολο έως αδύνατο ο σημερινός ερευνητής να φανταστεί ποια θα ήταν η έκβαση των γεγονότων στο Παλαιστινιακό ζήτημα, ποια μορφή θα είχαν προσλάβει τα κατά καιρούς παλαιστινιακά αιτήματα, με ποιους τρόπους θα εκδηλώνονταν και με ποιόν τρόπο θα αντιμετωπίζονταν από το ισραηλινό κράτος, από τις ξένες δυνάμεις αλλά – το σπουδαιότερο- από την αραβική και την διεθνή κοινή γνώμη.

Η ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝ. ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΤΟ 2014

Η δολοφονία των τριών εβραίων νεαρών μαθητών θεολογικής σχολής από δύο Παλαιστινίους κατοίκους τής Χεβρώνας αποδείχθηκε μοιραία για τα γεγονότα που σημάδεψαν τις εξελίξεις στις σχέσεις Ισραήλ και Παλαιστινίων στην Ιερουσαλήμ, από τον Ιούλιο του 2014 και εντεύθεν. Με την εθνοτική ένταση ανάμεσα στο εβραϊκό και αραβικό στοιχείο τής Ιερουσαλήμ να αυξάνεται επικίνδυνα μετά την είδηση της απαγωγής, του τρόπου εκτέλεσης και του εντοπισμού των τριών θυμάτων, τα αντίποινα από εβραϊκής πλευράς δεν άργησαν να εκδηλωθούν.

Ο 16χρονος Μωχάμαντ Αμπού-Χντερ, κάτοικος της αραβικής συνοικίας Σουαφάτ στον ανατολικό τομέα τής πόλης δολοφονήθηκε από Εβραίους νεαρής ηλικίας και η ανακάλυψη της απανθρακωμένης σορού του πυροδότησε την έναρξη συνεχών και καθημερινών συγκρούσεων μεταξύ Αράβων νεαρών διαδηλωτών και ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας, την νύχτα τής 2ας Ιουλίου 2014. Το ίδιο βράδυ οι αραβικές συνοικίες Σουαφάτ, Μπετ Χανίνα, Ατ-Τουρ, Τζάμπ-ελ-Μουκάμπερ και Σιλουάν συνταράσσοντο από μαζικές διαδηλώσεις κάθε βράδυ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την δολοφονία τού Αμπού-Χντερ. Οι διαδηλώσεις είχαν αρχίσει ακριβώς μια εβδομάδα πριν από την έναρξη της ένοπλης σύρραξης Ισραήλ-Χαμάς (7.7.2014) και συνεχίστηκαν και τις επόμενες οκτώ εβδομάδες, κατά την διάρκεια των οποίων αφ’ ενός ο ισραηλινός στρατός πραγματοποιούσε αεροπορικές και χερσαίες επιχειρήσεις στην Γάζα και αφ' ετέρου η Χαμάς εκτόξευε ρουκέτες σε αστικά κέντρα σε όλη την ισραηλινή επικράτεια, συμπεριλαμβανομένης και της ευρείας περιοχής τής Ιερουσαλήμ. Μετά την λήξη τής ένοπλης σύρραξης Ισραήλ-Χαμάς, οι διαδηλώσεις στην Ανατολική Ιερουσαλήμ κατά των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας συνεχίζοντο με αμείωτη ένταση. Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούντο κατά κύριο λόγο στις βραδινές ώρες και αποκλειστικά στις αραβικές γειτονιές, έδωσαν την θέση τους σε επιθέσεις κατά τις οποίες τραυματίσθηκαν θανάσιμα Ισραηλινοί πολίτες σε συγκοινωνιακές αρτηρίες που βρίσκονταν στον δυτικό-εβραϊκό τομέα τής πόλης.

Το κλίμα έντασης αυξήθηκε ακόμα περισσότερο όταν Εβραίοι έποικοι εγκαταστάθηκαν σε πολυκατοικίες που βρίσκονταν στην καρδιά τής αραβικής συνοικίας Σιλουάν ενώ παράλληλα ακτιβιστές τής ισραηλινής θρησκευτικής δεξιάς με την πολιτική στήριξη του υπουργού Οικονομίας της παρούσας κυβέρνησης συνασπισμού Ναφτάλι Μπένετ, στελεχών τού κόμματός του «Εβραϊκή Εστία» αλλά και βουλευτών τής δεξιάς πτέρυγας του κόμματος της κυβερνώσας πλειοψηφίας Λικούντ, έθεσαν ως πρώτο θέμα τής πολιτικής τους ατζέντας την αλλαγή τού status quo στο «Όρος των Τεμενών» ή «Όρος τού Ναού» προκειμένου να επιτραπεί σε Εβραίους πιστούς να προσεύχονται πλησίον του τζαμιού αλ-Ακσά και του Τεμένους τού Ομάρ – δικαίωμα το οποίο αποδίδεται αποκλειστικά σε Μουσουλμάνους. Η απόπειρα δολοφονίας δεξιού Εβραίου θρησκευόμενου ακτιβιστή, που ηγείται εδώ και χρόνια πολιτικής εκστρατείας υπέρ της μεταβολής τού εθιμικού status quo στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ και της απόκτησης περισσοτέρων δικαιωμάτων λατρείας των Εβραίων στην περιοχή, ενίσχυσε τον θρησκευτικό χαρακτήρα τού κύματος εθνοτικής βίας που ήδη συντάρασσε την πόλη.

Από την έναρξη των εθνοτικών βίαιων συγκρούσεων μεταξύ αράβων νεαρών της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας, παρατηρούνται τα εξής:

1. Οι συγκρούσεις στην πόλη άρχισαν με αφορμή την δολοφονία Αμπού-Χντερ, με αποτέλεσμα το κοινωνικό προφίλ τού θύματος να έχει καθορίσει εν πολλοίς και το προφίλ τού μέσου Άραβα νεαρού διαδηλωτή και δράστη ενόπλων επιθέσεων. Λαμβάνοντας υπ' όψιν τις περιοχές στις οποίες παρατηρείται ο κύριος όγκος των συγκρούσεων, η ηλικία τού μέσου Άραβα Μουσουλμάνου διαδηλωτή δεν υπερβαίνει τα 25 έτη, τηρεί μια ισορροπημένη στάση έναντι της μουσουλμανικής θρησκείας, έχει ικανοποιητικό εκπαιδευτικό υπόβαθρο και προέρχεται τόσο από τις υποβαθμισμένες συνοικίες τής νότιας και ανατολικής Ιερουσαλήμ όσο και από τις περισσότερο ανεπτυγμένες οικονομικά αστικές συνοικίες τού βορειοανατολικού αραβικού τομέα τής πόλης. Το κοινωνικό υπόβαθρο του μέσου διαδηλωτή χαρακτηρίζει το επίπεδο του μέσου νεαρού άγαμου άραβα μουσουλμάνου αστού τής Ιερουσαλήμ – που διαφέρει κατά πολύ από τον ίδιας ηλικίας παλαιστινιακό πληθυσμό στις υπόλοιπες πόλεις τής Δυτικής Όχθης και της Γάζας, ως επίσης και από τον μέσο Άραβα Ισραηλινό υπήκοο, που είναι περισσότερο ενταγμένος στην σύγχρονη ισραηλινή κοινωνία.

2. Τόσο μετά την δολοφονία Αμπού-Χντερ (2-7.7.2014) όσο και κατά την διάρκεια της σύρραξης Ισραήλ-Χαμάς (7.7.2014-26.8.2014), ο χαρακτήρας των επεισοδίων στην Ιερουσαλήμ είχε εθνοτικό περιεχόμενο. Στην συνέχεια, όταν ετέθη έντονα το ζήτημα μεταβολής τού status quo στο Όρος των Τεμενών εκ μέρους τής ισραηλινής θρησκευτικής δεξιάς, τότε οι συγκρούσεις έλαβαν επιπλέον θρησκευτική χροιά, παρακινώντας άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και έγγαμα –και άρα κοινωνικώς καταξιωμένα, κατά τα αραβικά ειωθότα- να προβούν σε ένοπλες επιθέσεις κατά ισραηλινών πολιτών στον εβραϊκό τομέα της πόλης, προς τον οποίον έχουν ελεύθερη πρόσβαση.

3. Παρά την μεγάλη χρονική διάρκεια και συνεχή ένταση των επεισοδίων, δεν παρατηρήθηκε συγκεκριμένος οργανωτικός μηχανισμός, δυνάμει του οποίου επιλέγονται συγκεκριμένοι στόχοι, κινητοποιούνται πυρήνες εκπαιδευτών ή στρατεύονται μαχητές πόλεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δοθεί στην δημοσιότητα, οι επιθέσεις με ΙΧ αυτοκίνητα, με μαχαίρια ή πέτρες κατά Ισραηλινών πολιτών δεν πραγματοποιούνταν σύμφωνα με κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Έτι περαιτέρω, η πλειοψηφία των δραστών ήταν περισσότερο συμπαθούντες παρά οργανωμένα μέλη ένοπλων ομάδων ή παρατάξεων – γεγονός το οποίο καθιστά ακόμα δυσκολότερη την σκιαγράφηση του προφίλ ενός πιθανού δράστη.

4. Με την αύξηση του θρησκευτικού χαρακτήρα των διαμαρτυριών, εντάθηκαν και οι δηλώσεις για την προάσπιση του ισχύοντος θρησκευτικού status quo τόσο εκ μέρους τής Παλαιστινιακής Αρχής δια στόματος του προέδρου της Μαχμούντ Αμπάς, όσο και εκ μέρους της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. Παρ' όλα αυτά, και παρά τις ανακοινώσεις τής Χαμάς ή του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) ότι οι δράστες επιθέσεων ανήκουν στους κόλπους τους, οι βίαιες αναμετρήσεις των Αράβων νεαρών τής πόλης πόρρω απέχουν από το να προσλάβουν παραταξιακό πρόσημο. Σε αντίθετη περίπτωση, η επικρατούσα παράταξη θα είχε ήδη διακηρύξει την έναρξη της τρίτης Ιντιφάντα, δεδομένου ότι έχουν ήδη παρέλθει πέντε μήνες ταραχών. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύει ότι, παρά την μεγάλη διάρκεια, συχνότητα και ένταση των επεισοδίων, δεν έχει ακόμα αναδειχθεί συγκεκριμένος ιδεολογικός φορέας, ηγέτης ή πολιτικός εκφραστής συλλογικών αιτημάτων, που θα μπορούσε να παρακινήσει το παλαιστινιακό στοιχείο στην Ιερουσαλήμ, στην Δυτική Όχθη, στην Γάζα και εντός τής ισραηλινής επικράτειας σε μια εκτεταμένη εθνική κινητοποίηση.

Επομένως, ο όρος «Ιντιφάντα» υπό την έννοια που έγινε γνωστός κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, θα πρέπει να θεωρηθεί παρωχημένος ως προς την συγκεκριμένη ιδιόμορφη κατάσταση εθνο-θρησκευτικής βίας τού αραβικού στοιχείου τής Ιερουσαλήμ έναντι του εβραϊκού.

Το συμπέρασμα αυτό δεν ανάγεται σε συγκεκριμένη ιδεολογικοπολιτική επιλογή, ούτε εκπορεύεται από διάθεση υποτίμησης της σημασίας των επεισοδίων βίας που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Η έλλειψη οργανωτικής δομής, η απουσία σταθερά εκπεφρασμένης ιδεολογικής γραμμής και η απουσία συγκεκριμένων πολιτικών στόχων – όλα αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αραβικών κινητοποιήσεων στην σημερινή Ανατολική Ιερουσαλήμ, δεν συγκλίνουν στην έννοια της Ιντιφάντα που είχε γνωρίσει η τότε επικαιρότητα.

ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ

Φαίνεται πως κατά την παρούσα παλαιστινιακή πολιτική πραγματικότητα, ούτε ο πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς ούτε οι αξιωματούχοι τού πολιτικού ή του στρατιωτικού σκέλους τής Χαμάς δεν είναι σε θέση να ισχυρισθούν πως ελέγχουν ή ηγούνται του κύματος βίας των τελευταίων μηνών. Συγκεκριμένα:

Όσον αφορά το πολύ περιορισμένο εύρος πολιτικών ελιγμών της Παλαιστινιακής Αρχής και του Προέδρου Μαχμούντ Αμπάς κατά την παρούσα συγκυρία, είναι χρήσιμο να επισημανθούν τα εξής:

Πρώτον, η Παλαιστινιακή Αρχή, λόγω της μετριοπαθούς στάσης που επιδεικνύει από τη σύστασή της έως και σήμερα, δεν κατάφερε να εμπεδώσει στην παλαιστινιακή κοινή γνώμη ότι πράγματι συνεχίζει το επαναστατικό πνεύμα τού πρώτου της προέδρου. Το γεγονός ότι αποτελεί τον μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο πολιτικό εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού δεν φαίνεται να της προσδίδει τον ίδιο σεβασμό στα μάτια των κατοίκων τής Δυτικής Όχθης, πέραν του γεγονότος ότι η διοικητική της ύπαρξη αφ' ενός εξασφαλίζει την απορρόφηση οικονομικών πόρων από το εξωτερικό και αφ' ετέρου προάγει την οικονομική ανάπτυξη μιας συνεχώς αναδεικνυόμενης φιλο-καθεστωτικής μεσαίας αστικής τάξης στα αστικά κέντρα τής Δυτικής Όχθης. Όσα οφέλη προκύπτουν στις άλλες παλαιστινιακές πόλεις από καθαυτή την ύπαρξη της Παλαιστινιακής Αρχής - δεν γίνονται αισθητά στην αραβική κοινωνία τής Ανατολικής Ιερουσαλήμ.

Επίσης, η Παλαιστινιακή Αρχή συνεχίζει να είναι δέσμια των συμφωνιών τού Όσλο και του Οδικού Χάρτη, δυνάμει των οποίων το τελικό πολιτικό στάτους τής Ιερουσαλήμ θα τεθεί προς συζήτηση μόνο εφόσον θα έχουν επιλυθεί όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που σχετίζονται με την επίλυση της αραβοϊσραηλινής διένεξης επί τη βάσει «δύο έθνη-δύο κράτη». Αυτό το δεδομένο έχει ως αποτέλεσμα ότι η κυβέρνηση της Ραμάλα επί της ουσίας και υπό τις παρούσες συνθήκες είναι ουσιαστικά αναρμόδια και κυρίως αδύναμη να εκφέρει αποτελεσματικό πολιτικό λόγο ως προς το τι συμβαίνει στην Ιερουσαλήμ, όχι μόνο ως προς την οικιστική ισραηλινή δραστηριότητα αλλά και ως προς την αραβική κοινωνία του ανατολικού τομέα. Η αραβική κοινή γνώμη τής Ανατολικής Ιερουσαλήμ έχει πλήρη επίγνωση αυτής της αδυναμίας, με αποτέλεσμα να μην θεωρεί την Παλαιστινιακή Αρχή ως τον φορέα εκείνο που θα συνδράμει στην ικανοποίηση των αιτημάτων της, ή ότι έστω θα νομιμοποιείται πολιτικά να μιλήσει επ' ονόματί της.

Ακόμη, η Παλαιστινιακή Αρχή εκ των πραγμάτων, και λόγω της διεθνούς της αναγνώρισης, δεν είναι σε θέση να απεκδυθεί της οιονεί κρατικής της οντότητας και να μεταλλαχθεί εκ νέου σε μια επαναστατική ΟΑΠ της δεκαετίας τού '80. Μπορεί να αφήνει τους αξιωματούχους και τα ΜΜΕ της να εκφράζουν τα συνθήματα της δεκαετίας εκείνης, επισήμως όμως, εάν υιοθετήσει μια τέτοια επαναστατική γραμμή και στηρίξει μια νέα «Ιντιφάντα», το μόνο που θα μπορέσει να επιτύχει είναι βαθμιαία να χάσει την διεθνή της υπόσταση και να εξομοιωθεί είτε με τη διεθνώς απομονωμένη Χαμάς είτε ακόμα και με άλλες ακραίες εκφάνσεις του πολιτικού Ισλάμ, από το οποίο η Δύση αυτήν την χρονική συγκυρία δείχνει να απειλείται.

Από την άλλη πλευρά, ούτε και η Χαμάς υπό την παρούσα πραγματικότητα δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ηγηθεί μιας τρίτης Ιντιφάντα για τους εξής λόγους :

Ο απόηχος της ένοπλης σύρραξης με το Ισραήλ το καλοκαίρι του 2014 βρίσκει το στρατιωτικό σκέλος τής Χαμάς εξαιρετικά αποδυναμωμένο. Το συμπέρασμα αυτό δεν συνάγεται τόσο από το ούτως ή άλλως αναμενόμενο αποτέλεσμα που θα είχε η έκβαση της σύρραξης αυτής, όσο από το ότι σήμερα η Χαμάς, περισσότερο από ποτέ, είναι διπλωματικά και στρατιωτικά απομονωμένη. Το Ιράν έχει ήδη τεθεί σε μια ολοένα αυξανόμενη φιλοδυτική τροχιά και η Αίγυπτος των Αδελφών Μουσουλμάνων τού πρώην προέδρου τής Αιγύπτου, Μοχάμεντ Μόρσι αποτελεί οριστικό παρελθόν. Οι πυρήνες που διατηρούσε στις πόλεις τής Δυτικής Όχθης έχουν συλληφθεί από τον ισραηλινό στρατό κατά την διάρκεια της αναζήτησης των δραστών τής τριπλή δολοφονίας των Εβραίων νεαρών στα τέλη τού Ιουνίου 2014. Επιπλέον, θα ήταν αφελές να θεωρηθεί ότι με την υπογραφή τής συμφωνίας επαναπροσέγγισης Φατάχ-Χαμάς, το «βαθύ κράτος» τής Φατάχ έπαψε να υφίσταται. Ως εκ τούτου, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της Χαμάς στην Ανατολική Ιερουσαλήμ είναι ακόμα πιο αδύναμη απ' ό,τι στο παρελθόν.

Η απουσία πατρόνων αλλά και η οικονομική αδυναμία να ανταπεξέλθει σε βασικές μισθοδοτικές υποχρεώσεις του διοικητικού της μηχανισμού, κατέστησαν την Χαμάς πλήρως εξαρτώμενη από την Ραμάλα. Η πολιτική ηγεσία τής Χαμάς είναι δεσμευμένη από την εξαιρετικά αθόρυβη κυβέρνηση εθνικής συμφιλίωσης, η καθαυτή παρουσία τής οποίας, όμως, υπενθυμίζει έντονα ότι η εφαρμογή των συμφωνημένων με την Παλαιστινιακή Αρχή αποτελεί οικονομικό και πολιτικό μονόδρομο. Υπό τέτοια ισχυρή –και καθ' όλα ειρηνική- πίεση, η Χαμάς, ακόμα και αν το επιθυμούσε, δεν θα μπορούσε υπό την παρούσα συγκυρία να στηρίξει έναν παλλαϊκό αγώνα διαρκείας κατά του Ισραήλ – πολλώ μάλλον όταν δεν έχει την δυνατότητα να ορίσει για την αραβική κοινωνία τής Ιερουσαλήμ στόχους επιτεύξιμους και ρεαλιστικούς πολιτικά, εδαφικά ή έστω ιδεολογικά.

Παρ' όλα αυτά, παρά την αδυναμία τόσο της Φατάχ όσο και της Χαμάς να αναλάβουν ουσιαστική δράση, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η εθνοτικο-θρησκευτική ένταση στην Ανατολική Ιερουσαλήμ υπάρχει. Η αραβική κοινωνία τής πόλης βρίσκεται σε αναβρασμό και το σημερινό φαινόμενο απουσίας παλαιστινιακής ηγεσίας δεν θα διαρκεί επ' άπειρον. Οι έντονες δηλώσεις που ακούγονται είτε από την Ραμάλα και τον πρόεδρο Αμπάς, είτε από τους εκπροσώπους τού πολιτικού και του στρατιωτικού σκέλους τής Χαμάς, έδειξαν ότι τελικά δεν κατάφεραν να πείσουν τους Άραβες διαδηλωτές τής Ιερουσαλήμ να τεθούν υπό παραταξιακή καθοδήγηση.

Από την άλλη πλευρά, η ισραηλινή κρατική μηχανή, όσο οργανωμένη και να έχει αποδειχθεί στην αντιμετώπιση παρόμοιων φαινομένων, γνωρίζει ότι είναι πολύ πιο δύσκολο να θέσει υπό έλεγχο ένα νεαρό πλήθος που διέπεται από έντονο θρησκευτικό αίσθημα, δεν υπακούει σε παραδοσιακούς επιχειρησιακούς μηχανισμούς, δεν δρα βάσει σχεδίου και ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμο να επιτεθεί σε κάθε συγκοινωνιακό κόμβο κατά πολιτών, οπουδήποτε, οποτεδήποτε, στο φως τής μέρας, αψηφώντας κάμερες ασφαλείας και δυνάμεις προληπτικής καταστολής.

Οι αυθόρμητες αυτές ένοπλες επιθέσεις, που μαρτυρούν κενό ηγεσίας και η καθαυτή απουσία ενός «επίσημου εχθρού» στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, δεν προάγει τις ισραηλινές επιδιώξεις σε επιχειρησιακό επίπεδο. Οι ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας, έχοντας ήδη αντιμετωπίσει την πρώτη και την δεύτερη Ιντιφάντα, είναι έμπειρες στο να θέτουν υπό έλεγχο τον οργανωτικό μηχανισμό και την διασύνδεση των κατά τόπους πυρήνων που εργάζονται για την εκτέλεση ένοπλων επιχειρήσεων. Όταν, όμως, ένας τέτοιος μηχανισμός δεν υπάρχει, η πείρα τού παρελθόντος αποδεικνύεται ανεπαρκής.

Η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ

Υπό το φως των εξελίξεων των τελευταίων πέντε μηνών, και με δεδομένη την έλλειψη παλαιστινιακής ηγεσίας ικανής να κατευθύνει –επομένως και να θέσει υπό τον έλεγχό της- τους Άραβες διαδηλωτές τής Ανατολικής Ιερουσαλήμ, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει η ξαφνική επιλογή να αναβαθμισθεί ο ρόλος τού ιορδανικού παράγοντα στα τεκταινόμενα. Στις 13 Νοεμβρίου 2014 πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικά η τριμερής συνάντηση κορυφής στο Αμμάν τής Ιορδανίας μεταξύ του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Τζον Κέρι, του Ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου και του Ιορδανού μονάρχη Αμπντάλλα Β'. Ήταν ενέργεια που κρίθηκε αρχικά ως σπασμωδική, θα μπορούσε όμως να αποδειχθεί ως η πλέον ρεαλιστική υπό την παρούσα συγκυρία.

Η ιορδανική ηγεσία κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια αντιμετωπίζει πολύ λεπτές ισορροπίες με τους Άραβες γείτονές της, καλούμενη να αντέξει το βάρος εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από την Συρία και το Ιράκ, να προετοιμάζεται πυρετωδώς ενόψει της απειλής να εξαπολύσει επίθεση εναντίον της το Ισλαμικό Κράτος, ενώ συγχρόνως ο μόνιμος κίνδυνος εσωτερικής αποσταθεροποίησης δεν απομακρύνεται ποτέ. Η εδώ και δεκαετίες πίεση προς το παλάτι εκ μέρους των τοπικών εκφραστών τού πολιτικού Ισλάμ δεν είναι αμελητέα, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να προβεί τελευταία σε πράξεις αντιπερισπασμού, θέλοντας να πείσει την ιορδανική κοινή γνώμη ότι η πιστή συμπόρευση με την Δύση δεν έχει σκοπό να απαρνηθεί κοινωνικά ριζωμένες θρησκευτικές αξίες. Ενδεικτική είναι η πρόσφατη αναγνώριση της Πρωτοχρονιάς τής Εγίρας ως εθνική αργία –αίτημα το οποίο δεν ικανοποιείτο από το βασιλικό καθεστώς επί δεκαετίες- ως επίσης και η θεαματική ανάκληση του Ιορδανού πρέσβη στο Τελ Αβίβ με αφορμή τις πρόσφατες αναταραχές στην Ιερουσαλήμ – παρά τις προγραμματισμένες εορταστικές εκδηλώσεις για την συμπλήρωση 20 χρόνων από την υπογραφή συνθήκης ειρήνης με το εβραϊκό κράτος. Τα γεγονότα αυτά αποδεικνύουν την εγρήγορση του ιορδανικού καθεστώτος σε ό,τι θα μπορούσε να τονίσει την λαϊκή δυσαρέσκεια ως προς τις επιλογές τής καθαρά φιλοδυτικής περιφερειακής πολιτικής τής χώρας.

Με γνώμονα τις ιδιαίτερα δύσκολες ως προς την διαχείρισή τους συνθήκες, η πιθανότητα μεταβολής τού status quo στο «Όρος των Τεμενών» στην -ιορδανική άλλοτε- Παλιά Πόλη τής Ιερουσαλήμ, οι αραβικές διαμαρτυρίες και οι ένοπλες επιθέσεις και αντεκδικήσεις, αναμφίβολα μπορούν να αποτελέσουν τον καταλύτη για την ενεργοποίηση αλυσιδωτών εκρηκτικών αντιδράσεων στο εσωτερικό τής Ιορδανίας. Η Ιορδανία, αφ' ενός από την ήττα της στον Πόλεμο του 1967 δεν ασκεί κρατική εξουσία στον ανατολικό τομέα τής πόλης και αφ' ετέρου από την 31 Ιουλίου 1988 έχει απεκδυθεί των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της Δυτικής Όχθης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ υπέρ των Παλαιστινίων. Ωστόσο, η Ιορδανία δεν απέκοψε την ιεραρχική της σχέση με τους μουσουλμανικούς θρησκευτικούς φορείς της πόλης και το ιορδανικό Σύνταγμα συνεχίζει μέχρι σήμερα να εγγυάται την απρόσκοπτη λειτουργία των θρησκευτικών φορέων που εδρεύουν στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι καθ' όλη την διάρκεια της 47ετούς απουσίας της από την πόλη, η κυβέρνηση του Αμμάν διατηρεί την διεισδυτικότητά της στα θρησκευτικά κέντρα λήψεως αποφάσεων – δυνατότητα την οποία το ισραηλινό κράτος ουδέποτε θέλησε να αποτρέψει ή να αμφισβητήσει, είτε πριν είτε μετά την υπογραφή συνθήκης ειρήνης τού 1994.

Δεδομένων των ανωτέρω, η φαινομενικά απρόσμενη ενίσχυση του ξεχασμένου ιορδανικού παράγοντα κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Όπως επίσης, δεν ήταν τυχαία η θετική ανταπόκριση του ιορδανού μονάρχη να αποδεχθεί ακόμα μια πολιτική ευθύνη με δυσδιάκριτα θεσμικά όρια επί εδάφους που δεν ελέγχει κυριαρχικά – η οποία όμως θα του εξασφαλίσει πολύτιμες για το καθεστώς του εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Κατά την διάρκεια των τελευταίων πέντε μηνών οι ισραηλινές Αρχές διαπιστώνουν την ανυπαρξία οργανωτικού μηχανισμού των ενόπλων επιθέσεων που πραγματοποιούν νεαροί Άραβες κάτοικοι της Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Μάταια οι αρχηγοί σχεδόν όλων των ισραηλινών πολιτικών κομμάτων αναζητούν τους πρωταίτιους στην Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία έχει αποδείξει ότι δεν είναι σε θέση ούτε να ελέγξει, αλλά ούτε και να κατευθύνει τους δράστες. Συγχρόνως, το αραβικό στοιχείο τής Ιερουσαλήμ, από την πλευρά του, έχει επίγνωση ότι δεν εκπροσωπείται ούτε από την μετριοπαθή Παλαιστινιακή Αρχή αλλά ούτε και από την αδύναμη επιχειρησιακά Χαμάς. Υφίσταται κενό ηγεσίας και όλες οι πλευρές γνωρίζουν πως αποτελεί ζήτημα χρόνου αυτό το κενό να αναπληρωθεί.

Η έλλειψη οργανωτικού σχεδιασμού και εκτέλεσης επιθέσεων εκ μέρους των Παλαιστινίων αποτελεί υπό τις παρούσες συνθήκες την μεγαλύτερη δυσκολία που καλούνται να αντιμετωπίσουν επιχειρησιακά οι ισραηλινές Αρχές. Η υιοθέτηση διοικητικών αντιποίνων που ανάγονται στην εποχή τής Βρετανικής Εντολής δύσκολα θα αποκαταστήσουν τις χαμένες ισορροπίες. Από την άλλη, τόσο η Παλαιστινιακή Αρχή όσο και οι ένοπλες παλαιστινιακές οργανώσεις αντιμετωπίζουν πλέον καθαρά τον κίνδυνο αποξένωσής τους από την λαϊκή τους βάση, παρατηρώντας και εκείνες αμήχανα την εξέλιξη των αυθόρμητων αιματηρών επιθέσεων και την όξυνση της κατάστασης, προσπαθώντας να ακολουθήσουν τις εξελίξεις εκ των υστέρων, με δηλώσεις συμπαράστασης ή ανακοινώσεις περί του ιδεολογικού υποβάθρου των δραστών.

Με δεδομένη την απουσία πολιτικής παλαιστινιακής ηγεσίας ικανής να ελέγξει το αραβικό μουσουλμανικό στοιχείο τής πόλης, επελέγη να αναβαθμισθεί ο ιορδανικός παράγοντας, προκειμένου να επηρεάσει κατευναστικά τις τοπικές θρησκευτικές αρχές και εν συνεχεία την τοπική αραβική κοινωνία. Παρά τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα, με την ασυνήθιστα ήρεμη διεξαγωγή της προσευχής τής Παρασκευής και χωρίς να ορίζονται περιορισμοί από τις ισραηλινές Αρχές ως προς την ηλικία των προσερχομένων στο Τέμενος του αλ-Άκσα από τις 14 Νοεμβρίου 2014 – μια ημέρα μετά την τριμερή διάσκεψη κορυφής Κέρι-Νετανιάχου-Αμπντάλλα Β' στο Αμμάν- έως και σήμερα, ένα ακόμα πολύνεκρο κτύπημα σε συναγωγή τού δυτικού τομέα τής πόλης, την 18.11.2014, επανέφερε τις πολιτικές ηγεσίες στη σκληρή πραγματικότητα – καταδεικνύοντας ότι οι λύσεις κοινωνικής και θρησκευτικής ειρήνης δεν επιβάλλονται άνωθεν, αλλά εμπεδώνονται. Μια τέτοια εμπέδωση όμως, είναι βέβαιο πως δεν επιτυγχάνεται με λήψη κατασταλτικών μέτρων που ανάγονται στις εποχές τής Βρετανικής Εντολής, καθότι με τέτοιες πρακτικές, μοιραίως πυροδοτείται περαιτέρω το ήδη τεταμένο κλίμα μεταξύ του εβραϊκού και του αραβικού στοιχείου τής πόλης.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr