Η ενεργειακή διπλωματία τού ρεαλισμού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ενεργειακή διπλωματία τού ρεαλισμού

Οι επιδιώξεις και οι δυνατότητες τής Ελλάδας
Περίληψη: 

Με την εξαίρεση ελάχιστων ισχυρών χωρών στις οποίες δεν συγκαταλέγεται η Ελλάδα, διεθνείς συνεργασίες ενεργειακής φύσεως στηριζόμενες πρωτίστως σε πολιτικά ή συναφή άσχετα με την αγορά κριτήρια (τα οποία αρέσκονται να θέτουν τα κράτη) είναι καταδικασμένες.

Ο Δρ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΤΑΡΑΣ είναι ενεργειακός αναλυτής, απόφοιτος, μεταξύ άλλων, του Baku Summer Energy School και του Harvard Black Sea Security Program. Όλες οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο (το οποίο αποτελεί προδημοσίευση από ένα βιβλίο που θα εκδοθεί το 2015) είναι αυστηρά προσωπικές.

Τα τελευταία χρόνια, διαβάζουμε πληθώρα αναλύσεων σχετικά με την ακολουθητέα «ενεργειακή διπλωματία» τής Ελλάδας. Πρόκειται κατεξοχήν για κείμενα πολιτικής (policy papers), τα οποία επιχειρούν να υποδείξουν στην κυβέρνηση το πώς θα ενισχύσει την ενεργειακή μας ασφάλεια και, επιπλέον, την γεωπολιτική θέση τής χώρας. Φαίνεται πως τα διεθνή ενεργειακά θέματα έχουν καταστεί πλέον «του συρμού», ιδίως λόγω των διαδοχικών κρίσεων Ρωσίας-Ουκρανίας και των ανακαλύψεων στην λεκάνη τής Αν. Μεσογείου.

Όλα τα παραπάνω κείμενα είναι καταρχήν ευπρόσδεκτα σε μια δημοκρατική κοινωνία ως συμβολή στο δημόσιο διάλογο, ασχέτως από πού προέρχονται. Εντούτοις, πέρα από συγκεκριμένα πρόσωπα και θέσεις, η ανά χείρας μελέτη θα επιθυμούσε να οριοθετήσει τα πράγματα μέσα στο πλαίσιο μιας ρεαλιστικής και πραγματιστικής οπτικής γωνίας. Επιχειρεί να διασκεδάσει ορισμένες εντυπώσεις οι οποίες ενίοτε αναφύονται στον παραπάνω δημόσιο διάλογο, θέτοντας ως βάση προβληματισμού τρεις ομάδες ερωτημάτων:

Πρώτον, πόσο σημαντικός είναι σήμερα ο ρόλος τού εθνικού κράτους (και, άρα, τα μη οικονομικά κριτήρια λήψης αποφάσεων) στις διεθνείς ενεργειακές σχέσεις [1]; Μήπως ακόμη και η θετική απάντηση εμπεριέχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες εν πολλοίς απουσιάζουν στην ελληνική περίπτωση;

Δεύτερον, πόσο σημαντική είναι η έννοια του «ενεργειακού κόμβου», την οποία ακούμε εδώ και μια δεκαετία ως τον βασικό στρατηγικό στόχο τής ενεργειακής μας διπλωματίας; Είναι τα κράτη διέλευσης (transit states) «παίκτες» στο διεθνές σύστημα και, ειδικά ως προς την γείτονα, πρέπει να μας απασχολεί ιδιαίτερα η Τουρκία ως ανερχόμενο κράτος διέλευσης;

Τρίτον, είναι σε θέση η ενεργειακή διπλωματία τής σύγχρονης Ελλάδας να συμβάλει με αποφασιστικό τρόπο στην επίτευξη πολύ ευρύτερων -πλην της stricto sensu ενεργειακής ασφάλειας- εθνικών στοχεύσεων στην περιοχή της, λ.χ. μέσω της κατασκευής των επονομαζόμενων «αγωγών ειρήνης»;

ΚΡΑΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: ΠΟΛΛΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

Είναι γεγονός ότι στο Foreign Affairs, The Hellenic Edition (τεύχος 22) του περασμένου Φεβρουαρίου, είχε γίνει λόγος για «ολική επαναφορά» τού έθνους-κράτους στις διεθνείς ενεργειακές σχέσεις, με έμφαση στους υδρογονάνθρακες, οι οποίοι εξακολουθούν να κυριαρχούν στο παγκόσμιο ενεργειακό μείγμα (με ποσοστό 82%). Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει παντού και πάντα. Κύριο «όχημα» της κρατικής ανάμιξης αποτελούν οι κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες (National Oil Companies/NOC) σε χώρες-παραγωγούς που πιστεύουν στον «εθνικισμό των φυσικών πόρων» (resource nationalism). Χώρες-κάτοχοι φυσικών πόρων, επιθυμώντας να μεγιστοποιήσουν την ισχύ τους μέσα στο άναρχο διεθνές σύστημα, συχνά υποκύπτουν στον πειρασμό να χρησιμοποιούν τις NOC ως «βραχίονες» της εξωτερικής πολιτικής τους, με κλασικό παράδειγμα την Ρωσία επί Πούτιν και την OAO Gazprom [2]. Επομένως, σε χώρες-καταναλωτές όπως η Ελλάδα, η κατάσταση είναι διαφορετική, ακόμη κι αν ο ενεργειακός κλάδος τελεί ακόμη υπό κρατικό έλεγχο.

Αλλά ακόμη και αυτή η δυνατότητα άσκησης διπλωματίας μέσω των NOC προϋποθέτει την ύπαρξη σιδερένιου ελέγχου από την πολιτική ηγεσία επί του ΔΣ της εταιρείας και, τελικά, «περιστρεφόμενες πόρτες» (revolving doors): Οι ίδιοι αξιωματούχοι να εναλλάσσονται μεταξύ κυβερνητικών θέσεων και του ΔΣ της NOC. Υπάρχουν, όμως, και NOC στις οποίες κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει: Η Statoil Hydro, π.χ., στην οποία το ποσοστό τού νορβηγικού Δημοσίου είναι σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο του ρωσικού Δημοσίου στην OAO Gazprom (67% έναντι 50,1%), είναι επί της ουσίας ανεξάρτητη, καθώς κανένα μέλος τού ΔΣ δεν είναι διορισμένο από το κράτος: Τα 7 από τα 10 είναι ανεξάρτητοι τεχνοκράτες και τα 3 εκπρόσωποι των εργαζομένων. Συνεπώς, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι όλες οι NOC έχουν σήμερα τον ίδιο βαθμό εξάρτησης από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις. Υπάρχουν οι περιπτώσεις πλήρους εξάρτησης, οι περιπτώσεις σχετικής αυτονομίας και οι περιπτώσεις πραγματικής ελευθερίας κινήσεων. Τέλος, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, ακόμη και οι ελεγχόμενες από το κράτος NOC δέχονται πιέσεις από τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών (IOC) «majors» και «super majors», επομένως αναγκάζονται να γίνουν πιο αποδοτικές, προσλαμβάνοντας περισσότερους τεχνοκράτες ως στελέχη και βελτιώνοντας τις εν γένει οικονομικές επιδόσεις τους, ιδίως, δε, την κερδοφορία. Αυτό σημαίνει, τελικά, ότι τα πολιτικά κριτήρια λήψης αποφάσεων εκτοπίζονται σιγά-σιγά από τα τεχνικά και οικονομικά, επομένως η ειδοποιός διαφορά NOC-IOC καθίσταται λιγότερο εμφανής. Μια ακόμη διάκριση στο σημείο αυτό είναι αναγκαία: Οι πάρα πολύ μεγάλες NOC, όπως η OAO Gazprom στο αέριο και η Saudi Aramco στο πετρέλαιο, έχουν την πολυτέλεια να προβαίνουν και σε μη ορθολογικές, από οικονομικής πλευράς, κινήσεις σε ορισμένες αγορές-στόχους, αντισταθμίζοντας την απώλεια εσόδων από αλλού [3]. Τέτοια, όμως ενεργειακή διπλωματία ελάχιστες χώρες μπορούν να ασκήσουν, καθώς πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά πολλές προϋποθέσεις, από την φύση τού πολιτικού καθεστώτος που ελέγχει τη NOC μέχρι τα ανεξάντλητα κοιτάσματα. Άρα, το ρωσικό παράδειγμα δεν είναι καλός σύμβουλος για τους θιασώτες μιας «δυναμικής» ενεργειακής διπλωματίας, καθώς δεν αφορά τον κανόνα, αλλά μια εξαιρετική περίπτωση.