Λιτότητα Vs Δημοκρατία στην Ελλάδα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Λιτότητα Vs Δημοκρατία στην Ελλάδα

Η Ευρώπη διαβαίνει τον Ρουβίκωνα
Περίληψη: 

Ακριβώς όπως ο Καίσαρας διέβη το Ρουβίκωνα, παρά τις προειδοποιήσεις τής Ρωμαϊκής Γερουσίας να μην το κάνει, έτσι και ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να προσπαθήσει να τερματίσει την λιτότητα στην Ελλάδα, παρά το ότι οι ηγέτες τής Ευρώπης λένε ότι δεν πρέπει.

Ο MARK BLYTH είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στην έδρα Eastman στο Πανεπιστήμιο Brown.
Ο CORNEL BAN είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην Σχολή Διεθνών Μελετών Frederick C. Pardee στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης.

Μπορεί να είναι περίεργο να χρησιμοποιείται μια ρωμαϊκή μεταφορά για να περιγράψει ένα ελληνικό πολιτικό γεγονός, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, είναι ταιριαστό. Ακριβώς όπως ο Ιούλιος Καίσαρας διέσχισε τον ποταμό Ρουβίκωνα γιατί μπορούσε, παρά τις προειδοποιήσεις τής Ρωμαϊκής Γερουσίας να μην το κάνει, έτσι και ο Αλέξης Τσίπρας, ο ηγέτης τού κόμματος κατά της λιτότητας ΣΥΡΙΖΑ, αποφάσισε να προσπαθήσει να σταματήσει την λιτότητα [1] στην Ελλάδα, παρά το ότι οι ηγέτες τής Ευρώπης λένε ότι δεν πρέπει [2]. Το αν ο Τσίπρας θα πετύχει είναι ακόμα ασαφές, αλλά ό, τι κι αν συμβεί, η νίκη του αποτελεί μια κρίσιμη καμπή για την Ευρώπη - ένα σήμα ότι ο χρόνος έχει εξαντληθεί για τις πολιτικές λιτότητας.

Ένας «Τσίπρας» έπρεπε να συμβεί κάπου τελικά, επειδή απλώς είναι πολύς ο καιρός που ζητείται από τους ανθρώπους να ψηφίζουν για την εξαθλίωση σήμερα, βασισμένοι σε υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο που δεν έρχεται ποτέ. Αν η ψήφος για την εξαθλίωση φέρνει μόνο περισσότερη εξαθλίωση, τελικά οι άνθρωποι θα σταματήσουν να ψηφίζουν για αυτό -και το χρονοδιάγραμμα του «τελικά» θα εξαρτηθεί από το αν η περιουσία των ανθρώπων εξαντλείται. Στην ελληνική περίπτωση, οι υποστηρικτές τού απερχόμενου κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και των πολιτικών της περί λιτότητας συνιστούν το ένα τέταρτο του εκλογικού σώματος που εξακολουθεί να έχει περιουσιακά στοιχεία (συντάξεις, τίτλους και χαρτοφυλάκια) μετά από πέντε χρόνια ύφεσης και οι οποίοι θέλουν να διατηρήσουν αυτά που έχουν. Το 36% που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι νέοι, αυτοί που δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία, και οι άνεργοι - άνθρωποι που είτε έχασαν αυτό που κάποτε είχαν ή δεν είχαν ποτέ αρκετά εξαρχής. Η ανάπτυξη 1,9% [3] πέρυσι στην Ελλάδα ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα σε μια κοινωνία που έχει χάσει σχεδόν το 30% του ΑΕΠ [4] σε λίγο περισσότερο από μισή δεκαετία˙ Με την τρέχουσα πορεία, θα χρειαστούν, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις [5], δύο γενιές για να ανέβει η χώρα πάλι στην επιφάνεια.

Η νίκη τού ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει δύο μαθήματα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πρώτον, κανείς δεν ψηφίζει υπέρ μιας 15ετούς ύφεσης. Δεύτερον, δεν μπορείς να έχεις έναν «χρυσό κανόνα» [6] σε μια δημοκρατία. Είτε ο χρυσός κανόνας θα φύγει, είτε η δημοκρατία θα φύγει, και αυτή είναι η επιλογή που η Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπίσει νωρίτερα από ό, τι νομίζει.

Το ευρώ είναι ο χρυσός κανόνας που προσποιείται ότι δεν είναι τέτοιος -και εκεί είναι το ζήτημα. Ενώ η Ευρώπη έχει μια πληθώρα εθνικών κοινοβουλίων και ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, καθώς και ένα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πολλαπλούς θεσμούς με εξουσιοδότηση να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των πολιτών, όταν μια χώρα είναι μέλος τής ευρωζώνης συμβαίνουν ορισμένα πράγματα που παρακάμπτουν κάθε πιθανό δημοκρατικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η πιστωτική ιστορία της ξαναγράφεται. Η Ελλάδα και η Ιταλία έφτασαν να δανείζονται όπως η Γερμανία (με προβλέψιμα αποτελέσματα). Από την άλλη πλευρά, όταν μια χώρα τής ευρωζώνης πλήττεται από ένα οικονομικό σοκ, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας (υποτίμηση) ή χρησιμοποιώντας το νομισματοκοπείο (πληθωρισμός). Θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην χρεοκοπία, η οποία δεν επιτρέπεται, και στην ισοσκέλιση του ισολογισμού της μέσω της εσωτερικής υποτίμησης (λιτότητας). Και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συμβούν ένα-δυό συνταγματικά πραξικοπήματα [7] στην καρδιά τής δημοκρατίας για να περάσουν αυτές οι πολιτικές, όπως συνέβη στην Ιταλία και στην Ελλάδα το 2011, τότε ας είναι.

Έτσι η λιτότητα γίνεται το μόνο παιχνίδι στην πόλη [8]. Αν και μπορεί να είναι λογικό για οποιαδήποτε χώρα να είναι αυστηρή, όταν πολλές χώρες που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα το πράττουν χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μόνο μια μαζική συρρίκνωση του ΑΕΠ και μια αντίστοιχη αύξηση του χρέους -το οποίο είναι ακριβώς αυτό που συνέβη [9] στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επενδυτών που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε η λιτότητα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, και η ευρωζώνη στο σύνολό της διολίσθησε στην ύφεση, και στην συνέχεια, η περιφέρεια στην καχεξία και στον αποπληθωρισμό. Τώρα που έχουν συμβεί όλα αυτά, όμως, η πολιτική τής υποστήριξης του ευρώ έχει αλλάξει, και έχει αλλάξει εντελώς.

Μέχρι τώρα, η εμμονή των πολιτικών τής ευρωζώνης στην καταπολέμηση του πληθωρισμού τούς έχει προσδώσει μια μονόπλευρη αντίληψη της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη δεν είχε οποιουδήποτε μεγέθους πρόβλημα πληθωρισμού από το 1970. Αυτό που αντιμετωπίζει σήμερα είναι ο αποπληθωρισμός, και δεδομένου ότι οι πολιτικές τού πληθωρισμού και του αποπληθωρισμού είναι πολύ διαφορετικές, οι λανθασμένες επιλογές πολιτικής παράγουν «ΣΥΡΙΖΕΣ».

Ο πληθωρισμός, στο κάτω-κάτω, δεν είναι μια γενική κακουχία που πονάει εξίσου όλα τα μέλη τής κοινωνίας, αλλά ένας φόρος ειδικών τάξεων [10]. Οι έχοντες, ιδιαίτερα εκείνοι με τίτλους ως περιουσιακά στοιχεία, χάνουν περισσότερο και πιο γρήγορα από όσο άλλες ομάδες που μπορούν να πιέσουν το κράτος να τις διευκολύνει, κάτι το οποίο είναι ο λόγος που σε συνθήκες πληθωρισμού οι πιστωτές υποφέρουν και οι οφειλέτες ευημερούν. Κατά συνέπεια, οι περίοδοι πληθωρισμού παράγουν ένα είδος πολιτικής, όπου τα συμφέροντα των πιστωτών έρχονται στο προσκήνιο και το κράτος αναγκάζεται να υποχωρήσει. Η δεκαετία τού 1920 ήταν μια τέτοια περίοδος και η δεκαετία τού 1970 μια άλλη - όταν η Ευρώπη και το ευρώ άρχισαν να παίρνουν την σημερινή τους μορφή.