Η αλήθεια για τους φόρους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αλήθεια για τους φόρους

Πώς θα κλείσουν τα «παραθυράκια» για τις πολυεθνικές
Περίληψη: 

Τα τελευταία χρόνια, το κίνημα Occupy Wall Street δεν ήταν η μόνη ομάδα που ανησυχούσε για το πώς έχουν διανεμηθεί τα λάφυρα της οικονομικής ανάπτυξης. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο μοιράζονται όλο και περισσότερο αυτό το συναίσθημα: Όπως η πιεσμένη μεσαία τάξη, αισθάνονται ότι οι εταιρείες κρατούν πάρα πολλά από τα κέρδη για τον εαυτό τους. Εδώ είναι το σχέδιο του ΟΟΣΑ και του G-20 για να τους κάνουν να πληρώσουν περισσότερα.

Τα τελευταία χρόνια, το κίνημα Occupy Wall Street δεν ήταν η μόνη ομάδα που ανησυχούσε για το πώς έχουν διανεμηθεί τα λάφυρα της οικονομικής ανάπτυξης. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο μοιράζονται όλο και περισσότερο αυτό το συναίσθημα: Όπως η πιεσμένη μεσαία τάξη, αισθάνονται ότι οι εταιρείες κρατούν πάρα πολλά από τα κέρδη για τον εαυτό τους. Και έτσι, σε μια σύνοδο κορυφής τον Ιούνιο του 2012, οι ηγέτες τού G-20 αποφάσισαν να κάνουν τις πολυεθνικές εταιρείες να πληρώσουν περισσότερους φόρους. Ζήτησαν από έναν άλλο διεθνή οργανισμό, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) ο οποίος εδρεύει στο Παρίσι, να ερευνήσει και να προτείνει τι μπορεί να γίνει. Υπό κανονικές συνθήκες, εδώ είναι όπου εμείς οι υπόλοιποι θα σταματήσουμε να δίνουμε προσοχή: Οι εκθέσεις και οι συστάσεις μπορεί να πάρουν χρόνια για να διαμορφωθούν και είναι συχνά βολικά υποκατάστατα της πραγματικής πολιτικής μεταρρύθμισης.

Αλλά αυτές δεν είναι κανονικές συνθήκες. Τουλάχιστον, όχι τόσο πολύ. Ο ΟΟΣΑ κινείται γρήγορα, και οι εταιρικοί φορολογούμενοι ήδη αγωνίζονται να κατανοήσουν και να προσαρμοστούν στις επικείμενες αλλαγές που θα μπορούσαν να φουσκώσουν τους φορολογικούς λογαριασμούς τους. Επτά μήνες μετά την σύνοδο κορυφής τού G-20 τον Ιούνιο του 2012, ο ΟΟΣΑ συνέταξε έκθεση που περιέγραφε το πρόβλημα, το οποίο αποκαλεί διάβρωση της (φορολογικής) βάσης και μεταφορά κερδών. Βασικά, αυτό σημαίνει ότι οι φορολογικές βάσεις των χωρών, ή τα συνολικά φορολογικά έσοδα, δεν αναπτύσσονται όπως θα έπρεπε, επειδή οι εταιρείες μεταφέρουν τα κέρδη τους αλλού. Στην επόμενη συνεδρίαση του G-20, τον Ιούνιο του 2013, ο ΟΟΣΑ παρουσίασε ένα σχέδιο 15 σημείων για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το οποίο αμέσως εγκρίθηκε από το G-20. Το επόμενο βήμα, λοιπόν, θα έρθει όταν το G-20 συνεδριάσει αυτόν τον μήνα στην Καμπέρα, στην Αυστραλία. Εκεί, οι υπουργοί Οικονομικών θα αποφασίσουν σχετικά με την εφαρμογή των πρώτων τμημάτων τού σχεδίου.

Είναι δύσκολο να μεγαλοποιηθεί το πόσο γρήγορα - τουλάχιστον σε γραφειοκρατικούς όρους - συνέβησαν όλα αυτά. Για πολλούς στον επιχειρηματικό κόσμο, αυτό εξελήφθη ως μέτρο τού τεράστιου πολιτικού ενδιαφέροντος στην μεταρρύθμιση. Αλλά και άλλες βασικές εκλογικές ομάδες αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο το πόσο ξεπερασμένο είναι το σύστημα - το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφέρει ότι η ισχύουσα νομοθεσία είναι πιο ευεργετική για τις ανεπτυγμένες χώρες παρά για τις αναπτυσσόμενες. Και οι ίδιες οι εταιρείες είναι συχνά πρόθυμες να αναγνωρίσουν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Οι διμερείς συνθήκες, οι αποδεκτοί κανόνες και οι λογιστικές αρχές που καθορίζουν το σύστημα τέθηκαν σε ισχύ πολύ πριν από την αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, την παγκοσμιοποίηση και τις τεχνολογίες όπως το Διαδίκτυο, οι οποίες υπερβαίνουν τα πολιτικά σύνορα. Αυτές τις μέρες, η φορολόγηση πολυεθνικών εταιρειών αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στο να προσπαθεί κάποιος να τις συμπιέσει πάλι σε ένα κρατικοκεντρικό σύστημα. Σε πολλές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφύγουν εντελώς τις πληρωμές στα δημόσια ταμεία.

Ωστόσο, η ταχύτητα και η αποφασιστικότητα δεν αποτελούν εγγύηση αλλαγής, και η πολιτική βούληση μπορεί να εξαφανιστεί όταν έρθει η ώρα να περάσουμε από ευρείες έννοιες σε συγκεκριμένες δράσεις. Σε αυτή την περίπτωση, η θεμελιώδης μεταρρύθμιση θα απαιτήσει από τους πιο ισχυρούς άρχοντες του πλανήτη να ενεργήσουν ως ένας - και αυτό περιλαμβάνει τις χώρες που τώρα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να χρησιμοποιήσουν φορολογικά κίνητρα για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Αυτοί οι άρχοντες θα πρέπει να εμπιστεύονται μια διαδικασία που δεν θα εγγυηθεί αναγκαστικά σε όλους τους πρόσθετα φορολογικά έσοδα στο τέλος. Οι αναπτυσσόμενες χώρες εκτός τού G-20 και του ΟΟΣΑ θα πρέπει επίσης να εξετάσουν την αποδοχή και εφαρμογή νέων κανόνων για τους οποίους είχαν ελάχιστη επιρροή όσο αναπτύσσοντο. Και αυτά είναι μόνο μερικά από τα εμπόδια στην αύξηση των πληρωμών εταιρικών φόρων.

Με άλλα λόγια, το μόνο πράγμα που μπορεί κανείς να προβλέψει αυτή την στιγμή είναι μια μακρά και δύσκολη διαδικασία.

ΜΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι καλοί υπολογισμοί για το πόσο φόρο θα πρέπει πραγματικά να πληρώνουν οι πολυεθνικές εταιρείες - με βάση την δολαριακή αξία τού των φορολογικών κωδίκων των επιμέρους χωρών, πλην των απαλλαγών - αλλά δεν το κάνουν. Έτσι, η απογοήτευση με το ισχύον σύστημα και η αποφασιστικότητα να αλλάξει βασίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ανεπίσημα στοιχεία. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές ιστορίες για την Google «που κατέχει τις πατέντες της» στην Ιρλανδία και την Ολλανδία, αντί στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω φορολογικών πλεονεκτημάτων˙ Ή την Apple και άλλους που χρησιμοποιούν offshore λογαριασμούς για να αποφύγουν τους φόρους. Η εταιρική δημιουργικότητα είναι συνεχής και εξελισσόμενη: Ανατροπές όπως η μετάβαση της Burger King στον Καναδά είναι ξαφνικά μια δημοφιλής επιλογή.

Όπως έχουν τα πράγματα τώρα, η δύναμη της φορολόγησης είναι ένα βασικό προνόμιο των κυρίαρχων κυβερνήσεων, και οι κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρονται να παραδώσουν τον πλήρη έλεγχό του. Αλλά υπάρχουν μερικές βασικές αρχές που οι περισσότερες από αυτές ακολουθούν, επειδή η προσέλκυση των ξένων επενδύσεων γενικά απαιτεί το παιχνίδι να παίζεται με ένα σύνολο κανόνων που οι επενδυτές έχουν συνηθίσει. Ο θεμελιώδης κανόνας σε αυτό το σύστημα είναι ότι είναι άδικο να αναγκάζονται οι άνθρωποι ή οι εταιρείες να πληρώσουν φόρο για το ίδιο εισόδημα σε περισσότερες από μια χώρες ή περισσότερες από μια φορές. Έτσι, από το 1920, οι χώρες έχουν υπογράψει διμερείς συμφωνίες για την αποφυγή τής «διπλής φορολογίας», όπως είναι γνωστή. Από τότε, πάνω από 3.000 τέτοιες συνθήκες έχουν συναφθεί μεταξύ των χωρών. Οι περισσότερες από αυτές βασίζονται σε ένα πρότυπο που θεσπίστηκε από τον ΟΟΣΑ μετά την ίδρυσή του το 1961 και ενημερώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα έκτοτε.