Γιατί αποτυγχάνει η καταπολέμηση του εξτρεμισμού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί αποτυγχάνει η καταπολέμηση του εξτρεμισμού

Η από καθέδρας προσέγγιση της πρόληψης είναι εσφαλμένη
Περίληψη: 

Παραδοσιακά, η αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού έχει περιοριστεί σε αντιτρομοκρατικές προσπάθειες του στρατού και της κυβέρνησης που αγνοούν τον κρίσιμο ρόλο της κοινωνίας των πολιτών στην πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης.

Η HUMERA KHAN είναι εκτελεστική διευθύντρια του Muflehun, μιας δεξαμενής σκέψης που ειδικεύεται στην πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης και την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού. Η κυρία Khan σχεδιάζει και υλοποιεί προγράμματα για την πρόληψη, την παρέμβαση, και την αποτροπή του βίαιου εξτρεμισμού τόσο εγχώρια όσο και διεθνώς. Το 2012, έλαβε το βραβείο Director’s Community Leadership του FBI για το έργο της.

Το 2014, ως ομιλήτρια σε ένα συνέδριο για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, αναγκάστηκα να πάρω τους διοργανωτές παράμερα για μια άβολη συζήτηση σχετικά με μια δημοσίευση στον λογαριασμό μου στο Twitter. Λίγο πριν παρουσιαστώ, ένας υποστηρικτής του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της al-Sham (ISIS) μου έγραψε δημοσίως: «Σκότωσέ τους, έχεις την εμπιστοσύνη τους». Η λογική του ήταν απλή: Το συνέδριο θα ήταν η τέλεια ευκαιρία για εμπλοκή σε μαζικές δολοφονίες, γιατί αυτό θα ήταν κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Ήξερε ότι το συνέδριο περιελάμβανε μια σειρά ανθρώπων που, όπως εγώ, εργάζονται καθημερινά για την καταπολέμηση της εξτρεμιστικής προπαγάνδας που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο από ανθρώπους σαν κι εκείνον.

Τέτοια περιστατικά -το να γίνεται κανείς μάρτυρας στην στόχευση κάποιων ανθρώπων για να συμμετάσχουν σε βίαιες δραστηριότητες ή να προβαίνουν σε απειλές μέσω των μέσων μαζικής δικτύωσης- δεν είναι ασυνήθιστα για όσους δουλεύουν στον τομέα μου. Το Σάββατο, μια ακόμα επίθεση με πυροβολισμούς έλαβε χώρα, αλλά αυτήν την φορά στην Κοπεγχάγη. Στις 7 Ιανουαρίου 2015, λίγες ημέρες μετά την επίθεση στο Παρίσι στην Charlie Hebdo, στην γαλλική σατιρική εφημερίδα, ένας υποστηρικτής του ISIS είχε διακηρύξει στο Twitter, «ο προφήτης μας δεν αποτελεί αστείο. Με την βοήθεια του Αλλάχ την επόμενη φορά θα χτυπήσουμε την Δανία #CharlieHebdo». Το tweet κατέβηκε αμέσως, αλλά το ερώτημα παραμένει: Τι γίνεται για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού;

Υπάρχει εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού: Βρίσκεται στο προσκήνιο της εγχώριας ατζέντας αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ για πολλά χρόνια και ο Λευκός Οίκος θα συνεδριάσει από τις 17 - 19 Φεβρουαρίου για το θέμα. Αλλά, όπως η τρομοκρατία, ο όρος αυτός δεν γίνεται καθολικά αποδεκτός, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στις πολιτικές ντιρεκτίβες σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς και στο ψήφισμα 2178 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών [1], καταδικάζοντας τον βίαιο εξτρεμισμό. Το 2011 και το 2013, η Ουάσιγκτον εξέδωσε μια σειρά από πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με πιθανές στρατηγικές, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει παράσχει μια ορισμένη έννοια. Προσωπικά ορίζω την «αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού» ως: «Την χρήση μη-καταναγκαστικών μέσων για να αποτρέψουν την κινητοποίηση ατόμων ή ομάδων προς την βία και να μετριάσουν τις στρατολογήσεις, την υποστήριξη, την διευκόλυνση ή την εμπλοκή σε τρομοκρατία με ιδεολογικά κίνητρα από μη κρατικούς φορείς για την προώθηση πολιτικών στόχων».

Αυτά τα «μέσα» μπορούν τυπικά να αναλυθούν [2] σε τέσσερα τεμνόμενα τμήματα: Την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης, την παρέμβαση εξ ονόματος των ατόμων που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί, την αποτροπή ή την εύρεση και δίωξη όσων έχουν εμπλακεί σε εγκληματική συμπεριφορά, και την επανένταξη στην κοινωνία όσων φυλακισμένων παραβατών έχουν ολοκληρώσει την ποινή τους, ή επιστρέφουν από εμπόλεμες ζώνες.

Παγκοσμίως, υπάρχουν εκατοντάδες προγράμματα κατά του εξτρεμισμού. Σε πολλές χώρες, οι επαγγελματίες επικεντρώνονται στην ενίσχυση των κοινοτήτων με σκοπό να μειώσουν την τρωτότητά τους απέναντι στην ριζοσπαστικοποίηση. Η στρατηγική του Λευκού Οίκου, για παράδειγμα, δίνει έμφαση στην πρόληψη και στην απαγόρευση. Αλλά υπάρχουν πολύ λίγες χώρες που έχουν προγράμματα που αφορούν και τις τέσσερις αυτές πτυχές -ιδιαίτερα την παρέμβαση και την επανένταξη. Ένα τέτοιο κενό έχει ως αποτέλεσμα να μην αλλάζουν συμπεριφορά τα άτομα που έχουν αρχίσει να ριζοσπαστικοποιούνται και να μην επανενσωματώνονται όσοι ενήργησαν βίαια.

ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ

Όταν πρόκειται για την πρόληψη και την παρέμβαση, πολλές κυβερνητικές Υπηρεσίες των ΗΠΑ θεωρούν την εμπλοκή της κοινότητας συνώνυμη της αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού εξαιρώντας οποιονδήποτε άλλον προγραμματισμό. Αυτή η στενή αντίληψη της αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού θεωρεί ότι αν όλοι οι άνθρωποι που θεωρούνται επιρρεπείς είχαν καλύτερη σχέση με την κυβέρνηση, θα ήταν λιγότερο πιθανό να διαπράξουν τρομοκρατικές ενέργειες.

Επιπλέον, παρά το εύρος και το βάθος όλων των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με το πώς μπορεί να εμπλακεί μια κοινότητα, η εφαρμογή τους στο σύνολο της χώρας είναι άνιση στην καλύτερη περίπτωση. Επειδή τα γραφεία του γενικού εισαγγελέα των ΗΠΑ είχαν αναλάβει το έργο να ηγηθούν των προσπαθειών για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, πολλά από αυτά ήταν απρόθυμα να εμπλακούν με τις κοινότητες, καθώς η βασική τους εμπειρία μέχρι τότε είχε να κάνει με διώξεις. Αρκετοί τέτοιοι αξιωματούχοι σκέφτηκαν ότι το να κάνουν μεμονωμένες συναντήσεις με ένα μικρό υποσύνολο κοινοτικών ηγετών κάθε λίγα χρόνια θα ήταν αρκετό για να θεωρήσουν εκπληρωμένη στην λίστα των καθηκόντων τους την εμπλοκή της κοινότητας. Θυμάμαι ότι το γραφείο ενός γενικού εισαγγελέα που συνάντησα το 2014 είχε καθυστερήσει την άμεση συνάντηση με τους ηγέτες της κοινότητας για εννέα μήνες παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις. Η συνάντηση έγινε τελικά ˑ αλλά ήταν μια από τις μόλις τρεις των τριών τελευταίων χρόνων.

Ακόμα και όταν οι συναντήσεις γίνονται τακτικά, υπάρχει το ερώτημα της αποτελεσματικότητας αυτών των συζητήσεων. Οι κρατικές Υπηρεσίες φαίνεται να πιστεύουν ότι είναι αποτελεσματικές, αλλά μερικές φορές μια τέτοια δέσμευση το μόνο που επιτυγχάνει είναι να κάνει τις κοινότητες να αισθάνονται πως βρίσκονται στο στόχαστρο. Εάν δεν υπάρχει ήδη ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, θα πρέπει να καλλιεργηθεί πριν συζητηθούν ευαίσθητα θέματα όπως η ριζοσπαστικοποίηση. Ωστόσο, για να οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη με τις κοινότητες δεν αρκεί μόνο να μιλάει κανείς με τους (μερικές φορές αυτοαποκαλούμενους) ηγέτες της κοινότητας. Εκείνοι που ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν με τις κυβερνητικές Υπηρεσίες δεν αντιπροσωπεύουν συνήθως τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «υψηλού κινδύνου». Οι κοινότητες που είναι λιγότερο διατεθειμένες να συμμετάσχουν, είναι συχνά εκείνες που χρειάζονται αυτήν την κοινωνική δραστηριότητα περισσότερο.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΑΚΕΙΑ