Η τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Ομπάμα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Ομπάμα

Ο πρόεδρος και ο φιλόσοφος
Περίληψη: 

Η δεύτερη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, εκφράζει πίστη σε μια ειρηνική, βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη ˑ επιβεβαιώνει επίσης το γεγονός ότι τίποτα από αυτά δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η JANINE DAVIDSON είναι ανώτερη συνεργάτης για την Αμυντική Πολιτική στο Council of Foreign Relations και πρώην αναπληρώτρια υφυπουργός Εθνικής Άμυνας.

Είναι άχαρη δουλειά το να εκδώσει κανείς μια νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας [1], όπως έκανε αυτόν τον μήνα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα. Η δημιουργία της αποτελεί ένα σύνολο δεκάδων προσχεδίων που κυκλοφορούν μεταξύ δεκάδων άμοιρων υπαλλήλων, ο καθένας από τους οποίους είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο των όρων του δικού του πολύ εξειδικευμένου θέματος. Υπάρχει μικρό περιθώριο για ιεράρχηση ή τολμηρές νέες ιδέες ˑ κάθε περίτεχνη μεταστροφή φράσεων γειώνεται άμεσα σε ανελέητα αυστηρές προδιαγραφές.

Αν και η πρόθεση της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας (που έχει παραχθεί 16 φορές από το 1987) είναι να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για τους πολλούς εκτελεστικούς οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με την εξασφάλιση της ασφάλειας του έθνους, συχνότερα φαίνεται να χρησιμεύει ως μαγνήτης ενός συνόλου κριτικής για την εξωτερική πολιτική. Όταν ένα έγγραφο πρέπει να καλύψει, λοιπόν, τα πάντα, θα υπάρχουν στοιχεία που θα περιλαμβάνονται σε αυτό τα οποία θα προκαλέσουν απέχθεια στους περισσότερους ανθρώπους. Εδώ, οι επικριτές έχουν επανέλθει ήδη ισχυροί: «Ηγεσία από τα μετόπισθεν!», [2] «Ιρανικός κατευνασμός! [3]», «Στρατηγική Υπομονή = Στρατηγική Αδυναμία! [4]», «Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να καθορίσουν ούτε καν τον ίδιο τους τον εχθρό! [5]» (το τελευταίο είναι από την ρωσική κρατική τηλεόραση).

Αλλά πέρα από την σπασμωδική κριτική, η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του προέδρου δεν είναι ένα απλό και ανούσιο ζήτημα [6]. Παρά το γεγονός ότι οι αναγνώστες δεν θα βρουν μια στρατηγική που να αποσκοπεί σε μια ενιαία απειλή με σαφή όρια, τρόπους και μέσα, εδώ υποβόσκει μια αρκετά συνεκτική φιλοσοφία. Η στρατηγική αυτή είναι η δεύτερη και τελευταία της προεδρίας Ομπάμα και δικαίως περιγράφει ένα κόσμο που βρίσκεται αντιμέτωπος με προκλήσεις και μια τρομερή ανάγκη αμερικανικής ηγεσίας (τα «ηγούμαι», «ηγέτης» και «ηγεσία» εμφανίζονται 94 φορές στο πλαίσιο του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο). Δεν πρόκειται για «ηγεσία από τα μετόπισθεν», όπως αρέσκονται να ισχυρίζονται οι ανήσυχοι και ετοιμοπόλεμοι επικριτές του προέδρου. Ούτε αποτελεί επιθετική μονομέρεια.

Αντ’ αυτού, ο κόσμος της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας του προέδρου Ομπάμα είναι εκείνος κατά τον οποίο η οικονομική και στρατιωτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών χρησιμεύει ως θεμέλιο ισχυρών, συμμετοχικών, και παγκόσμιων θεσμών που στηρίζονται σε κανόνες. Πρόκειται για μια έξυπνη πολυμέρεια -που εργάζεται στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος, ενώ είναι ταυτόχρονα διατεθειμένη να επωμιστεί το βάρος της υπεράσπισής του, αν και όχι πάντοτε με στρατιωτικές δυνάμεις. Αυτό είναι πιθανότατα το πιο κοντινό σημείο σε ένα «δόγμα Ομπάμα [7]». Όπως είπε ο πρόεδρος σε απόφοιτους του West Point σε μια μεγάλη ομιλία πέρυσι σχετικά με την εξωτερική πολιτική [8]:

Αυτή είναι η κατακλείδα μου: Η Αμερική πρέπει πάντα να ηγείται στην παγκόσμια σκηνή. Αν δεν το κάνουμε εμείς, δεν θα το κάνει κανένας άλλος. Ο στρατός στον οποίο έχετε ενταχθεί είναι και θα είναι πάντα η ραχοκοκαλιά αυτής της ηγεσίας. Αλλά η στρατιωτική δράση των ΗΠΑ δεν μπορεί να είναι το μόνο –ούτε το βασικό- συστατικό της ηγεσίας μας σε κάθε περίπτωση. Το ότι έχουμε το καλύτερο σφυρί, δεν σημαίνει πως κάθε πρόβλημα είναι καρφί. Κι επειδή οι δαπάνες που συνδέονται με την στρατιωτική δράση είναι τόσο υψηλές, θα πρέπει να περιμένετε κάθε πολιτικός ηγέτης -και ειδικότερα ο Αρχηγός σας [εννοεί τον πρόεδρο των ΗΠΑ]- να είναι σαφής σχετικά με το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιείται η τρομερή αυτή δύναμη.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική ισχύ και την ασφάλεια, την πηγή από την οποία μπορούν τελικά να ξεχυθούν οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η Trans-Pacific Partnership (TPP) και η Transatlantic Trade and Investment Partnership (Τ-TIP) απολαμβάνουν η καθεμία εξέχουσας προσοχής. Το ίδιο συμβαίνει και στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και στις μελλοντικές αναπτυξιακές τάσεις. Όπως παρατηρεί το έγγραφο, «ο Αμερικανός καταναλωτής δεν μπορεί να υποστηρίξει την παγκόσμια ζήτηση». Είναι μια στοχαστική προσέγγιση που προσπαθεί να ρίξει μια ματιά πέρα από τις καθημερινές γεωπολιτικές διαμάχες, στον σχεδιασμό των μελλοντικών ετών ή ακόμα και δεκαετιών.

Πράγματι, ένας καλός τρόπος για να χαρακτηρίσει κανείς το έγγραφο αυτό είναι «στοχαστικό». Οι επικριτές έσπευσαν να απορρίψουν την λεγόμενη στρατηγική υπομονή του Ομπάμα ως κενή και μάταιη. Αλλά στην πραγματικότητα, η στρατηγική υπομονή είναι ο τρόπος της στρατηγικής να αναγνωρίσει ότι η συνολική επίπτωση των παγκόσμιων τάσεων -ή ακόμη και των αμερικανικών επεμβάσεων- δεν μπορεί να τεθεί σε αξιολόγηση σε ένα διάστημα ημερών ή εβδομάδων, ούτε και μέσω μεμονωμένων όρων του Κογκρέσου.

Όπως δηλώνει το έγγραφο, «Υπάρχουν ιστορικές μεταβάσεις σε εξέλιξη που θα ξεδιπλωθούν σε διάστημα δεκαετιών. Η στρατηγική αυτή τοποθετεί την Αμερική σε μια θέση ώστε να επηρεάσει τις τροχιές τους, να αδράξει τις ευκαιρίες που δημιουργούν, καθώς και να διαχειριστεί τους κινδύνους που παρουσιάζουν». Ακριβώς όπως τα διεθνή γεγονότα κινούνται με την δική τους σκόπιμη ταχύτητα, ο αντίκτυπος των αμερικανικών πολιτικών μπορεί να έχει απόηχο χρόνια ή και δεκαετίες μετά το γεγονός. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να εντοπίσουν το πρόβλημα, να κερδίσουν με σοκ και δέος και να περιμένουν ότι θα επιστρέψουν σπίτι με όλες τις εκκρεμότητες τους τακτοποιημένες. Ο κόσμος απλά δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.

Κατά συνέπεια, η σταδιακή και μακροπρόθεσμη επανεξισορρόπηση των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού (η οποία συνεχίζει αργά την πορεία της [9]) αποτελεί παράδειγμα εφαρμογής της στρατηγικής υπομονής του Ομπάμα, ανεξάρτητα από το πόσες φορές η φλύαρη τάξη της Ουάσιγκτον συντάσσει ανυπόμονα τον επικήδειό της [10]. Από την άλλη πλευρά, οι φοβερές συνέπειες για τις Ηνωμένες Πολιτείες από την «καουμποΐστικη» ένοπλη εισβολή στο Ιράκ το 2003 καταδεικνύουν ακριβώς τον λόγο για τον οποίο πρέπει να υπάρχει σήμερα μια πολιτική στρατηγικής υπομονής.