Κανονικές χώρες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κανονικές χώρες

Η Ανατολή, 25 χρόνια μετά τον κομμουνισμό

Είκοσι πέντε χρόνια αφότου έπεσε το Τείχος τού Βερολίνου, η αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας επικρέμεται πάνω από τις χώρες που κάποτε εκτείνοντο στα ανατολικά του. Τότε, οι ελπίδες ήταν υψηλές εν μέσω της ευφορίας που χαιρέτιζε την ξαφνική κατάρρευση του κομμουνισμού. Από την Μπρατισλάβα μέχρι την Ουλάν Μπατόρ, η δημοκρατία και η ευημερία φαινόταν να κρύβεται στην γωνία τού δρόμου.

Σήμερα, η διάθεση είναι πιο μελαγχολική. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως η Εσθονία και η Πολωνία, οι μετα-κομμουνιστικές χώρες θεωρούνται ως αποτυχημένες, οι οικονομίες τους κατοικούνται από συνταξιούχους που αγωνίζονται και από κορδωμένους ολιγάρχες, η πολιτική σκηνή τους αμαυρωμένη από νοθεία και αναδυόμενους δικτάτορες. Από την πρώην Γιουγκοσλαβία ως την Τσετσενία και τώρα την ανατολική Ουκρανία, οι πόλεμοι έχουν διατηρήσει τα 40 και πλέον χρόνια τής ψυχρής ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αφήνοντας πίσω τους θύλακες σιγοκαίουσας βίας. Για πολλούς παρατηρητές, το αυταρχικό χέρι και η επιθετική γεωπολιτική τού Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν συμβολίζουν μια πιο γενική δημοκρατική αποσύνθεση που εξαπλώνεται από τα ανατολικά. «Το χειρότερο πράγμα στον κομμουνισμό», χαριτολόγησε ο συντάκτης τής πολωνικής εφημερίδας και αντικομουνιστής αντιφρονών, Adam Michnik, «είναι αυτό που έρχεται μετά».

Μια επέτειος είναι μια καλή στιγμή για να γίνει απολογισμός. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε που οι μετα-κομμουνιστικές χώρες - τα 15 κράτη τής πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι 14 πρώην κομμουνιστικές χώρες τής Ανατολικής Ευρώπης και η πρώην Σοβιετική δορυφόρος Μογγολία - αποτίναξαν τις μαρξιστικές τυραννίες πριν από μια γενιά. Δεν ήταν κάθε αλλαγή προς το καλύτερο. Αλλά η αποκήρυξη των μετα-κομμουνιστικών μεταρρυθμίσεων ως αποτυχημένων θα ήταν ένα λάθος, ένα λάθος με επιπτώσεις πολύ πέρα από την περιοχή. Ορισμένοι παρατηρητές, που έχουν πληγεί από την άνοδο της Κίνας και σοκαρισμένοι από την παγκόσμια οικονομική κρίση, έχουν προσφάτως αναγάγει τον αυταρχικό κρατικό καπιταλισμό ως μια ζωηρή εναλλακτική λύση στις δυσλειτουργίες τής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η λανθασμένη πεποίθηση ότι η μεταρρύθμιση της αγοράς σκόνταψε στην Ανατολική Ευρώπη ενισχύει αυτή την αυταπάτη.

Η αλήθεια είναι ότι η επικρατούσα ζοφερή αφήγηση σχετικά με τον μετα-κομμουνιστικό κόσμο είναι ως επί το πλείστον λάθος. Βάζοντας τις εικόνες από τα μήντια κατά μέρος, η ζωή έχει βελτιωθεί δραματικά σε όλο το πρώην ανατολικό μπλοκ. Από την μετάβασή τους, οι μετα-κομμουνιστικές χώρες έχουν αναπτυχθεί ραγδαία˙ Σήμερα, οι πολίτες τους ζουν μια πιο πλούσια, μεγαλύτερη και πιο ευτυχισμένη ζωή. Ως επί το πλείστον, τα κράτη αυτά φαίνονται τώρα ακριβώς όπως και οποιαδήποτε άλλα με παρόμοια επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης. Έχουν γίνει κανονικές χώρες - και, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερες από κανονικές.

Παρά το γεγονός ότι, κατά μέσο όρο, μοιάζουν με τους ομολόγους τους, τα μεταβατικά κράτη έχουν γίνει πολύ πιο ποικιλόμορφα. Απορρίπτοντας το μοντέλο που επέβαλε η Μόσχα, επωφελήθηκαν από την βαρυτική έλξη των πλησιέστερων μη κομμουνιστικών γειτόνων τους: Οι χώρες τής Κεντρικής Ευρώπης έχουν γίνει πιο ευρωπαϊκές˙ Εκείνες της Κεντρικής Ασίας, περισσότερο ασιατικές. Στα χρόνια που έρχονται, οι δρόμοι τους θα συνεχίσουν πιθανόν να αντανακλούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων δύο δυνάμεων: Της παγκόσμιας δυναμικής τού εκσυγχρονισμού και του βαριδιού τής γεωγραφίας.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Για να γίνει κατανοητό το πόσο έχουν αλλάξει οι μετα-κομμουνιστικές χώρες, ας θυμηθούμε το πώς ξεκίνησαν. Πολιτικά, όλες ήταν αυταρχικά κράτη, κυβερνημένα από το εξουσιαστικό κόμμα. Κάθε μια είχε προπαγανδιστές για να λένε στους ανθρώπους τι να σκεφτούν, μυστική αστυνομία για τον εντοπισμό διαφωνούντων, και στρατόπεδα συγκέντρωσης για να στεγάζουν τους επικριτές τού καθεστώτος. Όλες έστηναν εκλογές- φάρσες στις οποίες το κόμμα κέρδιζε περισσότερο από 95% των ψήφων. Με τις εξαιρέσεις τής Γιουγκοσλαβίας και μετά το 1960 της Αλβανίας, η καθεμιά έπαιρνε εντολές από την Μόσχα, η οποία έστειλε τανκς στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968 για να συντρίψει λαϊκές εξεγέρσεις.

Όλες οι χώρες τού κομμουνιστικού μπλοκ είχαν κεντρικά ελεγχόμενες οικονομίες. Τα περισσότερα ή όλα τα ακίνητα ανήκαν στο κράτος, και οι τιμές καθορίζοντο από προγραμματιστές και όχι από τις αγορές. Η βαριά βιομηχανία κυριαρχούσε καθώς οι υπηρεσίες ήταν άτονες. Στην Σοβιετική Ένωση ο στρατός κατανάλωνε έως και 25% του ΑΕΠ στα τέλη τής δεκαετίας τού 1980, σε σύγκριση με κάτω από 6% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι το 1986, τα σοβιετικά εργοστάσια είχαν παράξει ένα απόθεμα 45.000 πυρηνικών κεφαλών.

Η ικανοποίηση των καταναλωτών δεν αποτελούσε προτεραιότητα. Για να πάρουν ένα διαμέρισμα στην δεκαετία τού 1980, οι αιτούντες στην Βουλγαρία έπρεπε να περιμένουν έως και 20 χρόνια, και εκείνοι στην Πολωνία, μέχρι και 30 χρόνια˙ Το ένα τέταρτο των ανθρώπων που συμπλήρωναν τις σοβιετικές λίστες αναμονής ήταν ήδη συνταξιούχοι. Οι αγοραστές αυτοκινήτων στην Ανατολική Γερμανία έπρεπε να δώσουν τις παραγγελίες τους 15 χρόνια νωρίτερα. Στην Ρουμανία, ο δικτάτορας Νικολάε Τσαουσέσκου έθεσε όλους τους πολίτες σε μια δίαιτα χαμηλή σε θερμίδες στις αρχές τής δεκαετίας τού 1980 για να εξοικονομήσει χρήματα για την αποπληρωμή τού εξωτερικού χρέους τής χώρας. Περιόρισε τον φωτισμό σε μια λάμπα 40-watt ανά δωμάτιο, την θέρμανση στα δημόσια κτίρια έως τους 57 βαθμούς φαρενάιτ, και τα τηλεοπτικά προγράμματα σε δύο ανιαρές ώρες την ημέρα.

Πάντως, οι κομμουνιστικές χώρες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και κάποια επιτεύγματα. Με μόλις 8% του παγκόσμιου πληθυσμού, η Σοβιετική Ένωση και άλλες χώρες του ανατολικού συνασπισμού κέρδισαν το 48% των μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες τής Σεούλ το 1988 και καυχήθηκαν για τους 53 από τους 100 κορυφαίους σκακιστές τού κόσμου εκείνη την χρονιά. Τα ποσοστά εκπαίδευσης και παιδείας ήταν υψηλά.

Ωστόσο, στα τελευταία χρόνια του, ο κομμουνισμός είχε λίγους υπερασπιστές. Για τον Βάτσλαβ Χάβελ, τον αντιφρονούντα τής Τσεχικής Δημοκρατίας που έγινε πρόεδρος, το σύστημα ήταν μια «τερατωδώς τεράστια, θορυβώδης και βρωμερή μηχανή». Χρόνια μετά την αποχώρησή του από την εξουσία, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο τελευταίος σοβιετικός πρόεδρος, χαρακτήρισε την οικονομία που κάποτε επέβλεψε ως «αδηφάγο» και που «κατασπαταλούσε πόρους».

Και τότε, απροσδόκητα, το σύστημα κατέρρευσε. Οι νέοι ηγέτες που εκλέγονται σε όλο το πρώην κομμουνιστικού μπλοκ βρήκαν τις οικονομίες τους σε κρίση. Το 1989, ο πληθωρισμός έφθασε το 640% στην Πολωνία και το 2.700% στην Γιουγκοσλαβία. Μέχρι το 1991, όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, η παραγωγή της έπεφτε κατά 15% τον χρόνο.

Όλες οι μετα-κομμουνιστικές κυβερνήσεις νομοθέτησαν μεταρρυθμίσεις – σχεδιασμένες να απελευθερώσουν τις τιμές και το εμπόριο, να εξισορροπήσουν τους προϋπολογισμούς, να περικόψουν τον πληθωρισμό, να δημιουργήσουν ανταγωνισμό, να ιδιωτικοποιήσουν τις κρατικές επιχειρήσεις, και να οικοδομήσουν προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας – παρ’ όλο που μερικές τις επιδίωξαν με μεγαλύτερη ταχύτητα και σθένος από ό, τι άλλες. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις αναδιαμόρφωσαν τις οικονομίες τους. Με την εγκατάλειψη του κεντρικού σχεδιασμού, οι μετα-κομμουνιστικές χώρες έγιναν, στο σύνολό τους, πιο φιλικές από την υπόλοιπη παγκόσμια αγορά. Μέχρι το 2011, ήταν κατά μέσο όρο στο 7,0 στον δείκτη οικονομικής ελευθερίας που καταρτίζεται σε ετήσια βάση από το Ινστιτούτο Fraser, μια καναδική ερευνητική ομάδα, σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο που είναι στο 6,8. Η πιο πλήρως μεταρρυθμισμένη τής ομάδας, η Εσθονία, κατετάγη μεταξύ της Δανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στα περισσότερα μέρη, οι κρατικοί βιομηχανικοί δεινόσαυροι έδωσαν την θέση τους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες άρχισαν να αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο μερίδιο του ΑΕΠ. Το μέσο μερίδιο της παραγωγής τού ιδιωτικού τομέα στις μετα-κομμουνιστικές χώρες ανέρχεται σήμερα σε 70%. Η βαριά βιομηχανία συρρικνώθηκε, και, κατά μέσο όρο, οι υπηρεσίες αυξήθηκαν από το 36% στο 58% της εθνικής παραγωγής μεταξύ 1990 και 2012. Σε καμία άλλη περιοχή τού κόσμου το διεθνές εμπόριο δεν επεκτάθηκε τόσο γρήγορα, με τον μέσο όρο τού όγκου των εισαγωγών και των εξαγωγών μαζί να ανεβαίνει από το 75% στο 114% του ΑΕΠ. Μετά από δεκαετίες που πέρασαν σε μεγάλο βαθμό συναλλασσόμενες η μια με την άλλη, τα μετα-κομμουνιστικά κράτη αναπροσανατολίστηκαν γρήγορα προς τις ξένες αγορές στην Ευρώπη και αλλού. Μέχρι το 2012, το μερίδιο των εξαγωγών που έστελναν στην ΕΕ είχε αυξηθεί - σε μέση αξία 69% για τις χώρες τής Ανατολικής Ευρώπης και 47% για τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Με λίγα λόγια, οι χώρες αναμόρφωσαν τα στρατιωτικοποιημένα, υπερβιομηχανοποιημέα, και κυριαρχούμενα από το κράτος συστήματά τους σε οικονομίες τής αγοράς προσανατολισμένες στην παροχή υπηρεσιών βασισμένες στην ιδιωτική ιδιοκτησία και ενσωματωμένες στα παγκόσμια εμπορικά δίκτυα. Πλέον, μη ούσες παραμορφωμένες ώστε να ταιριάξουν στα μαρξιστικά προγράμματα, οι οικονομικοί τους θεσμοί, το εμπόριο, και το κανονιστικό περιβάλλον τους σήμερα μοιάζει πολύ με εκείνα των άλλων χωρών με παρόμοια επίπεδα εισοδήματος.

Παρά αυτές τις αλλαγές, οι παρατηρητές κατηγορούν συχνά τις μετα-κομμουνιστικές μεταρρυθμίσεις για την κακή οικονομική επίδοση των μεταβατικών κρατών. Δύο κοινές κατηγορίες είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις ήταν θεμελιωδώς εσφαλμένες και ότι εφαρμόστηκαν με πολύ ριζοσπαστικό τρόπο. Αυτή η κριτική εγείρει δύο ερωτήματα: Πρώτον, αν η οικονομική απόδοση των κρατών υπήρξε πράγματι κακή, και δεύτερον, αν οι πιο ριζοσπαστικές στρατηγικές οδήγησαν σε χειρότερα αποτελέσματα από όσο αν επιλέγοντο πιο σταδιακές προσεγγίσεις. Η σύντομη απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι αρνητική.

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ

Ένα λογικό σημείο εκκίνησης για την αξιολόγηση των οικονομικών επιδόσεων μιας χώρας είναι το εθνικό εισόδημά της, αλλά οποιαδήποτε σύγκριση που χρησιμοποιεί στοιχεία από την σοβιετική εποχή πρέπει να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό. Για διάφορους λόγους, ένα μεγάλο μέρος τής παραγωγής που κατέγραφαν οι λογιστές τής κομμουνιστικής εποχής άξιζε πολύ λιγότερο από όσο ισχυρίζοντο. Εργοστάσια υπερέβαλλαν στην καταγραφή τής παραγωγής προκειμένου να κερδίσουν μπόνους, διογκώνοντας τα στοιχεία τού ΑΕΠ μέχρι και κατά 5%. Πολλά αγαθά που παρήγαγαν ήταν τόσο κακής ποιότητας που οι καταναλωτές αρνούντο να τα αγοράσουν. Οι κυβερνήσεις ξεκίνησαν τεράστια κατασκευαστικά έργα που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ (αλλά εξακολουθούν να καταγράφονται ως επενδυτικές δαπάνες, αυξάνοντας τις τιμές τού ΑΕΠ) και προχώρησαν σε τεράστιες αμυντικές δαπάνες εξαιρετικά αμφιβόλου αξίας. Πολύ λίγο από το επίσημο εθνικό εισόδημα των χωρών κατέληξε στις τσέπες των πολιτών. Το 1990, για παράδειγμα, η κατανάλωση των νοικοκυριών στις περισσότερα μη κομμουνιστικές χώρες αντιπροσώπευε πάνω από το 60% του ΑΕΠ. Αλλά στην Ρωσία, το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε λιγότερο από το ένα τρίτο τού ΑΕΠ, και στο Αζερμπαϊτζάν, έπεσε κάτω από το ένα τέταρτο.

Μεγάλο μέρος τής οικονομικής ύφεσης που καταγράφηκε κατά τα πρώτα χρόνια τής μετα-κομμουνιστικής μετάβασης -η μισή από αυτήν, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις - αντανακλά περικοπές σε πλασματικά έξοδα ή άχρηστες επενδύσεις. Αλλά ακόμη και εάν ληφθούν τα επίσημα στοιχεία στην ονομαστική τους αξία, η εικόνα που προκύπτει είναι πιο φωτεινή από ό, τι γενικά πιστεύεται. Παρά την αρχική συστολή, η μέση μετα-κομμουνιστική χώρα από την άποψη της ανάπτυξης (Ουζμπεκιστάν) επεκτάθηκε ελαφρώς ταχύτερα μεταξύ 1990 και 2011 από όσο η μέση χώρα οπουδήποτε αλλού στον κόσμο (Νορβηγία). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τής Νορβηγίας αυξήθηκε κατά 45% μεταξύ αυτών των ετών ενώ του Ουζμπεκιστάν αυξήθηκε κατά 47%. Η Βοσνία, όπου το εθνικό εισόδημα αυξήθηκε κατά περισσότερο από 450%, είχε τον τρίτο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στον κόσμο κατά την περίοδο αυτή. Η Αλβανία ήταν 16η, αναπτυσσόμενη κατά 134%, και η Πολωνία κατατάχθηκε 20η, με 119%. Και οι τρεις ξεπέρασαν τις παραδοσιακές ατμομηχανές τής ανάπτυξης, όπως το Χονγκ Κονγκ και την Σιγκαπούρη.

Η αύξηση της κατανάλωσης ήταν εξίσου δραματική. Από το 1990 έως το 2011, η κατά κεφαλήν κατανάλωση των νοικοκυριών στις μετα-κομμουνιστικές χώρες αυξήθηκε, κατά μέσο όρο, κατά 88%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο αύξησης 56% σε άλλα μέρη του κόσμου. Στην Πολωνία, η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 146%, μια αύξηση που ισοφάρισε εκείνη της Νότιας Κορέας. Στην Ρωσία, το επίπεδο αυξήθηκε κατά περισσότερο από 100%.

Οι απλοί άνθρωποι είδαν σημαντική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου. Η ιδιοκτησία αυτοκινήτου, μια καλή ένδειξη του διαθέσιμου εισοδήματος, αυξήθηκε στον μετα-κομμουνιστικό χώρο, ακόμη και καθώς το ΑΕΠ υποχωρούσε κατά τα πρώτα έτη τής μετάβασης. Μεταξύ 1993 και 2011, ο μέσος αριθμός των επιβατικών αυτοκινήτων αυξήθηκε από ένα για κάθε δέκα ανθρώπους σε ένα ανά τέσσερις. Στην Λιθουανία, την Πολωνία και την Σλοβενία, υπάρχουν τώρα περισσότερα αυτοκίνητα ανά άτομο από ό, τι στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην τεχνολογία των πληροφοριών, επίσης, η Ανατολική Ευρώπη έχει σημειώσει πρόοδο, εξελισσόμενη από ένα τέλμα σε έναν πρωταθλητή. Έως το 2013, οι συνδρομές κινητής τηλεφωνίας τής περιοχής ανά άτομο, στο 1,24, είχαν ξεπεράσει τον σχετικό δείκτη τής Δύσης. Ο μετα-κομμουνιστικός κόσμος διαθέτει πλέον μεγαλύτερο ποσοστό χρηστών τού Διαδικτύου - το 54% του πληθυσμού στην μέση χώρα - από οποιαδήποτε άλλη περιοχή εκτός από την Βόρεια Αμερική και την Δυτική Ευρώπη.

Οι πολίτες των μετα-κομμουνιστικών κρατών ταξιδεύουν επίσης περισσότερο από ποτέ˙ Έκαναν σχεδόν 170 εκατομμύρια τουριστικά ταξίδια στο εξωτερικό το 2012. Και στην πατρίδα, κατοικούν σε μεγαλύτερα διαμερίσματα: Από το 1991, ο ζωτικός χώρος ανά άτομο έχει επεκταθεί κατά 99% στην Τσεχική Δημοκρατία, 85% στην Αρμενία, και 39% στην Ρωσία. Χάρη σε μαζικά προγράμματα ιδιωτικοποίησης της στέγασης, τα ποσοστά ιδιοκτησίας κατοικιών έχουν διογκωθεί ανάμεσα στα υψηλότερα παγκοσμίως. Οι άνθρωποι τρώνε καλύτερα, επίσης. Σε επτά από τις εννέα πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που δημοσιεύουν σχετικά στατιστικά στοιχεία, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών έχει εκτοξευθεί. Οι Ουκρανοί, για παράδειγμα, έφαγαν 58% περισσότερα λαχανικά και 47% περισσότερα φρούτα το 2011 από όσο έκαναν πριν 20 χρόνια. Η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία γνώρισαν αυτό που οι ιατρικοί ερευνητές περιέγραψαν το 2008 στην Ευρωπαϊκή Επιθεώρηση Επιδημιολογίας ως «ίσως την πιο ταχεία μείωση της στεφανιαίας νόσου που παρατηρήθηκε ποτέ» αφότου οι καταναλωτές άρχισαν αντικαθιστούν τα ζωικά λίπη με φυτικά έλαια.

Όταν πρόκειται για την κοινωνική κινητικότητα, τα στατιστικά στοιχεία έρχονται σε αντίθεση με το στερεότυπο των κοινωνιών που διαχωρίζονται μεταξύ ολιγαρχών και ζητιάνων. Τα ποσοστά εγγραφών στο Πανεπιστήμιο, ήδη υψηλά, αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο μετά το 1989, σημειώνοντας αύξηση κατά μέσο όρο 33% μέχρι το 2012. Επίσης, από το 2012, στις μετα-κομμουνιστικές χώρες, το μέσο μερίδιο των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που επέλεξαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους ήταν υψηλότερο από όσο το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελβετία. Παρά το γεγονός ότι τα ποσοστά και της φτώχειας και της ανισότητας του εισοδήματος συχνά αυξήθηκαν στα πρώτα στάδια της μετάβασης, τα ποσοστά αυτά είναι τώρα χαμηλότερα στα μετα-κομμουνιστικά κράτη από όσο σε άλλες οικονομίες με συγκρίσιμα επίπεδα εισοδήματος.

Οι κυβερνήσεις έχουν επίσης κάνει περισσότερα για να διασφαλίσουν ότι οι πολίτες αναπνέουν καθαρότερο αέρα. Ο κομμουνισμός άφησε πίσω του ένα δάσος καμινάδων, αλλά από το 1990, οι 11 μετα-κομμουνιστικές χώρες που προσχώρησαν στην ΕΕ μείωσαν τις εκπομπές μονοξειδίου τού άνθρακα, οξειδίων τού αζώτου και οξειδίων τού θείου -κατά περισσότερο από το μισό. Ακόμη και καθώς οι οικονομίες τους αναπτύσσοντο, οι 12 μετα-σοβιετικές δημοκρατίες περιέκοψαν την απελευθέρωση επιβλαβών ρύπων από σταθερές πηγές στην ατμόσφαιρα κατά μέσο όρο κατά 66% μεταξύ 1991 και 2012.

Και παρά τους συχνούς υπολογισμούς τής εκτίναξης της θνησιμότητας μέσα στο άγχος τής μετάβασης, οι δημογραφικές τάσεις τής περιοχής απέχουν πολύ από το να είναι ζοφερές. Κατά μέσο όρο, το προσδόκιμο ζωής στα μετα-κομμουνιστικά κράτη αυξήθηκε από τα 69 χρόνια το 1990 στα 73 χρόνια το 2012. Ακόμη και στην Ρωσία, που από καιρό παρουσιάζεται ως μια δημογραφική ζώνη καταστροφής, το προσδόκιμο ζωής ανέρχεται σήμερα σε λίγο πάνω από 70 χρόνια - υψηλότερο από όσο υπήρξε ποτέ. Η βρεφική θνησιμότητα, ήδη χαμηλή, μειώθηκε ταχύτερα στις μετα-κομμουνιστικές χώρες σε ποσοστιαίους όρους από όσο σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή μεταξύ 1990 και 2012. Η μέση κατανάλωση αλκοόλ κινήθηκε προς τα κάτω επίσης, από τα 2,1 γαλόνια καθαρής αλκοόλης κατ’ έτος στο 1990 στα 2,0 γαλόνια το 2010. Εκεί έχουν υπάρξει εξαιρέσεις: Τα ποσοστά κατανάλωσης οινοπνεύματος αυξήθηκαν στην Ρωσία και τις χώρες τής Βαλτικής. Αλλά ακόμα και ο μέσος όρος των 2,9 γαλονιών το 2010 στην Ρωσία ήταν χαμηλότερος από εκείνον της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Ιρλανδίας.

Παρά το γεγονός ότι η πρόοδος στα επίπεδα διαβίωσης είναι σημαντική, η πιο ουσιαστική μεταμόρφωση του πρώην ανατολικού μπλοκ ήταν πολιτική. Οι πολίτες των περισσότερων από τα μεταβατικά κράτη ζουν υπό κυβερνήσεις που είναι πιο ελεύθερες και ανοικτές σήμερα από όσο σε οποιοδήποτε άλλο σημείο στην ιστορία τους. Ακόμη και στο πλαίσιο της παγκόσμιας αναβίωσης της δημοκρατίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η έκταση της πολιτικής αλλαγής στο πρώην ανατολικό μπλοκ είναι αξιοσημείωτη.

Λίγοι αριθμοί, λένε την ιστορία. Χρησιμοποιώντας το πιο κοινό μέτρο των πολιτικών καθεστώτων, ο δείκτης Πολιτείας (Polity index), συντάχθηκε από το Κέντρο για την Συστημική Ειρήνη (Center for Systemic Peace), τοποθετήσαμε τις χώρες σε μια κλίμακα από το μηδέν (για καθαρά δικτατορικά καθεστώτα) ως το 100 (για την ισχυρότερη μορφή δημοκρατίας). Το 1988, τα κράτη τού ανατολικού μπλοκ κατατάσσοντο μεταξύ του πέντε (Αλβανία) και του 40 (Ουγγαρία), με μέση βαθμολογία το 20, το οποίο ήταν κοντά στις εκτιμήσεις περί Αιγύπτου και Ιράν. Λαμβάνοντας υπόψη τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, οι κομμουνιστικές χώρες ξεχώριζαν ως ασυνήθιστα αυταρχικές. Μετά τις επαναστάσεις τής περιόδου 1989-1991, ο μέσος όρος τής περιοχής εκτοξεύθηκε, φθάνοντας στο 76 το 2013. Σήμερα, η μέση μετα-κομμουνιστική χώρα είναι ακριβώς τόσο ελεύθερη όσο θα περίμενε κανείς να είναι, δεδομένου του εισοδήματος της. Έξι παίρνουν την υψηλότερη βαθμολογία, στο ίδιο επίπεδο με την Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΥΨΗΟΤΕΡΑ

Οι μετα-κομμουνιστικές χώρες σήμερα απέχουν πολύ από το τέλειο. Αλλά οι περισσότερες από τις ελλείψεις τους είναι χαρακτηριστικές των κρατών σε παρόμοια στάδια οικονομικής ανάπτυξης. Από πολλές απόψεις, έχουν καλύτερη απόδοση από όση προϋποθέτουν τα εισοδήματά τους, και στις λίγες περιπτώσεις που υστερούν, οδεύουν σχεδόν πάντα προς την σωστή κατεύθυνση.

Δείτε την δωροδοκία. Η περιοχή συνήθως πετύχαινε χαμηλή βαθμολογία στους δείκτες μέτρησης της αντιληπτής διαφθοράς. Η επίδοση αυτή δεν αποτελεί έκπληξη, δεδομένου ότι οι εν λόγω δεικτες οικοδομούνται εν μέρει από έρευνες σε διεθνείς επιχειρηματίες, οι οποίοι είναι πιθανό να επηρεάζονται από την δυσάρεστη εικόνα τής περιοχής στα παγκόσμια μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αλλά οι ρυθμοί τής δωροδοκίας που αναφέρθηκαν από τους πολίτες των μετα-κομμουνιστικών χωρών σε ανώνυμες έρευνες δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Τα ποσοστά αυτά, αν και υψηλά, είναι χαρακτηριστικά για χώρες με παρόμοια επίπεδα εισοδήματος. Δημοσκοπήσεις που διεξήχθησαν μεταξύ 2010 και 2013 από το παρατηρητήριο της Διεθνούς Διαφάνειας έδειξαν ότι λιγότεροι άνθρωποι ανέφεραν δωροδοκίες στο μέσο μετα-κομμουνιστικό κράτος (23%) από όσοι σε άλλες χώρες (28%).

Όταν πρόκειται για την ένοπλη σύγκρουση, επίσης, η περιοχή δεν διαφέρει από άλλα μέρη με συγκρίσιμα επίπεδα ανάπτυξης. Παρά τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία, την Τσετσενία, και τώρα την Ουκρανία, οι μετα-κομμουνιστικές χώρες δεν είχαν περισσότερες πιθανότητες από όσες τα παρομοίως ανεπτυγμένα κράτη να βιώσουν συγκρούσεις ή εμφύλιους πολέμους κατά την διάρκεια των τελευταίων 25 ετών. Ούτε αναφέρουν υψηλότερα ποσοστά θανάτων σε πολέμους ή αντάρτικη βία, είτε σε απόλυτους αριθμούς είτε ανά κάτοικο. Και παρ’ όλο που η ουκρανική διαμάχη είναι πολύ πρόσφατη για να συμπεριληφθεί στους υπολογισμούς αυτούς, είναι απίθανο να αλλάξει σημαντικά αυτά αποτελέσματα, εκτός εάν οι εχθροπραξίες εκεί βγουν εκτός ελέγχου.

Πίσω από αυτά τα δεδομένα υπάρχει η δραματική αποστρατικοποίηση της περιοχής: Ενώ οι αμυντικές δαπάνες τής Σοβιετικής Ένωσης κάποτε έφταναν το 25% του ΑΕΠ, κανένα από τα διάδοχα κράτη της, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας τής Ρωσίας, δεν δαπανά περισσότερα από 5% σήμερα. Ακόμη και καθώς η συμμαχία τους αποσυντέθηκε, τα κράτη-μέλη τού πρώην Συμφώνου τής Βαρσοβίας κατόρθωσαν να καταργήσουν ένα εκατομμύριο στρατιώτες.

Ο πληθωρισμός και η ανεργία είναι δύο άλλες περιπτώσεις. Στην δεκαετία τού 1990, οι περισσότερες από τις μετα-κομμουνιστικές χώρες υπέφεραν χρόνια αύξησης τιμών και ανεργίας. Παρ’ όλα αυτά, από το 2012 ο πληθωρισμός έχει σταθεροποιηθεί σχεδόν παντού˙ Ο μέσος ρυθμός πληθωρισμού στις μετα-κομμουνιστικές οικονομίες όντως μειώθηκε κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Και παρ’ όλο που η ανεργία παραμένει αρκετές ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα στις υπό μετάβαση χώρες από όσο σε συγκρίσιμα κράτη, μειώθηκε από το υψηλότερο επίπεδό του περίπου το 2000.

Τα τελευταία χρόνια έχουν επίσης δει βελτιώσεις σε έναν άλλο τομέα στον οποίο τα μετα-κομμουνιστικά κράτη υπολείποντο του υπόλοιπου κόσμου: Στην ευτυχία των πολιτών τους. Σύμφωνα με την τελευταία Έρευνα Αξιών τού Κόσμου (World Values Survey), η οποία διεξήχθη την περίοδο 2010-2014, η περιοχή πλησιάζει και σε αυτό, επίσης. Κατά μέσο όρο, το 81% των ερωτηθέντων στις μετα-κομμουνιστικές χώρες ανέφεραν ότι ήταν είτε «πολύ» είτε «αρκετά» ευχαριστημένοι, σε σύγκριση με το 84% παγκοσμίως. Για το επίπεδο των εισοδημάτων τους, οι χώρες αυτές δεν είναι πλέον σε ιδιαίτερη κατάθλιψη - ακόμα κι αν οι κάτοικοί τους εκφράζουν ασυνήθιστη δυσαρέσκεια για τις δουλειές τους, τις κυβερνήσεις τους, καθώς και τα συστήματα εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης. Τα ποσοστά αυτοκτονίας, εξακολουθούν να είναι σχετικά υψηλά, αλλά έχουν μειωθεί αισθητά από το τέλος τού κομμουνισμού.

ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η μελέτη των μέσων όρων συσκοτίζει την μεγάλη διακύμανση που προέκυψε μετά την κατάρρευση της επιβεβλημένης από την Μόσχα ομοιομορφίας. Σήμερα, οι αντιθέσεις μεταξύ διαφορετικών μετα-κομμουνιστικών χωρών είναι εντυπωσιακή. Η Πολωνία έχει εξελιχθεί σε μια δημοκρατία τής ελεύθερης αγοράς, τής οποίας το εισόδημα έχει υπερδιπλασιαστεί από το 1990˙ Το Τατζικιστάν παραμένει μια σημαδεμένη από τον πόλεμο και εξαιρετικά φτωχή δικτατορία, με επικεφαλής τον ίδιο ηγέτη για περισσότερα από 20 χρόνια.

Μια επαναλαμβανόμενη εξήγηση για την απόκλιση των οικονομικών αποτελεσμάτων είναι ότι σε ορισμένες χώρες οι αξιωματούχοι υπονόμευσαν τις επιδόσεις επιδιώκοντας μεταρρυθμίσεις πάρα πολύ επιθετικά. Σύμφωνα με αυτή την λογική, μια πιο αργή, πιο μεθοδική προσέγγιση επέτρεψε σε άλλες χώρες να καταφέρουν πιο επιτυχημένες μεταβάσεις. «Οι σταδιακές πολιτικές οδηγούν σε λιγότερο πόνο βραχυπρόθεσμα, σε μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική σταθερότητα, και σε ταχύτερη ανάπτυξη μακροπρόθεσμα», υποστήριξε ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς το 2002 στο βιβλίο του Η Παγκοσμιοποίηση και η Δυσαρέσκεια για Αυτήν (Globalization and Its Discontents). «Στον αγώνα μεταξύ της χελώνας και του λαγού, φαίνεται ότι η χελώνα έχει κερδίσει και πάλι». Αυτή η εξήγηση άρεσε σε εκείνους του πρώην σοβιετικού μπλοκ που είδαν τα προνόμιά τους να απειλούνται από την φιλελευθεροποίηση και σε εκείνους τής Δύσης που δεν εμπιστεύοντο τις δυνάμεις τής αγοράς. Αλλά ήταν λάθος: Από τα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, οι χώρες που είχαν υιοθετήσει ολόψυχα τις μεταρρυθμίσεις είχαν πολύ καλύτερες επιδόσεις από εκείνες που τις είχαν καθυστερήσει.

Μια απλή ματιά στα στοιχεία υποστηρίζει αυτό το συμπέρασμα. Για την μέτρηση του ρυθμού των μεταρρυθμίσεων, ανατρέξαμε στους δείκτες που αναπτύχθηκαν από την «Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη», προσαρμόζοντάς τους να προσδώσουν σε κάθε χώρα μια ετήσια βαθμολογία μεταξύ μηδέν και 100, με βάση το πόσο στενά θα έμοιαζε σε μια οικονομία τής ελεύθερης αγοράς. Χαρακτηρίσαμε εκείνες που ανέβηκαν περισσότερο από 40 πόντους στα τρία πρώτα χρόνια τής μετάβασης ως «ριζικούς μεταρρυθμιστές». Εννέα κράτη έπιασαν αυτό το μέτρο: Η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, το Κιργιστάν, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Ρωσία και η Σλοβακία. Χαρακτηρίσαμε τις χώρες των οποίων οι βαθμολογίες ανέβηκαν κατά 25 έως 40 μονάδες «σταδιακούς μεταρρυθμιστές», και εκείνες με μια άνοδο μικρότερη από 25 βαθμούς ως «αργούς μεταρρυθμιστές».

Η σύγκριση της οικονομικής απόδοσης των τριών αυτών ομάδων αποκαλύπτει ότι οι πιο γρήγορες και πιο εμπεριστατωμένες μεταρρυθμίσεις συνεπάγοντο λιγότερο, όχι περισσότερο, οικονομικό πόνο. Για να είμαστε δίκαιοι, από την αρχή τής μετάβασης τους, πολλές χώρες στην ριζική ομάδα είχαν βιώσει μια ελαφρώς μεγαλύτερη πτώση τής παραγωγής από όση είχαν οι σταδιακοί μεταρρυθμιστές. Αλλά μετά από τρία χρόνια, οι ριζικοί όρμησαν μπροστά, ξεπερνώντας κατά πολύ τους σταδιακούς. Εν τω μεταξύ, οι αργοί μεταρρυθμιστές είχαν το χειρότερο αποτέλεσμα και συνεχίζουν να σέρνονται πίσω από τις άλλες δύο ομάδες μέχρι σήμερα.

Οι σταδιακοί μεταρρυθμιστές τελικά πρόφθασαν τους ριζικούς μεταρρυθμιστές, αλλά όχι πριν να υποφέρουν πολλά χρόνια δαπανηρής υποαπόδοσης. Σε σύγκριση με τις χώρες που ανυπόμονα αγκάλιασαν τις ελεύθερες αγορές, οι σταδιακοί χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να ανακάμψουν στα προηγούμενα επίπεδα της κατανάλωσης των νοικοκυριών και να σταθεροποιήσουν τον πληθωρισμό. Και στον βαθμό που μπορεί κανείς να πει από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, η ανεργία έπληξε τους αργούς μεταρρυθμιστές, όπως η Αρμενία και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία τής Μακεδονίας, πιο σκληρά από όσο τα υπόλοιπα μεταβατικά κράτη. Συνολικά, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι μια σταδιακή προσέγγιση μείωσε τον πόνο τής μετάβασης. Όλα τα σημάδια δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση: Ήταν οι λαγοί, όχι οι χελώνες, οι οποίοι κέρδισαν. Πολλές από τις χελώνες τελικά πρόφθασαν, αλλά μόνο μετά από ένα πιο εξαντλητικό ταξίδι.

Εκτός από αυτή την παραλλαγή, ένα άλλο εντυπωσιακό μοτίβο ξεπηδά από κάθε χάρτη τής περιοχής. Οι παλιές προβλέψεις ότι όλες οι χώρες σε μεταβατικό στάδιο θα καταλήξουν να μοιάζουν με Δυτικά κράτη ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Οι χώρες έχουν πράγματι συγκλίνει, αλλά προς έναν διαφορετικό στόχο: Τους γείτονές τους. Με πολλούς τρόπους, τα μετα-κομμουνιστικά κράτη έχουν γίνει περισσότερο σαν τις πλησιέστερες στα σύνορά τους μη κομμουνιστικές χώρες.

Τα κράτη τής Βαλτικής ήρθαν πιο κοντά στην Φινλανδία, καθώς και οι χώρες τού Καυκάσου έχουν μετακινηθεί προς το Ιράν και την Τουρκία. Τα κράτη τής Κεντρικής Ασίας έχουν γίνει περισσότερο όμοια με το Αφγανιστάν και το Ιράν. Οι χώρες τής Κεντρικής Ευρώπης έχουν προσεγγίσει την Αυστρία και την Γερμανία, αλλά με τις περιστασιακές αποκλίσεις προς τους γείτονες προς τα ανατολικά τους. Υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις σε αυτό το πρότυπο - κυρίως η Λευκορωσία, η οποία έχει γίνει πολύ πιο αυταρχική από τα γειτονικά μη κομμουνιστικά κράτη. Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, έχοντας ξεφύγει από την Μόσχα, οι πρώην δορυφόροι τής ΕΣΣΔ επιτάχυναν προς τα έξω, συγχωνευόμενοι με το τοπικό περιβάλλον τους.

Τα χαρακτηριστικά τού εκάστοτε πλησιέστερου μη κομμουνιστικού γείτονα του κάθε κράτους το 1990, προσφέρουν ισχυρές ενδείξεις για το πώς θα εξελιχθεί το κράτος στην συνέχεια. Λαμβάνοντας υπόψη το σημείο εκκίνησης της κάθε χώρας, όσο πιο πλούσιοι, δημοκρατικοί και οικονομικά φιλελεύθεροι είναι οι μη κομμουνιστικοί γείτονες, τόσο πιο πλούσιο, δημοκρατικό και οικονομικά φιλελεύθερο θα γίνει τελικά το κράτος. Η σύγκλιση αυτή εκδηλώθηκε επίσης με πιο λεπτούς τρόπους - για παράδειγμα, σε ποσοστά εγγραφής στα Πανεπιστήμια, τα επίπεδα της κατανάλωσης αλκοόλ, και ακόμη και το προσδόκιμο ζωής. Μερικές φορές, οι γείτονες επηρέασαν άμεσα τις προοπτικές ανάπτυξης των χωρών, όπως όταν οι ισλαμιστές μαχητές επιτέθηκαν στο Τατζικιστάν από τα σύνορα με το Αφγανιστάν ή όταν γερμανικές εταιρείες έστησαν μονάδες παραγωγής στην Τσεχική Δημοκρατία. Όμως, ένα πιο σημαντικό κίνητρο σύγκλισης ήταν πιθανώς τα υποκείμενα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που προηγήθηκαν τόσο του κομμουνισμού όσο και των σύγχρονων εθνικών συνόρων.

ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Πριν από δέκα χρόνια, υποστηρίξαμε στο Foreign Affairs ότι η Ρωσία είχε γίνει «μια φυσιολογική χώρα», της οποίας τα οικονομικά και πολιτικά ελαττώματα αντικατόπτριζαν εκείνα άλλων κρατών σε παρόμοια επίπεδα ανάπτυξης. Θεωρήσαμε ότι η ανάπτυξή της θα συνεχιστεί, εκσυγχρονίζοντας παράλληλα την κοινωνία της. Αυτή η πρόβλεψη έγινε πραγματικότητα: Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τής Ρωσίας έχει αυξηθεί ένα άλλο 39% από το 2004, και η διείσδυση του Διαδικτύου έχει τετραπλασιαστεί, ξεπερνώντας εκείνη της Ελλάδας.

Όσον αφορά την πολιτική, παρουσιάσαμε δύο πιθανά σενάρια. Το πρώτο έθετε «την ενίσχυση του δημοκρατικού ανταγωνισμού και την εμφάνιση μιας πιο έντονης κοινωνίας των πολιτών». Το δεύτερη προέβλεπε μια «διολίσθηση προς ένα αυταρχικό καθεστώς που [θα] διοικείτο από επαγγελματίες των Υπηρεσιών ασφαλείας κάτω από το φύλλο συκής των τυπικών δημοκρατικών διαδικασιών». Η εικασία μας ήταν ότι η Ρωσία θα χαράξει μια πορεία που βρίσκεται κάπου μεταξύ αυτών των δύο άκρων - μια εικασία που αποδείχθηκε ότι ήταν υπερβολικά αισιόδοξη. Στο τέλος, ο πρόεδρος της Ρωσίας διάλεξε την δεύτερη επιλογή.

Η αυταρχική στροφή τού Πούτιν καθιστά σαφώς την Ρωσία πιο επικίνδυνη. Αλλά δεν κάνει, μέχρι στιγμής, την χώρα πολιτικά ανώμαλη. Στην πραγματικότητα, σε ένα σχεδιάγραμμα βαθμολογιών Πολιτείας διαφορετικών κρατών σε σύγκριση με τα εισοδήματά τους, η Ρωσία εξακολουθεί να αποκλίνει ελάχιστα από το γενικό πρότυπο. Για μια χώρα με το εθνικό εισόδημα της Ρωσίας, η προβλεπόμενη βαθμολογία Πολιτείας το 2013 ήταν 76 στην κλίμακα των 100 βαθμών. Η πραγματική βαθμολογία τής Ρωσίας ήταν 70, στο ίδιο επίπεδο με την Σρι Λάνκα και την Βενεζουέλα.

Αν η Ρωσία γίνει ακόμα πιο πλούσια χωρίς να απελευθερωθεί πολιτικά, τότε θα γίνει όντως ανώμαλη. Μόνο τρεις ομάδες χωρών είναι πλουσιότερες από ό, τι είναι [η Ρωσία] σήμερα: Οι αναπτυγμένες δημοκρατίες, οι πλούσιες σε πετρέλαιο δικτατορίες (ως επί το πλείστον στον Περσικό Κόλπο), καθώς και τα εμπορικά πόλεις-κράτη, όπως η Σιγκαπούρη και το Μακάο. Η Ρωσία δεν μπορεί προφανώς να γίνει μια πόλη-κράτος, και δεν διαθέτει αρκετούς φυσικούς πόρους για να γίνει μια δικτατορία αραβικού στυλ. (Το ετήσιο εισόδημά της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο φθάνει σε περίπου 3.000 δολάρια ανά πολίτη, σε σύγκριση με τα 34.000 δολάρια για το Κουβέιτ). Γι’ αυτό θα πρέπει προφανώς να επιλέξει μεταξύ του να βιώσει στασιμότητα ή να επιδιώξει την οικονομική ανάπτυξη σε συνδυασμό με μεγαλύτερο εκδημοκρατισμό. Προς το παρόν, το Κρεμλίνο φαίνεται να έχει αφοσιωθεί στην πρώτη επιλογή, αλλά και οι προτιμήσεις του θα μπορούσαν να αλλάξουν με τον χρόνο.

Ωστόσο, ο αυξανόμενος αυταρχισμός τής Ρωσίας δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από την αξιοσημείωτη πρόοδο στην μετα-κομμουνιστική περιοχή στο σύνολό της. Είκοσι πέντε χρόνια πριν, οι χώρες τού ανατολικού μπλοκ αντιπροσώπευαν έναν εναλλακτικό πολιτισμό. Το να τις φανταστούμε να συγκλίνουν γρήγορα με την παγκόσμια επικρατούσα τάση απαιτούσε ένα ορισμένο θράσος. Ωστόσο, αυτό είναι ακριβώς που έκαναν. Η μετάβαση είχε τις απογοητεύσεις της. Αλλά συνολικά, οι αλλαγές από το 1989 υπήρξαν μια εξαιρετική επιτυχία.

Είναι καιρός να επανεξετάσουμε την εσφαλμένη εκτίμηση της περιόδου αυτής. Οι μεταρρυθμίσεις τής αγοράς, οι προσπάθειες να οικοδομηθεί η δημοκρατία, και οι αγώνες ενάντια στην διαφθορά δεν απέτυχαν, παρά το γεγονός ότι παραμένουν ελλιπείς. Ο ισχυρισμός ότι μια σταδιακή πορεία οικονομικής μεταρρύθμισης θα ήταν πιο αποτελεσματική και λιγότερο επώδυνη αντικρούεται από τα αποδεικτικά στοιχεία. Η μετα-κομμουνιστική μετάβαση δεν αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του φιλελεύθερου καπιταλισμού ή τις δυσλειτουργίες τής δημοκρατίας. Αντίθετα, αποδεικνύει την ανωτερότητα και την συνεχή υπόσχεση αμφοτέρων.

Σημείωση: Πλήρεις πηγές και στοιχεία για αυτό το δοκίμιο είναι διαθέσιμα εδώ [1].

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/142200/andrei-shleifer-and-daniel...

Σύνδεσμος:
[1] http://www.sscnet.ucla.edu/polisci/faculty/treisman/Pages/shortpieces.html

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr