Οι Χούτι και η αντεπίθεση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι Χούτι και η αντεπίθεση

Η Σαουδική Αραβία εισβάλλει στην Υεμένη
Περίληψη: 

Με την επέμβαση στην Υεμένη, ο στρατός της Σαουδικής Αραβίας προσπαθεί να σκοτώσει «με ένα σμπάρο πολλά τρυγόνια»: Να διαφυλάξει την χώρα από μια άμεση στρατιωτική απειλή, να διεκδικήσει την ηγεσία του αραβικού κόσμου και να διορθώσει αυτό που θεωρεί γεωπολιτική ανισορροπία στη Μέση Ανατολή μεταξύ της ίδιας και του Ιράν.

Ο BILAL Υ. SAAB είναι βασικός συνεργάτης για την Ασφάλεια στην Μέση Ανατολή στο Brent Scowcroft Center on International Security στο Atlantic Council.

Με την επέμβαση στην Υεμένη, ο στρατός της Σαουδικής Αραβίας προσπαθεί να σκοτώσει «με ένα σμπάρο πολλά τρυγόνια». Βραχυπρόθεσμα, θα διαφυλάξει την χώρα που το Ριάντ αντιλαμβάνεται ως άμεση στρατιωτική απειλή από την προέλαση φιλο-ιρανών ανταρτών Χούτι. Εν τω μεταξύ, διεκδικεί την ηγεσία του αραβικού κόσμου και την εδραίωση του ελέγχου της σε αυτό που αποτελεί τον τελευταίο καιρό ένα γεμάτο ένταση Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council, GCC). Μακροπρόθεσμα, θα διορθώσει εκείνο που θεωρεί ως μια γεωπολιτική ανισορροπία στην Μέση Ανατολή μεταξύ της ίδιας και του Ιράν. Τα τελευταία χρόνια, η ισχύς κλίνει σε μεγάλο βαθμό προς το Ιράν, εν μέρει λόγω της περιστολής των ΗΠΑ.

Το βασίλειο βρίσκεται σε μια αρκετά καλή θέση ώστε να καταφέρει να επιτύχει τους δυο πρώτους στόχους του. Ενώ, αν παίξει σωστά τα χαρτιά του, θα μπορούσε να επιτύχει σημαντική πρόοδο με τον τρίτο και, ως εκ τούτου, να βελτιώσει την θέση του στην περιοχή σε μια εποχή όπου η επιρροή άλλων παραδοσιακών δυνάμεων όπως της Αίγυπτου, του Ιράκ και της Συρίας αιμορραγεί λόγω εγχώριων συγκρούσεων, πολιτικών αναταραχών και οικονομικής κατάρρευσης. Δεν λείπουν, βέβαια, οι κίνδυνοι στο πλαίσιο της στρατηγικής της Σαουδικής Αραβίας, ενώ πολλά είναι εκείνα που θα μπορούσαν να πάνε στραβά. Η νέα Σαουδική ηγεσία, όμως, αποφάσισε ότι η εναλλακτική –η απραξία- θα επέφερε ένα αφόρητο κόστος.

Η Υεμένη υπήρξε αγκάθι στο πλευρό της Σαουδικής Αραβίας (και άλλων χωρών του Αραβικού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου του Ομάν), από τότε που η τελευταία ιδρύθηκε κατά την δεκαετία του 1930. Οι απειλές του μαρξισμού, του λαϊκισμού και, πρόσφατα, του ισλαμικού εξτρεμισμού με την άνοδο της αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο, μετέτρεψαν την Υεμένη σε κίνδυνο εθνικής ασφάλειας για την Σαουδική Αραβία. Σήμερα, η Σαουδική Αραβία θεωρεί επικίνδυνη την κατάληψη μεγάλου μέρους της Υεμένης από Σιίτες Χούτι, ιδιαίτερα των εδαφών κοντά στα σύνορα με την Σαουδική Αραβία. Την περασμένη εβδομάδα, για να απωθήσει τους Χούτι, η Σαουδική Αραβία, σε συντονισμό με άλλες εννέα χώρες (το Μπαχρέιν, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Κουβέιτ, το Μαρόκο, το Πακιστάν, το Κατάρ, το Σουδάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), ξεκίνησε μια εντατική αεροπορική εκστρατεία και απέκλεισε τις ακτές της Υεμένης.

Η Σαουδική Αραβία, η οποία προειδοποίησε προσωπικά την Ουάσιγκτον σχετικά με τους περιορισμούς των αεροπορικών δυνάμεων στον αγώνα εναντίον της αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της αλ-Σαμ, γνωρίζει ότι οι αεροπορικές επιθέσεις δεν θα καταφέρουν να διορθώσουν από μόνες τους την κατάσταση στην Υεμένη ή να αποτρέψουν την κατάρρευσή της. Αλλά πιστεύει πως μια περιορισμένη στρατιωτική δράση θα βοηθήσει στην εξουδετέρωση της απειλής στην ασφάλεια που προκαλείται από τους Χούτι, με την καταστροφή των επιθετικών στρατιωτικών δυνατοτήτων της οργάνωσης -συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών πυραύλων, των αποθηκών όπλων, των δεξαμενών και των μαχητικών αεροσκαφών που έχει κατάσχει από τον στρατό της Υεμένης και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά των συμφερόντων της Σαουδικής Αραβίας- και την αποκατάσταση της εκλεγμένης κυβέρνησης του προέδρου, Abed Mansour Hadi, σε τουλάχιστον ένα τμήμα της χώρας, ιδιαίτερα στον νότο γύρω από το λιμάνι του Άντεν και την αεροπορική βάση στο al-Anad.

Η Σαουδική Αραβία ελπίζει, επίσης, ότι η χρήση βίας θα αλλάξει σταδιακά την εσωτερική ισορροπία της εξουσίας στην Υεμένη και θα υποχρεώσει τους Χούτι, οι οποίοι λαμβάνουν τόσο στρατιωτική και υλικοτεχνική υποστήριξη όσο και την στήριξη των μυστικών Υπηρεσιών της Τεχεράνης, να καθίσουν στο τραπέζι των ειρηνευτικών συνομιλιών με την εκλεγμένη κυβέρνηση της Υεμένης και άλλες παρατάξεις, συμπεριλαμβανομένου του αυτονομιστικού νοτίου κινήματος, του Γενικού Λαϊκού Κογκρέσου με επικεφαλής τον πρώην πρόεδρο, Ali Abdullah Saleh, καθώς και την Σύνοδο για τις Μεταρρυθμίσεις της Υεμένης που στηρίζεται από την Σαουδική Αραβία (al-Islah).

Εάν η πολιτικο-στρατιωτική προσέγγιση του Ριάντ αποδειχθεί αποτελεσματική, η αναγκαιότητα μιας επικίνδυνης στρατιωτικής εισβολής θα μειωθεί δραστικά. Κλειδί για την επιτυχίας αυτής της διττής τακτικής, ωστόσο, είναι η μεθοδική διάλυση της συμμαχίας που έχει σχηματιστεί μεταξύ των Χούτι και των δυνάμεων του Σάλεχ. Κάτι τέτοιο απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σειρά πολιτικών και οικονομικών κινήτρων, τα οποία το Ριάντ ήδη προετοιμάζει.

Η επιθυμία κι η δυνατότητα ενός μεγάλου και καλά εφοδιασμένου κινήματος Χούτι να εισέλθει σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ειδικά αν το Ιράν αποφασίσει να ρισκάρει περισσότερο στην Υεμένη και να αναγκάσει την Σαουδική Αραβία και άλλες αντιπάλους του να συμμετάσχουν σε έναν πόλεμο αντοχής. Αλλά είναι πιθανό ότι η Τεχεράνη, τα σημαντικότερα συμφέροντα της οποίας εστιάζονται κυρίως στο Ιράκ και την Συρία, θα αποφασίσει να αποκλιμακώσει την κατάσταση και να ωθήσει τους τοπικούς συμμάχους της να επιδιώξουν μια πολιτική λύση που θα τους εξασφαλίσει ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας (το οποίο μπορεί τελικά να αποτελέσει μια από τις έξι επαρχίες όπως αυτές ορίζονται από το σχέδιο του συντάγματος, χωρίς να έχουν όμως πρόσβαση στην θάλασσα). Είναι επίσης απίθανο οι Χούτι να προχωρούσαν μόνοι τους σε μια τέτοια σύγκρουση, διότι αυτή θα σήμαινε πόλεμο με τις περισσότερες από τις άλλες παρατάξεις της Υεμένης.

Από την πλευρά του, ο Saleh έχει αποδοκιμάσει την υπό σαουδική ηγεσία «επιχείρηση Καταιγίδα Αποφασιστικότητας», αλλά ίσως με την κατάλληλη αποζημίωση και κάποια εγγύηση πολιτικής επιβίωσης, θα μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τους Χούτι. Το Ριάντ, όμως, δεν έχει επιδείξει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για συναλλαγή με τον Σάλεχ και τον γιο του, ο οποίος σύμφωνα με τον σαουδικής ιδιοκτησίας τηλεοπτικό σταθμό al Arabiya, πλησίασε τις Αρχές της Σαουδικής Αραβίας δύο ημέρες πριν από την έναρξη της στρατιωτικής εκστρατείας προσφέροντας τους να στραφεί εναντίον των Χούτι ζητώντας ως αντάλλαγμα ασυλία για τον ίδιο και τον πατέρα του.