Το δίλημμα της Τουρκίας στην Υεμένη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το δίλημμα της Τουρκίας στην Υεμένη

Γιατί η Άγκυρα συμμετέχει στην εκστρατεία της Σαουδικής Αραβίας εναντίον των Χούδι
Περίληψη: 

Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία έχει συμμαχήσει με την Σαουδική Αραβία στην Υεμένη, δεν θα υποστηρίξει το Ριάντ στο να αντιπαρατεθεί με τις σιιτικές δυνάμεις της περιοχής οποτεδήποτε σύντομα. Αντίθετα, η στρατηγική της Άγκυρας βασίζεται σε μια προσεκτική εξισορρόπηση της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράν.

Ο AARON STEIN είναι διδακτορικός υπότροφος στο Geneva Center for Security Policy και συνεργαζόμενο μέλος στο Royal United Services Institute στο Λονδίνο.

Τον περασμένο μήνα, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ταξίδεψε στο Ριάντ για να συναντηθεί με τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Σαλμάν. Η συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, φάνηκε να έσπειρε τους σπόρους για μια σημαντική εξέλιξη: Τρεις εβδομάδες αργότερα, η Τουρκία εξέφρασε την υποστήριξή της [1] για την υπό σαουδική ηγεσία εκστρατεία στην Υεμένη. Με τον τρόπο αυτό, ενέκρινε επίσημα την αεροπορική εκστρατεία του Ριάντ εναντίον των Χούδι, τους οπαδούς του κλάδου των Ζαΐντι του σιιτικού Ισλάμ που σάρωσαν τα βορειοδυτικά της χώρας αυτής με την υποστήριξη ορισμένων υεμενίτικων στρατιωτικών φατριών.

Η είδηση τροφοδότησε εικασίες ότι η Άγκυρα ήταν έτοιμη να εισέλθει πιο ανοιχτά στην σεκταριστική διαμάχη στην περιοχή. Ορισμένοι παρατηρητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Τουρκία ήταν πλέον μέρος του άξονα υπό την ηγεσία των σουνιτών της Σαουδικής Αραβίας και ήταν έτοιμη να αμφισβητήσει δημοσίως το Ιράν, το οποίο έχει δώσει κάποια στήριξη στους Χούδι. Μπορεί να υπάρχει κάποια βάση σε αυτούς τους ισχυρισμούς: Ο Ερντογάν έχει έκτοτε συνδέσει ρητά [2] την ανάδυση των Χούδι με την Ιρανική ενθάρρυνση και κάλεσε «το Ιράν και τις τρομοκρατικές ομάδες» να αποχωρήσουν από την Υεμένη. Παρ’όλα αυτά, τα συμπεράσματα αυτού του είδους είναι πολύ απλοϊκά, αποτυγχάνοντας να συλλάβουν είτε τα ρήγματα που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την σχέση της Σαουδικής Αραβίας με την Τουρκία είτε τον ρεαλισμό που βρίσκεται στον πυρήνα της.

Είναι αλήθεια ότι η απόφαση της Τουρκίας να ενταχθεί στον συνασπισμό υπό την ηγεσία των Σαουδαράβων εναντίον των Χούδι προέρχεται από το πρωταρχικό ενδιαφέρον της να ενισχύσει τους δεσμούς με την νέα ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας. Με το να θέσει τον στόχο αυτό, ο Ερντογάν επιδιώκει να επιδιορθώσει τις σχέσεις των δύο χωρών. Παρά το γεγονός ότι η Άγκυρα έχει παραδοσιακά ακολουθήσει μια διακριτή πολιτική προς Ριάντ -πιο πρόσφατα κατά την διάρκεια της ανάπτυξης των στρατευμάτων του βασιλείου στο Μπαχρέιν- οι δύο πλευρές έχουν βρεθεί τον τελευταίο καιρό πιο συχνά αντίθετες από ό, τι σε συμφωνία. Ανάμεσα στα κύρια σημεία διαφωνίας τους ήταν η άνοδος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο (την οποία η Τουρκία υποστήριξε και η Σαουδική Αραβία όχι) και, γενικότερα, το μέλλον του πολιτικού Ισλάμ στον αραβικό κόσμο.

Μετά την έναρξη των αραβικών εξεγέρσεων, η Τουρκία τοποθετήθηκε ως υπέρμαχος της δημοκρατικής αλλαγής. Το 2012, ο Αχμέτ Νταβούτογλου, τότε υπουργός Εξωτερικών και νυν πρωθυπουργός, ανακοίνωσε [3] ότι η μετά την Αραβική Άνοιξη πολιτική της Τουρκίας προς την Μέση Ανατολή θα είναι «αξιακά βασισμένη» με μια «έμφαση στην δημοκρατία και την λαϊκή νομιμοποίηση». Επέκρινε τα «αρχαϊκά καθεστώτα» της περιοχής για την παραμονή τους στην λάθος πλευρά της ιστορίας και την υποστήριξή τους στην καταπίεση. Τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους, ο Νταβούτογλου επέκρινε το Ριάντ ακόμη πιο ξεκάθαρα, υποστηρίζοντας [4] ότι η Σαουδική Αραβία συνωμότησε με την Δύση για να αποτρέψει την δημοκρατία και να κρατήσει την περιοχή κάτω από το ζυγό των δυναστών.

Η διαφωνία επικεντρώθηκε κυρίως στην Αίγυπτο, αλλά οι δύο πλευρές έχουν επίσης ευρέως αποκλίνει σχετικά με την Συρία. Και οι δύο υποστηρίζουν την εξέγερση εκεί, που είναι η καταπολέμηση του καθεστώτος του Άσαντ το οποίο υποστηρίζεται από την Τεχεράνη. Αλλά η αποτυχία τους να συμφωνήσουν μεταξύ τους βοήθησε να κατακερματίσουν την αντιπολίτευση, με αποτέλεσμα η καθεμιά να αγκαλιάσει ομάδες που ξέφευγαν από την κύρια τάση. Στην βόρεια Συρία, η Σαουδική Αραβία ευνόησε εθνικιστικές οργανώσεις: Το Συριακό Επαναστατικό Μέτωπο (Syrian Revolutionaries Front, SRF) και την Harakat Hazm. Και η Τουρκία έκλινε προς ισλαμικές ομάδες όπως η Jabhat al-Nusra (η συριακή θυγατρική της αλ Κάιντα) και η Ahrar al-Sham (μια ομάδα σαλαφιστών ανταρτών με στενούς δεσμούς με αυτήν).

Η Άγκυρα έχει υποστηρίξει ότι στόχος της δεν είναι να τροφοδοτήσει τον εξτρεμισμό˙ αντί γι’αυτό, ήλπιζε να κατευθύνει τελικά τους αντάρτες που υποστήριξε, παρακινώντας τους να κηρύξουν πόλεμο όχι μόνο στο καθεστώς Άσαντ αλλά και στο Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και αλ-Σαμ (ISIS). Η Τουρκία μέχρι που υποστήριξε το Κατάρ στις προσπάθειές του να πιέσει την al-Nusra να αποκηρύξει τους δεσμούς της με την κεντρική αλ Κάιντα.

Ωστόσο, όταν πρόκειται για το συριακό μέτωπο, τα δύο κράτη έχουν συγκλίνει -μια αλλαγή που προηγήθηκε της πρόσφατης προσέγγισής τους σχετικά με την Υεμένη. Στην πραγματικότητα, από πολλές απόψεις, η επιχείρηση Υεμένη είναι εφαπτόμενη σε αυτό το αναδυόμενο πεδίο συνεργασίας, καθώς και οι δύο αλλαγές πολιτικής είναι καλύτερα κατανοητές σε συνδυασμό.

Σε γενικές γραμμές, ήταν η Σαουδική Αραβία που ενέκρινε σταδιακά την τουρκική στρατηγική στην Συρία και άρχισε να συνεργάζεται πιο στενά με τις προσπάθειες της Άγκυρας να ενώσει την ισλαμιστική εξέγερση στον βορρά. Τρεις ταυτόχρονες εξελίξεις ήταν στο παιχνίδι. Πρώτον, η αντίθεση του Ριάντ προς την Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε μαλακώσει μετά τον θάνατο του βασιλιά Αμπντουλάχ μπιν Αμπντούλ Αζίζ και την διαδοχή του από τον Σαλμάν, ο οποίος παραμένει βαθιά δύσπιστος προς την οργάνωση αλλά φαίνεται να πιστεύει ότι η διαφωνία για τον ρόλο της παρεμπόδιζε την σαουδαραβική εξωτερική πολιτική. Δεύτερον, αμφότεροι οι πληρεξούσιοι της Σαουδικής Αραβίας στην βόρεια Συρία (η SRF και η Harakat Hazm) έχουν υποστεί πρόσφατα ήττες από την al -Nusra, στερώντας το Ριάντ από συμμάχους σε μια σύγκρουση την οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να κερδίσει. Και τρίτον, η Σαουδική Αραβία γίνεται όλο και πιο ανήσυχη ότι το Ιράν πήρε την πρωτοβουλία σε σημαντικά περιφερειακά πεδία μάχης -μια εξέλιξη που, όταν συνδυάζεται με τα γεγονότα στην Υεμένη και το Ιράκ, αυξάνει τους φόβους του Ριάντ ότι θα περικυκλωθεί από αντιπάλους σιίτες.