Ευρώπη-Φρούριο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ευρώπη-Φρούριο

Πίσω από την μεταναστευτική κρίση της ηπείρου
Περίληψη: 

Ο αριθμός των νεκρών αποκάλυψε την μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης. Προτίθεται η ήπειρος να προσπαθήσει να σιγουρέψει την ασφαλή άφιξη των προσφύγων από την Συρία, την Ερυθραία και άλλες χώρες που πλήττονται από συγκρούσεις; Ή θα συνεχίσει να εθελοτυφλεί, την ώρα που ο αριθμός των νεκρών αυξάνεται στην Μεσόγειο;

Ο FABRIZIO TASSINARI είναι επικεφαλής Σπουδών Εξωτερικής Πολιτικής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών της Δανίας και συγγραφέας του βιβλίου Why Europe Fears Its Neighbors.
Ο HANS LUCHT είναι ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών της Δανίας και συγγραφέας του Darkness before Daybreak: African Migrants Living on the Margins in Southern Italy Today.

Πριν από δύο εβδομάδες, 1.200 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους ενώ βρίσκονταν καθ'οδόν προς την Ευρώπη. Επρόκειτο κυρίως για μετανάστες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον πόλεμο και την φτώχεια στην Βόρεια Αφρική, οι οποίοι πνίγηκαν όταν τα σκάφη τους βυθίστηκαν στην Μεσόγειο. Ο αριθμός των νεκρών αποκάλυψε την μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης. Προτίθεται η ήπειρος να προσπαθήσει να σιγουρέψει την ασφαλή άφιξη των προσφύγων από την Συρία, την Ερυθραία και άλλες χώρες που πλήττονται από συγκρούσεις; Ή θα συνεχίσει να εθελοτυφλεί, την ώρα που ο αριθμός των νεκρών αυξάνεται στην Μεσόγειο;

Η Ευρώπη έχει ξανάρθει αντιμέτωπη με αυτήν την επιλογή. Τον Οκτώβριο του 2013, ένα σκάφος που μετέφερε περίπου 500 μετανάστες από την Λιβύη βυθίστηκε στα ανοικτά των ακτών της ιταλικής νήσου Λαμπεντούζα. Η ιταλική ακτοφυλακή ήταν σε θέση να σώσει μόνο γύρω στους 150 επιβάτες. Ως απάντηση στην τραγωδία, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε ότι είχε το καθήκον να δράσει. Ξεκίνησε μια μεγάλη επιχείρηση Έρευνας και Διάσωσης που ονομάστηκε Mare Nostrum [«η θάλασσά μας» από την ονομασία της Μεσογείου κατά την Ρωμαϊκή εποχή] έχοντας ως σκοπό την πρόληψη των θανάτων των μεταναστών που ταξίδευαν από την Αφρική προς την Ευρώπη. Και το πέτυχε, αποδεικνύοντας ότι αν η Ευρώπη προσπαθήσει πραγματικά να προστατεύσει τους μετανάστες, μπορεί να το κάνει. Μέσω της Mare Nostrum, η Ιταλία κατάφερε να διασώσει περισσότερους από 130.000 ανθρώπους, με μηνιαίο κόστος 12 εκατομμύρια δολάρια. (Δυστυχώς δεν κατάφεραν να διασωθούν όλοι: Υπολογίζεται ότι παρ’όλα αυτά 3.500 άνθρωποι πνίγηκαν κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου). Η Laura Boldrini, πρώην εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, τοποθέτησε το οικονομικό κόστος σε περίπου 650 δολάρια για κάθε ζωή που σώθηκε.

Προφανώς, όμως, το τίμημα αυτό ήταν πολύ υψηλό για να μπορέσει να πληρωθεί: Επικαλούμενη το υψηλό αντίτιμο, η ιταλική κυβέρνηση τερμάτισε το πρόγραμμα μετά από μόλις έναν χρόνο. Η Ιταλία περίμενε ότι το κόστος και η ευθύνη της Mare Nostrum θα μοιραζόταν και με τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι κι αλλιώς, η υψηλή εισροή μεταναστών ήταν, από πολλές απόψεις, ένα πρόβλημα που θα επηρέαζε ολόκληρη την ήπειρο. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Η επιχείρηση αντικαταστάθηκε από μια αποστολή της ΕΕ, την Επιχείρηση Triton, που έχει στην διάθεσή της το ένα τρίτο του προϋπολογισμού, λιγότερο εξοπλισμό και περιορισμένη εξουσιοδότηση. (Ενώ η Mare Nostrum λειτουργούσε σε διεθνή ύδατα, η Frontex Triton θα είναι ενεργή στην περιοχή που εκτείνεται μόνο έως και 30 μίλια ανοικτά των ιταλικών ακτών).

Ένα μέρος του προβλήματος είναιν πολιτικό. Με το Ισλαμικό Κράτος (που ονομάζεται και ISIS) να κερδίζει έδαφος στην Λιβύη και να απειλεί να επιτεθεί στην Ευρώπη από τον νότο, η Ευρώπη τείνει να θεωρεί την εισροή προσφύγων λιγότερο ως μια ανθρωπιστική κρίση και περισσότερο ως έναν κίνδυνο που μπορεί να αποφευχθεί. Η Ευρώπη έχει αποκτήσει εδώ και καιρό δύο μέτρα και δύο σταθμά σε ό, τι αφορά την μετανάστευση: Με βάση την συμφωνία Σένγκεν η οποία υπεγράφη το 1985, οι Ευρωπαίοι μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρη την ήπειρο, αλλά οι μη Ευρωπαίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αποσπασματικές πολιτικές ασύλου.

Για να είμαστε δίκαιοι, ο μεγάλος αριθμός μεταναστών που ξεχύνεται από την Βόρεια Αφρική έχει καταβάλει τους Ευρωπαίους ηγέτες. Έως τα μέσα του 2011, μετά την πτώση του Λίβυου ηγέτη Μουαμάρ αλ-Καντάφι, σχεδόν 30.000 πρόσφυγες έφτασαν από την Λιβύη στις ακτές της Λαμπεντούζα. Εκείνη την εποχή, κάποιοι Ιταλοί αξιωματούχοι εξέφρασαν εμπιστευτικά την άποψη ότι οι αριθμοί αυτοί ήταν διαχειρίσιμοι, αλλά η πολιτική αντίδραση είχε ήδη ξεκινήσει. Οι επικριτές από την δεξιά πτέρυγα προειδοποίησαν για ένα «ανθρώπινο τσουνάμι». Οι γαλλικές Αρχές έκλεισαν μονομερώς τα σύνορά τους με την Ιταλία, σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν τους μετανάστες να συνεχίσουν το ταξίδι τους στην Γαλλία. Ακόμα και τα παραδοσιακά ανοικτά κράτη, όπως η Δανία, συζήτησαν την επαναφορά συνοριακών ελέγχων.

Από εκείνη την στιγμή άρχισε η διολίσθηση. Το 2014, ο αριθμός των μεταναστών που διέρχονταν από την Μεσόγειο αυξήθηκε σε πάνω από 200.000 άτομα, ενώ τα θύματα έφτασαν τις 3.500. Και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αύξηση αυτή θα υποχωρήσει. Στο άνομο κράτος της Λιβύης, η παράνομη διακίνηση ανθρώπων έχει μετατραπεί σε μια ακμάζουσα επιχείρηση με μικρές νομικές συνέπειες. (Ίσως, όπως δείχνουν κάποιες αναφορές των μέσων ενημέρωσης, οι λιβυκές Αρχές να εμπλέκονται στο λαθρεμπόριο). Ταυτόχρονα, η αύξηση της βίας στην Λιβύη, συμπεριλαμβανομένων των πρόσφατων αποκεφαλισμών Χριστιανών μεταναστών από την Αίγυπτο και την Αιθιοπία, έχει κάνει τους ανθρώπους ακόμα πιο πρόθυμους να φύγουν από την χώρα.

ΠΡΟΧΩΡΩΝΤΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ

Πώς θα μπορούσε να βοηθήσει η Ευρώπη; Στο σημείο αυτό, σχεδόν οτιδήποτε θα αποτελούσε βελτίωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ, έχει προσκολληθεί σε ένα ξεπερασμένο μεταναστευτικό πρόγραμμα, έναν κατάλογο παλαιών ιδεών που εξαρχής δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα επιτυχείς, όπως η αύξηση των συνοριακών ελέγχων, η πάταξη των επιχειρήσεων λαθρεμπορίου, η αύξηση των επαναπατρισμών και η εξωτερική ανάθεση στις χώρες της Βόρειας Αφρικής της διαχείρισης της μετανάστευσης. Στον απόηχο των τραγωδιών στην Μεσόγειο, οι ηγέτες της ΕΕ προσπάθησαν απεγνωσμένα να ανακτήσουν την δυναμική τους, καταλήγοντας σε ένα σχέδιο δέκα σημείων που συζητήθηκε σε έκτακτη συνεδρίαση στις Βρυξέλλες την περασμένη Πέμπτη.