Η λιτότητα δαγκώνει | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η λιτότητα δαγκώνει

Τα δημοσιονομικά διδάγματα των βρετανικών βουλευτικών εκλογών

Αυτά τα ερωτήματα, ωστόσο, περιέργως δεν αποτέλεσαν θέμα συζήτησης κατά την διάρκεια των εκλογών. Ο Cameron δεν συζήτησε τους λόγους για τους οποίους ο υπερμεγέθης και υπερχρεωμένος χρηματοπιστωτικός τομέας του Ηνωμένου Βασιλείου [14] έκανε το έθνος να υποφέρει δυσανάλογα από την χειρότερη οικονομική κρίση της χώρας από την δεκαετία του 1930. Η χρηματοοικονομική απορρύθμιση και η μη βιώσιμη αύξηση του ιδιωτικού, και όχι του δημοσίου, χρέους εξέθεσε θανάσιμα τις τράπεζες του Ηνωμένου Βασιλείου στην υψηλού κινδύνου χρηματοπιστωτική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής επέκτασης κατά την περίοδο 2007-09 έβλαψε τον προϋπολογισμό του Ηνωμένου Βασιλείου, όχι επειδή η κυβέρνηση των Εργατικών είχε βουλιάξει στο χρέος, αλλά επειδή η εθνική οικονομία εξαρτιόταν από την χρηματοοικονομική δραστηριότητα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Μέχρι το 2007, το βρετανικό Υπουργείο Οικονομικών ακριβώς πριν από την κρίση έπαιρνε σχεδόν το 25% των συνολικών φορολογικών εσόδων από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ποσό που αποτελούσε μόνο το 10% της οικονομίας. Με την οικονομική κρίση, αυτά τα έσοδα «βούλιαξαν», αφήνοντας την κυβέρνηση με ελλείμματα ρευστού και αναγκασμένη να δανειστεί βαριά.

ΛΗΣΤΕΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις διαμαρτύρονταν για να μειώσουν τα επίπεδα του χρέους τους στον απόηχο της κρίσης, οι αυτόματοι σταθεροποιητές των δημοσίων ελλειμμάτων επέτρεπαν στην οικονομία να επανέλθει σε ρυθμούς ανάπτυξης σχετικά γρήγορα κατά το 2009-10. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί –το δημόσιο χρέος- επωμίστηκαν το βάρος της διάσωσης των τραπεζών που έδρευαν στην Βρετανία, όπως η Royal Bank of Scotland και τα Lloyds –πηγές ιδιωτικού χρέους- οι οποίες διαφορετικά θα είχαν καταρρεύσει, καταστρέφοντας τα περιουσιακά στοιχεία των ανθρώπων που αντιτάχθηκαν εν τω μεταξύ στις προσπάθειες διάσωσης.

Ο συνασπισμός Συντηρητικών-Φιλελεύθερων Δημοκρατικών διέγνωσε τα δεινά του έθνους ως συμπτώματα σπατάλης των Εργατικών στους κοινωνικούς τομείς και στην αναδιανομή του πλούτου. Η κυβέρνηση τότε προσπάθησε να μειώσει το έλλειμμα προχωρώντας σε περικοπές των κοινωνικών προγραμμάτων και της δημόσιας απασχόλησης. Οι πολιτικές λιτότητας πολύ γρήγορα ώθησαν την οικονομία να γυρίσει σε μια σχεδόν υφεσιακή εποχή [15], κάτι που αποφεύχθηκε μόνο λόγω της επιβράδυνσης του ρυθμού μείωσης του ελλείμματος [16] και την ενθάρρυνση του ιδιωτικού πιστωτικού τομέα να προχωρήσει σε ανάπτυξη μέσω κρατικών εγγυήσεων σε ό, τι αφορά τα στεγαστικά δάνεια [17].

Οι περικοπές δαπανών του συνασπισμού ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν όταν η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, και οι πολιτικές λιτότητας του ήταν πολιτικά επιλεκτικές. Η υγειονομική περίθαλψη και οι συντάξεις γλίτωσαν από το μαχαίρι -προγράμματα που ωφελούν δυσανάλογα τους ηλικιωμένους πολίτες που τείνουν να ψηφίζουν Συντηρητικούς. Η κυβέρνηση εστίασε τις περικοπές της στη νεότερη πλευρά του ενεργού πληθυσμού. Οι δαπάνες για αυτές τις ομάδες ήταν ήδη χαμηλότερες από ό, τι για τους ηλικιωμένους, κάτι που απαίτησε οι περικοπές να είναι πιο βαθιές προκειμένου να εξασφαλίσει σημαντική εξοικονόμηση. Οι παροχές σε χρήμα και η απασχόληση στην τοπική αυτοδιοίκηση, για παράδειγμα, δέχτηκαν το 50% του χτυπήματος στον προϋπολογισμό, ενώ περίπου 14 δισεκατομμύρια δολάρια, περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής μείωσης των κρατικών δαπανών [18], στόχευσαν σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Ως αποτέλεσμα, το φτωχότερο μισό του βρετανικού εκλογικού σώματος έχασε πολλά από τις αλλαγές στην φορολογία και από τα οφέλη [19] που υλοποίησε ο συνασπισμός, ενώ το ανώτερο μισό ως επί το πλείστον επωφελήθηκε από αυτές.

Οι διασώσεις των τραπεζών της περιόδου 2008-09 κατέστησαν την κυβέρνηση υπεύθυνη για την αποπληρωμή της ύφεσης που δημιούργησε. Το οικονομικό σύστημα των Εργατικών ανάγκασε το ιδιωτικό χρέος να αποτελέσει ευθύνη εκείνων που συντάσσουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Η κυβέρνηση συνασπισμού, με την σειρά της, μετέφερε τα οικονομικά της δεινά στους εξαθλιωμένους πολίτες που εξαρτιόνταν από τις κρατικές δαπάνες [19]. Αυτή η πραγματικότητα αποκρύφθηκε από το κοινό κατά την διάρκεια των εκλογών. Αντ’ αυτού, ο Μίλιμπαντ πιέστηκε σε τηλεοπτικές δημόσιες συζητήσεις να παραδεχτεί ότι οι Εργατικοί είχαν προβεί σε σπατάλες, ενώ η άρνηση του προκάλεσε εκτεταμένο χλευασμό.

Η οικονομική κρίση που επέσπευσε την διάλυση του Νέου Εργατικού Κόμματος δεν είχε καμία σχέση με τις υπερβολικές δαπάνες, ενώ είχε άμεση συνάφεια με την άκριτη αποδοχή της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας του 21ου αιώνα και τις υπερβολές της. Πριν καταλήξουν οι αναλυτές στο συμπέρασμα ότι οι Εργατικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να στραφούν στα δεξιά, θα πρέπει να θυμηθούμε τα διδάγματα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης: Ένας ισορροπημένος προϋπολογισμός δεν μπορεί να σώσει μια κυβέρνηση από τις αποτυχίες ενός τραπεζικού τομέα που είναι υπερβολικά μεγάλος για να διασωθεί, και τα απλά οικονομικά δεδομένα σπάνια νικούν τις ιδεολογίες.

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2015-05-18/auster...