Το ελληνικό δράμα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ελληνικό δράμα

Το αδιέξοδο και πώς μπορεί να αρθεί
Περίληψη: 

Το διαφαινόμενο αδιέξοδο θα μπορούσε, τελικά, να αρθεί με έναν συνδυασμό ενεργειών από πολλές πλευρές του δράματος. Αλλά, αν όντως, έστω και την τελευταία στιγμή, δεν βρεθεί μια λύση και η χώρα απομείνει μόνη, αυτό θα είναι ένα ατύχημα για την ευρωπαϊκή συνοχή και τους συμμάχους της Ελλάδας, και ένα δυστύχημα για την ίδια την Ελλάδα.

Ο ΛΟΥΚΑΣ Γ. ΚΑΤΣΩΝΗΣ είναι διευθυντής του Foreign Affairs The Hellenic Edition

Αυτό που πολλοί στην Ευρώπη και την Ελλάδα φοβούντο ότι ήταν πιθανό να συμβεί, τελικά έγινε πραγματικότητα: Η Ελλάδα υπέστη ένα Graccident, ένα «ατύχημα», και οδεύει σε ένα Grexit, μια έξοδό της από την ευρωζώνη και την Ευρώπη.

Η εξέλιξη αυτή γινόταν όλο και πιο πιθανή τους τελευταίους μήνες καθώς η χώρα παρουσίαζε συμπτώματα αυξανόμενης κόπωσης μετά από έξι χρόνια ύφεσης και εντεινόμενης πίεσης από τους δανειστές της προκειμένου να αποπληρώνει τα χρέη της. Ούτως ή άλλως, η Ελλάδα είχε γίνει το «μαύρο πρόβατο» του ευρωπαϊκού νότου, όχι τόσο για το γεγονός ότι το χρέος της ήταν δύσκολα βιώσιμο όσο για το ότι η συμπεριφορά των ηγετών της, προεξάρχοντος του Γιώργου Παπανδρέου, δεν ταίριαζε με τα καθιερωμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ροπή στον λαϊκισμό και οι πρωτοβουλίες για δημοψηφίσματα έπλητταν την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων ηγετών προς τους Έλληνες ομολόγους τους.

Παρά το ότι στα τελευταία πέντε χρόνια υπήρξαν κυβερνήσεις και περίοδοι όπου η συνεργασία των ελληνικών Αρχών με τις ευρωπαϊκές Υπηρεσίες και τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ήταν σε καλό κλίμα και παραγωγική, η εμμονή και των δύο πλευρών σε εισπρακτικά μέτρα επιβάρυνε την συνολική εικόνα. Οι μεν δανειστές ενδιαφέρονταν πρωτίστως να εξασφαλίσουν την εξυπηρέτηση των δανείων, το δε πολιτικό κατεστημένο στην Ελλάδα απέφευγε τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, φοβούμενο ότι θα χάσει την επιρροή που είχε στο εκλογικό σώμα.

Επιπροσθέτως, η ανάδυση λαϊκίστικων κινημάτων όπως οι Podemos στην Ισπανία και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία, έδιναν θάρρος στα αντίστοιχα πολιτικά μορφώματα στην Ελλάδα, όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα παλιά κόμματα εξουσίας φθείρονταν από την διαχείριση της κρίσης αλλά και από την πλαγιοκόπηση της ανόδου του εθνικισμού που συνδυάζει την παρουσία οικονομικών μεταναστών με τα οικονομικά προβλήματα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επιπροσθέτως, ο ευρωσκεπτικισμός και το δημοψήφισμα της Σκωτίας για την απόσχιση από την Μεγάλη Βρετανία έδιναν ακόμη περισσότερα επιχειρήματα σε εκείνους που ευαγγελίζονταν έναν νέο –αλλά αδιευκρίνιστο- δρόμο επίλυσης των προβλημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών που επλήγησαν από την οικονομική κρίση.

Μέσα στο σκηνικό αυτό ήταν εύκολο για ένα λαϊκίστικο κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ να υποσχεθεί τα πάντα στους πάντες και να κερδίσει την εξουσία, έστω κι αν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία. Όπως ήταν ήδη προφανές, θα έβρισκε πρόθυμους εταίρους στο υπόλοιπο φάσμα του λαϊκισμού.

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά και άλλες σημαντικές δυνάμεις έξω από την Ευρώπη, θεώρησαν αρχικά ότι ίσως επρόκειτο για μια ευκαιρία να συνεννοηθούν με νέες άφθαρτες ηγεσίες ώστε να προωθήσουν τις από μακρού χρόνου απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και άλλες συμφωνίες, απαλλαγμένες από εμπόδια ενσωματωμένα στα παλιά κόμματα εξουσίας. Έκαναν λάθος. Η περίπτωση της Ελλάδας έκανε φανερό ότι σε περιόδους κρίσης, μια κυβέρνηση που απαρτίζεται από στελέχη με ελάχιστη πρακτική εμπειρία σε κυβερνητικές θέσεις, υποκύπτει σε λάθη, καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα. Χρειάζεται χρόνο για να αντιληφθεί το πραγματικό πλαίσιο των ζητημάτων, και ακόμη περισσότερο χρόνο για να οργανώσει μια προσγειωμένη πρόταση αντιμετώπισής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ συνέχισαν να ρητορεύουν με προεκλογικούς όρους ακόμη και αφότου κατέκτησαν την κυβέρνηση αλλά και απαιτούσαν αλλαγές στην λειτουργία του κρατικού μηχανισμού αγνοώντας τις διαδικασίες μέσω των οποίων μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αυτές οι αλλαγές. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι από την μια πλευρά οι προσδοκίες του κοινού συνέχισαν να αυξάνονται και από την άλλη το έργο ήταν ελάχιστο.

Φυσικά, αυτά που μπορεί να έχουν ένα πολιτικό αποτέλεσμα στο εσωτερικό μιας χώρας, δεν σημαίνει ότι βρίσκουν απήχηση και σε διεθνές επίπεδο. Οι νέοι ηγέτες της Ελλάδας απέτυχαν στο να κάνουν αυτή την διάκριση, προσπάθησαν μάλιστα το αντίθετο: Να φέρουν στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό όλα τα ζητήματα των διεθνών διαπραγματεύσεων της χώρας. Έτσι, ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, αφού πρώτα έκανε μια αναγνωριστική περιοδεία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, θεωρητικολογούσε επί μήνες στα συμβούλια υπουργών Οικονομικών της ΕΕ, αποφεύγοντας να παρουσιάσει προτάσεις για την προώθηση των συνομιλιών και απομειώνοντας με αυτό τον τρόπο συστηματικά τις όποιες πιθανότητες για εξεύρεση θετικής λύσης. Ο δε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας φρόντισε να κάνει σαφές ότι επεδίωκε να βρει εναλλακτικούς εταίρους, βασικά την Ρωσία την οποία στήριξε στο θέμα των εναντίον της κυρώσεων για το θέμα της Ουκρανίας (μην αποτολμώντας τελικά να διαφοροποιηθεί έμπρακτα από την γραμμή των Βρυξελλών) αλλά και στο ζήτημα του αγωγού φυσικού αερίου Turkish Stream, υπογράφοντας σχετικό μνημόνιο με την Μόσχα. Επίσης, θα μείνουν στην μνήμη δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων ότι θα απευθυνθούν «στους Κινέζους» ή στο Ιράν για να βρουν τα πολυπόθητα κεφάλαια που χρειάζεται η Ελλάδα.

Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, ότι όσο πλησίαζε η ημερομηνία που λήγει η παράταση της συμφωνίας της Ελλάδας με τους δανειστές της, η κυβέρνηση χρειαζόταν μια διέξοδο που θα της επέτρεπε να διατηρήσει ένα πολιτικό προβάδισμα στο εγχώριο μέτωπο. Αφού οι τελευταίες προτάσεις της για μέτρα συνολικού ύψους 8 δισ. ευρώ κρίθηκαν ως ανεφάρμοστες από τους δανειστές, δεν έμενε τίποτε άλλο εκτός από την ρήξη, με ταυτόχρονη απόδοση της ευθύνης για την ρήξη στους δανειστές. Η ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τους κ. Τσίπρα και Βαρουφάκη αποχωρούν από τις αντίστοιχες συνομιλίες και ο πρωθυπουργός ανακοινώνει αργά το βράδυ του Σαββάτου 27 Ιουνίου 2015 την διεξαγωγή δημοψηφίσματος υπέρ ή όχι μιας συμφωνίας που δεν έχει γίνει από κανέναν. Η μεν ελληνική κυβέρνηση προτρέπει τους πολίτες να ψηφίσουν εναντίον της, οι δε δανειστές την έχουν ρητά αποσύρει από τις όποιες διαπραγματεύσεις.