Όχι έξοδος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όχι έξοδος

Γιατί η Ελλάδα και η Ευρώπη θα μείνουν μαζί
Περίληψη: 

Η μόνη διέξοδος είναι αυτό που το ΔΝΤ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και πολλοί Ευρωπαίοι γνωρίζουν από καιρό, δηλαδή η ελάφρυνση του χρέους της Ελλάδας ως αντάλλαγμα για άνευ προηγουμένου και εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Ο DAVID GORDON, πρώην Διευθυντής Σχεδιασμού Πολιτικής για το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, είναι συνδεδεμένος με το Center for a New American Security.
Ο THOMAS WRIGHT είναι συνεργάτης και διευθυντής του Project on International Order and Strategy στο Ινστιτούτο Brookings.

Η απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για διενέργεια δημοψηφίσματος σχετικά με το τελευταίο σχέδιο διαχείρισης του ελληνικού χρέους –για το οποίο η κυβέρνησή του προτρέπει το κοινό να ψηφίσει «όχι»- έφερε σε ένα συγκλονιστικό τέλος μια εβδομάδα που ξεκίνησε με μεγάλες ελπίδες για συμφωνία συμβιβασμού ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Πολλοί παρατηρητές είχαν από καιρό προβλέψει ένα δημοψήφισμα στα χαρτιά, αλλά περίμεναν ότι ο Τσίπρας θα ζητήσει δημοψήφισμα για να ζητήσει δημόσια έγκριση για μια συμφωνία που στην πραγματικότητα θα έχει υποστηρίξει, προκειμένου να υπερκεράσει την άκρα αριστερά στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αντ’ αυτού, ο άνθρωπος που υποστήριζε εδώ και μήνες ότι μια συμφωνία με την Ευρώπη ήταν η μόνη δυνατή πορεία προς τα εμπρός, φαίνεται να δηλώνει ότι «το παιχνίδι τελείωσε» ενώ είχε απομείνει κι άλλος χρόνος.

Οι πιθανότητες η Ελλάδα να φύγει από την ευρωζώνη έχουν πλέον αυξηθεί σημαντικά. Κατά την διάρκεια των συνομιλιών, η Ελλάδα και οι πιστωτές της είχαν απεγνωσμένα αναζητήσει τρόπους να παρακάμψουν τα πολιτικά οδοφράγματα ενώπιόν τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί ότι οι Έλληνες δεν θα έχουν να επιλέξουν μεταξύ του τερματισμού της λιτότητας και της παραμονής στην ευρωζώνη. Αυτό, οι πολιτικοί διαβεβαίωναν τους ψηφοφόρους, ήταν η «δημοκρατική επιλογή» της Ελλάδας. Αλλά οι βασικοί πιστωτές της χώρας –οι άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις- επίσης αντιμετωπίζουν πολιτικές πιέσεις, και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει ελάχιστα για να κατευνάσει τις ανησυχίες στα κοινοβούλια της Ευρώπης ότι πετάνε επανειλημμένα τα χρήματά τους και ότι δημιουργούν «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) για μελλοντικούς οφειλέτες.

01072015-1.jpg

Αστυνομικοί δίπλα σε μια μικρή σημαία του «ΝΑΙ» σε διαδήλωση μπροστά στην Βουλή, στις 30 Ιουνίου 2015. MARKO DJURICA / REUTERS
-------------------

Με αυτές τις δύο θέσεις ριζικά αντίθετες, και καμία πλευρά πρόθυμη να μετακινηθεί, μια καθαρή ρήξη ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη μπορεί να φαίνεται ως η καλύτερη επιλογή για τον ΣΥΡΙΖΑ και για πολλούς υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης. Αλλά η πιθανότητα μιας καθαρής ρήξης αποτελεί ψευδαίσθηση.

Η γεωγραφία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η Ελλάδα βρίσκεται στην καρδιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης, της λιγότερο σταθερής γειτονιάς της Ευρώπης. Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι η Βουλγαρία και η Σερβία είναι ευάλωτες στην «μόλυνση» από την αποτυχία των ελληνικών τραπεζών. Η αστάθεια στα Βαλκάνια ήταν κομμάτι του σκεπτικού για την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη εξ αρχής. Η πλήρης ενσωμάτωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίστευαν, θα σταθεροποιήσει την Ελλάδα και, με την σειρά του, αυτό θα έχει θετικές επιπτώσεις στην γεωπολιτική της περιοχής. Το αντίστροφο εξακολουθεί να ισχύει -η αποτυχία στην Ελλάδα θα επιδεινώσει τις αυξανόμενες εντάσεις στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Έτσι, οι δεσμοί που ενώνουν την Ελλάδα με την Ευρώπη και αντίστροφα, είναι απίθανο να σπάσουν.

Κανείς δεν το καταλαβαίνει αυτό καλύτερα από όσο η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, η οποία υπήρξε αποφασιστική στην δέσμευσή της να διατηρήσει την ευρωζώνη ανέπαφη και να καταλήξει σε συμφωνία με τον Τσίπρα. Παραμένει σε πλήρη επίγνωση του μακροχρόνιου φλερτ της Ελλάδας με την Ρωσία και των συνεχών προσπαθειών του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να σπείρει την διχόνοια στην ΕΕ. Ως κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωμία στην εξέχουσα χώρα της ΕΕ, η Μέρκελ (όχι ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ή ο επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ) παραμένει η πιο σημαντική decision-maker από την πλευρά των πιστωτών, και θα προσπαθήσει να αποτρέψει ένα γρήγορο Grexit μετά από αυτό που μοιάζει με μια αναπόφευκτη αποτυχία πληρωμής από την Ελλάδα των 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (1,6 δισ. δολαρίων) στο ΔΝΤ αυτή την εβδομάδα.

Το έργο της Μέρκελ δεν θα είναι εύκολο. Κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο Brookings Institution την περασμένη εβδομάδα, ο Emmanuel Macron, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, περιέγραψε την Ευρώπη ως σαν να βρίσκεται σε έναν θρησκευτικό πόλεμο. Από την μια πλευρά, είπε, είναι οι Καλβινιστές, με επικεφαλής την Γερμανία, οι οποίοι θέλουν όσοι πήραν κακές οικονομικές αποφάσεις να υποφέρουν. Από την άλλη είναι Καθολικοί, οι οποίοι θέλουν να πάνε στην εκκλησία και να ξεκινήσουν με μια λευκή σελίδα. Υπάρχει αλήθεια στην αναλογία που παρουσίασε ο Macron. Και το ζήτημα με τους θρησκευτικούς πολέμους είναι ότι τείνουν να κρατούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο οικονομικός πόλεμος της Ευρώπης δεν είναι διαφορετικός.

ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ… ΤΑΚΤ

Όπως περιγράψαμε σε προηγούμενο άρθρο στο Foreign Affairs [1], η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε με μια ισχυρή διαπραγματευτική θέση αλλά την κατασπατάλησε από νωρίς. Επέλεξε τον λάθος συνεργάτη για να συμμαχήσει˙ αποξένωσε τους συμμάχους της στην Ευρώπη, κάτι που συνέφερε την Γερμανία˙ και έκανε σοβαρά οικονομικά λάθη που την αποδυνάμωσαν εγχωρίως. Προσθέστε το ξαφνικό δημοψήφισμα του Τσίπρα, και γίνεται δύσκολο να σκεφτεί κάποιος μια πρόσφατα δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που έχει μπερδευτεί περισσότερο.

Ωστόσο, η ευρωζώνη ακολούθησε επίσης μια ριψοκίνδυνη στρατηγική –μια στρατηγική που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως αλλαγή καθεστώτος. Οι οικονομικοί ηγέτες της ευρωζώνης το βρήκαν αδύνατο να διαπραγματευθούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, και έτσι ήλπισαν (σχεδόν ανοιχτά) ότι μια επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης μιας σχεδόν κατάρρευσης των τραπεζών και στεγνώματος της προσφοράς χρήματος, θα μπορούσε να προκαλέσει τον ελληνικό λαό να γυρίσει την πλάτη στην κυβέρνησή του. Το αποτέλεσμα θα ήταν είτε η πλήρης συνθηκολόγηση της ελληνικής κυβέρνησης και νέες εκλογές (που θα χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ), είτε ένας νέος συνασπισμός με το φιλο-ευρωπαϊκό κόμμα Ποτάμι.