Το Greekment που θα μπορούσε να διασπάσει την Ευρώπη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Greekment που θα μπορούσε να διασπάσει την Ευρώπη

Ευρωσκεπτικιστές, ευρωεπικριτές και η ζωή μετά την διάσωση

Οι Ευρωπαίοι του πυρήνα μπορεί να ερμήνευσαν το ελληνικό «όχι» ως ψήφο κατά του ευρώ ή ακόμα και της Ευρώπης. Αλλά, στην πραγματικότητα, οι Έλληνες προσπάθησαν να στείλουν πολλαπλά μηνύματα με την ψήφο τους. Από την πλευρά του, ο Τσίπρας ερμήνευσε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ως ένα «ναι» σε μια διαφορετικού είδους Ευρώπη. Είναι αμφίβολο κατά πόσον το δημοψήφισμα οδήγησε σε μια καλύτερη συμφωνία, αλλά έδωσε στον Τσίπρα περισσότερη δύναμη εγχωρίως για να επιβληθεί. Απομόνωσε την εγχώρια αντιπολίτευση, μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πιο συνεκτικό κόμμα, και απέφυγε το σενάριο μιας «αριστερής παρένθεσης» -μια φράση που αναφέρεται σε μια βραχύβια κυβέρνηση της αριστεράς στην Ελλάδα, που κάποιοι είχαν προβλέψει ή επιθυμούσαν.

Η ψηφοφορία επίσης βάθυνε τις διαιρετικές τομές στην ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων στις φτωχές γειτονιές, οι οποίοι είχαν την τάση να ψηφίσουν «όχι», και των ατόμων άνω των 65 ετών και σε πλούσιες γειτονιές, οι οποίοι είχαν την τάση να ψηφίσουν «ναι». Νεαροί Έλληνες, οι οποίοι δικαίως αισθάνονται ότι δεν συμμετείχαν στο σύστημα που οδήγησε την Ελλάδα στην οικονομική καταστροφή, είναι λιγότερο ανεκτικοί στο άκουσμα της τρέχουσας συμφωνίας και τα κατεστημένα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η ελληνική νεολαία, που βιώνει ποσοστά ανεργίας 60%, έχει πολύ λίγη υπομονή. Ανατριχιάζει με τον εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο το ευρωκατεστημένο αντιμετωπίζει τον Τσίπρα και τον ελληνικό λαό. Με έντονη την αίσθηση της περιθωριοποίησης, πολλοί ευρωεπικριτές έχουν ωθηθεί στο να γίνουν ευρωσκεπτικιστές.

Πόσο πολύ έχει προχωρήσει αυτή η διαδικασία είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί. Στην Ελλάδα, είναι ενδεικτικό ότι πολλοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και ο επικεφαλής του ελάσσονος εταίρου του ελληνικού κυβερνητικού συνασπισμού, Πάνος Καμμένος, αντιτάχθηκαν ανοιχτά στην τελευταία συμφωνία ως προϊόν εκβιασμού από την ΕΕ. Αλλού στην Ευρώπη, το επερχόμενο δημοψήφισμα στην Βρετανία για να αποφασίσει ακριβώς την συμμετοχή της στην ΕΕ, θα είναι μια κρίσιμη δοκιμασία. Για να επιβιώσει η Ευρώπη από τέτοιες διαδικασίες χωρίς σημαντική -αν όχι ανεπανόρθωτη- ζημιά, το στρατόπεδο του ευρωκατεστημένου πρέπει να αποδείξει ότι έχει καταλάβει από πού πηγάζει η νομιμοποίηση του εγχειρήματοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης: Στην οικοδόμηση μιας διαρκώς στενότερης ένωσης της ειρήνης, της ευημερίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η συμφωνία που επετεύχθη στις 13 Ιουλίου μάλλον μας απομακρύνει από την επίτευξη του στόχου αυτού.

Συγκεκριμένα, η συμφωνία, η οποία επιτεύχθηκε μετά από μια μαραθώνια σύνοδο κορυφής, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα τρίτο σχέδιο διάσωσης για την Ελλάδα, που θα έρθει με την μεταβίβαση ελληνικών περιουσιακών στοιχείων συνολικής αξίας 50 δισεκατομμυρίων ευρώ (55 δισ. δολάρια) σε ένα νέο ταμείο για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, την άμεση μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και φορολογικού συστήματος, και την απόσυρση πολλών από τα οικονομικά μέτρα που η ελληνική κυβέρνηση πέρασε στην βουλή τους τελευταίους πέντε μήνες. Δεν αποτελεί έκπληξη, όταν τα προαπαιτούμενα έγιναν δημοσίως γνωστά, ότι το Twitter εξερράγη με hashtags όπως #ThisIsACoup [3] (στμ: Αυτό είναι ένα πραξικόπημα).

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

Κατά την διάρκεια αρκετών δεκαετιών οικονομικής ανάπτυξης και επέκτασης του κράτους πρόνοιας, τα κράτη-μέλη της ΕΕ κατόρθωσαν να υποβαθμίσουν τις τριβές μεταξύ τους και στο εσωτερικό τους. Στην συνέχεια, χτύπησε η χρηματοπιστωτική κρίση. Οι συμμαχίες που σχηματίστηκαν ως αποτέλεσμα, καθώς και οι επακόλουθες συζητήσεις για την λιτότητα, διασχίζουν τον παραδοσιακό ιδεολογικό άξονα Αριστεράς-Κέντρου-Δεξιάς. Στην πραγματικότητα, οι διαιρετικές τομές που διχάζουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ και τους πληθυσμούς μέσα σε αυτά είναι το προϊόν μιας διπλής κρίσης ενσωμάτωσης: Ευρωπαϊκής και εθνικής. Η ευρωπαϊκή κρίση ενσωμάτωσης προήλθε από τις προκλήσεις που ανέκυψαν από την πρόσφατη οικονομική κρίση σε συνδυασμό με εντάσεις γύρω από την άνιση ανάπτυξη της οικονομικής ένωσης σε σχέση με την πολιτική. Εν τω μεταξύ, η δημογραφική παρακμή σε όλη την ήπειρο και η αδυναμία των ευρωπαϊκών κρατών να ενσωματώσουν επιτυχώς τους μετανάστες έφερε στο προσκήνιο προβλήματα ενσωμάτωσης και εθνικής ολοκλήρωσης στο εσωτερικό των περισσότερων κρατών-μελών.

Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει μια κρίση χρέους. Η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία την αντιμετωπίζουν επίσης. Σε όλες τις περιπτώσεις, δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν είχαν την δυνατότητα, λόγω της συμμετοχής τους στην ευρωζώνη, να υποτιμήσουν το νόμισμά τους ή να πληθωρίσουν τις οικονομίες τους με την εκτύπωση χρήματος. Όπως έγραψα στο Perspectives on Politics, «βρέθηκαν αντιμέτωποι με δύο κακές επιλογές: Να χρεοκοπήσουν ή να εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας (εσωτερική υποτίμηση)». Εν τω μεταξύ, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα επέλεξαν τιμωρητικές πολιτικές απέναντι στις ήδη πάσχουσες χώρες, έτσι ώστε να προλάβουν περαιτέρω εξάπλωση [της κρίσης]. «Οι εξελίξεις αυτές έκτοτε ενίσχυσαν τον ευρωσκεπτικισμό σε όλη την ΕΕ, οδηγώντας σε μια αυξανόμενη δημόσια δυσαρέσκεια για τις κυβερνήσεις στις χτυπημένες από την κρίση χώρες, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υπενθυμίζοντας σε όλους το διαχρονικό πρόβλημα του δημοκρατικού ελλείμματος στην λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Είναι ίσως ατυχές ότι όλα αυτά συνέβησαν ενώ οι φτωχότεροι της περιοχής χτυπήθηκαν με άλλες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Η μετανάστευση από χώρες εκτός της Ευρώπης και μέσα από αυτές, σε συνδυασμό με τις αποτυχίες των κυβερνήσεων να ενσωματώσουν με επιτυχία τις νέες αφίξεις, άφησαν μερικούς Ευρωπαίους άνεργους ή φοβούμενους για τις θέσεις εργασίας τους και αβέβαιους για την θέση τους στον κοινωνικό ιστό της ηπείρου. Έτσι, πίστεψαν ότι αμφότερες οι εθνικές τους κυβερνήσεις και η ΕΕ τους είχαν εγκαταλείψει, και ο ευρωσκεπτικισμός τους πήρε μια αναμφισβήτητα εθνικιστική και λαϊκίστικη χροιά [4].