Ο Ναρέντρα Μόντι και το Μπανγκλαντές | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Ναρέντρα Μόντι και το Μπανγκλαντές

Η ιστορική και η σύγχρονη περιφερειακή πολιτική της Ινδίας

Τόσο η έκταση των μπαγκλαντεσιανών θυλάκων εντός της Ινδίας όσο και ο πληθυσμός που κατοικεί σε αυτούς είναι διπλάσιος από τους αντίστοιχους ινδικούς εντός του Μπανγκλαντές. Ως εκ τούτου, ήδη από το 1974 ήταν γνωστό ότι η Ινδία θα ήταν εκείνη που θα ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στο Μπανγκλαντές την πλειοψηφία των αμφιλεγόμενων περιοχών. Η απόσχιση του Πακιστάν και του Μπανγκλαντές από την Ινδική Δημοκρατία στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ενίσχυσε τις εθνικιστικές ινδουιστικές φωνές στην εσωτερική πολιτική σκηνή στο Νέο Δελχί, και οιαδήποτε κίνηση επίλυσης του λεπτού αυτού εδαφικού προβλήματος θα ερμηνευόταν στο εσωτερικό της χώρας ως πράξη αδυναμίας έναντι του νεοσύστατου μουσουλμανικού Μπανγκλαντές και ενδεχομένως ένα τέτοιο προηγούμενο θα άνοιγε το δρόμο για περαιτέρω κινήματα ανεξαρτητοποίησης σε άλλα εξίσου προβληματικά σημεία της Ινδικής Χερσονήσου.

Ο ΜΟΝΤΙ ΚΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Το 2014 εξελέγη πρωθυπουργός της Ινδίας ο Ναρέντρα Μόντι, επικεφαλής του κόμματος BJP, που δείχνει να δίνει νέα ώθηση στην ινδουιστική φυσιογνωμία της χώρας. Η Ινδία γνωρίζει τις τελευταίες δεκαετίες σημαντική οικονομική πρόοδο, με αύξηση των διεθνών επενδύσεων στην πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή και με πολύ καλές επιδόσεις στους διεθνείς δείκτες ανάπτυξης. Οι κινήσεις-κλειδιά στις οποίες προέβη η διακυβέρνηση Μόντι σε διπλωματικό επίπεδο, προλέγουν ότι η Ινδία συνειδητοποιεί ολοένα και περισσότερο τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην διεθνή πραγματικότητα ως μια de facto περιφερειακή δύναμη, λόγω της στρατηγικής της θέσης και του πληθυσμιακού της μεγέθους.

Με αδιαμφισβήτητο τον πολιτικό του προσανατολισμό και έχοντας διατελέσει επί σειρά ετών πρωθυπουργός της -μικτής εθνοτικά και θρησκευτικά- Ινδικής Ομόσπονδης Πολιτείας του Γκουτζαράτ, ο Ναρέντρα Μόντι εκτίμησε ορθά ότι δεν θα έβρισκε πολιτικές αντιδράσεις από την εσωτερική πολιτική σκηνή σε περίπτωση που θα έθιγε το ευαίσθητο ζήτημα της διευθέτησης της μακροχρόνιας εδαφικής εκκρεμότητας με το γειτονικό Μπανγκλαντές – έστω και αν αυτό θα σήμαινε ινδικές εδαφικές παραχωρήσεις. Άλλωστε, τώρα πλέον, η παραχώρηση στην γειτονική χώρα διεσπαρμένων εδαφικών ζωνών που δεν ξεπερνούν τα 40 τετραγωνικά χιλιόμετρα και όπου διαβιούν συνολικά μόνο 50.000 άτομα, στερείται οποιασδήποτε –έστω συμβολικής – σημασίας. Αντιθέτως, η σαφής οριοθέτηση των συνόρων με το Μπανγκλαντές αποτρέπει την εισροή Μουσουλμάνων παράνομων μεταναστών από το Μπανγκλαντές – την στιγμή μάλιστα που υπολογίζεται ότι από το 1974 έως και σήμερα εισήλθαν λάθρα στην Ινδία περί τα 15 εκατομμύρια Μουσουλμάνων υπηκόων Μπανγκλαντές, μεταβάλλοντας σημαντικά την θρησκευτική και εθνοτική σύνθεση της Ινδικής Ομόσπονδης Πολιτείας της Δυτικής Βεγγάλης. Μετά το πέρας της διαδικασίας ενσωμάτωσης των 51 μπανγκλαντεσιανών θυλάκων, αναλυτές εκτιμούν ότι η κυβέρνηση Μόντι δεν θα απέκλειε το ενδεχόμενο να λάβει δραστικά μέτρα με σκοπό να διακόψει οριστικά όχι μόνο το κύμα της παράνομης μετανάστευσης από το Μπανγκλαντές, αλλά και να πατάξει αποφασιστικά την εκτεταμένη λαθρεμπορία, που, όπως ήταν φυσικό, είχε καταστεί τρόπος ζωής τις τελευταίες έξι δεκαετίες.

03082015-1.jpg

Ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι με την πρωθυπουργό του Μπανγκλαντές Χέιχα Χασίνα στο αεροδρόμιο της Ντάκα, στις 6 Ιουνίου 2015. REUTERS/Rafiqur Rahman
-------------------------------------------------

Ύστερα από σχετικά σύντομης διάρκειας διαπραγματεύσεις, στις 7 Μαΐου 2015 υπογράφηκε η διμερής συμφωνία με την οποία Ινδία και Μπανγκλαντές διευθέτησαν μια από τις πιο μακροχρόνιες εδαφικές διαφορές της σύγχρονης Ιστορίας. Η κυβέρνηση του Μπανγκλαντές είχε πολλούς λόγους να είναι ικανοποιημένη από το περιεχόμενό της, την στιγμή μάλιστα που η πρωθυπουργός της χώρας Σέιχα Χασίνα βάλλεται ανελλιπώς από τους πολιτικούς της αντιπάλους λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που πλήττει την χώρα. Όπως ορίζεται στην συμφωνία, περιέρχονται στο Μπανγκλαντές 700 καλλιεργήσιμα στρέμματα γης, οι ιδιοκτήτες των οποίων υπολογίζεται να επιλέξουν την ινδική υπηκοότητα και ως εκ τούτου θα μετεγκατασταθούν στην Ινδία έως τις 30 Νοεμβρίου του 2015, αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο για ντόπιους αγρότες να εκμεταλλευθούν τα «νεοαποκτηθέντα εδάφη». Επιπροσθέτως, με την ίδια συμφωνία η Ινδία παραχωρεί στην κυβέρνηση του Μπανγκλαντές γενναίες πιστώσεις – ξεκάθαρη ένδειξη ότι η αναβάθμιση των διμερών πολιτικών σχέσεων σχετίζεται άμεσα με την ευρωστία της ινδικής οικονομίας.

Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Η συμφωνία εδαφικών διευθετήσεων που συνήψαν τον Μάιο του 2015 η Ινδία και το Μπανγκλαντές έχει αδιαμφισβήτητα θετικά αποτελέσματα και για τις δύο χώρες. Παράλληλα, όμως, η ως άνω συμφωνία εντάσσεται στη μακροχρόνια τάση της ινδικής περιφερειακής πολιτικής αφ’ ενός να εδραιώσει ακόμα περισσότερο την παρουσία της με τους γείτονές της στα ανατολικά και βόρεια σύνορά της, αφ’ ετέρου να αποτρέψει όσο γίνεται περισσότερο μια ενδεχόμενη κινεζική διείσδυση σε αυτό που το Νέο Δελχί εννοεί ως «ινδική σφαίρα επιρροής».

Ήδη από την σύσταση της Ινδικής Δημοκρατίας το 1947, η κυβέρνηση του Νέου Δελχί θεωρεί ως φυσικό χώρο πολιτικής και οικονομικής επιρροής της Ινδίας, όχι μόνο καθαυτή την Ινδική Χερσόνησο αλλά και τα μικρότερα όμορα κράτη.

Το δόγμα αυτό, αν και ποτέ δεν εκφράσθηκε επισήμως, εκδηλώθηκε για πρώτη φορά το 1950, με την εγκαθίδρυση προτεκτοράτου στο γειτονικό βασίλειο του Σικίμ, το οποίο δυόμισι δεκαετίες αργότερα, το 1975, ενσωματώθηκε πλήρως στην Ινδία, όπως αποφάσισε το σύνολο σχεδόν των υπηκόων του σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε εκείνη την χρονιά. Η ενσωμάτωση του Σικίμ στην Ινδία κατάφερε να αποτρέψει την Κίνα να επεκτείνει τις βλέψεις της νοτιότερα του Θιβέτ.