Το Κυπριακό Ζήτημα μετά την εκλογή Ακιντζί | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το Κυπριακό Ζήτημα μετά την εκλογή Ακιντζί

Μια κοινωνιολογική προσέγγιση

Οι Συνθήκες ανεξαρτητοποίησης Ζυρίχης-Λονδίνου συνήφθησαν από τις δύο καθ’ ύλην ενδιαφερόμενες εγγυήτριες δυνάμεις, την Ελλάδα και την Τουρκία, στην βάση της αναγνώρισης δύο διακριτών εθνικών μειονοτήτων, αποκλείοντας ως εκ τούτου την οργάνωση ενός κράτους σε ενιαίο ιδεολογικό, κοινωνιολογικό και εθνικό υπόβαθρο. Ο τρόπος με τον οποίο τα συγκεκριμένα νομικά κείμενα μεταχειρίστηκαν τις έννοιες της κρατικής αυθυπαρξίας και του λαού που θα κατοικούσε στο νέο κράτος, αποκάλυπτε ότι, ουσιαστικά, οι εγγυήτριες δυνάμεις επεδίωκαν την διαμόρφωση ενός δορυφόρου της εξωτερικής πολιτικής τους. Τα γεγονότα που ξέσπασαν το 1963 αποδεικνύουν περίτρανα την παραπάνω άποψη, καθώς η μουσουλμανική μειονότητα ξεσηκώθηκε εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου διαμαρτυρόμενη για τον τρόπο εφαρμογής των Συμφωνιών Ανεξαρτησίας. Οι Τούρκοι εκπρόσωποι του Κυπριακού Κοινοβουλίου διατείνονταν ότι παραβιάζονταν -αφού δεν εφαρμόζονταν- τα άρθρα για τον πληθυσμιακό διαχωρισμό των Δήμων στην βάση της εθνοτικής ποσόστωσης, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν το δικαίωμα της ίσης εξουσίας στις αποφάσεις εκτελεστικής εξουσίας μεταξύ Προέδρου (από την ελληνική πλευρά) και Αντιπροέδρου (προερχόμενου από την τουρκική πλευρά). Η τουρκική προπαγάνδα στόχευε στο να εκθέσει την ελληνική πλευρά απέναντι στην διεθνή κοινή γνώμη και τα διεθνή όργανα. Ωστόσο, το πρόβλημα ήταν ότι οι κάτοικοι του νησιού δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι συναποτελούσαν ένα ενιαίο σώμα λαού. Ένιωθαν μάλλον ως μέρη του λαού δυο άλλων χωρών, της Ελλάδας και της Τουρκίας, γεγονός που παγιώθηκε με τις συγκεκριμένες διεθνείς Συμφωνίες.

Ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης, αναφέρει με εύληπτο τρόπο στα απομνημονεύματά του με τίτλο «Η κατάθεσή μου» τα παράδοξα του Κυπριακού Συντάγματος, το οποίο δεν ανέφερε πουθενά τη λέξη κυπριακός λαός, παρά μόνον Έλληνες και Τούρκοι, ανάγοντας μάλιστα την μουσουλμανική μειονότητα σε κυρίαρχο ρυθμιστή της δημόσιας κυπριακής ζωής. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«…Το Σύνταγμα προέβλεπε ότι κάθε νόμος που επέβαλλε φορολογία και κάθε νόμος που αφορούσε τους δήμους και τις εκλογές χρειαζόταν τις χωριστές πλειοψηφίες των παρόντων Ελλήνων και Τούρκων μελών της Βουλής. Αποτέλεσμα ήταν ότι ένα φορολογικό νομοσχέδιο αν και μπορούσε να έχει εγκριθεί ομόφωνα από το υπουργικό συμβούλιο που περιλάμβανε τον Τούρκο αντιπρόεδρο και τους Τούρκους υπουργούς αν και μπορούσε να λάβει την συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών και τουρκικών ψήφων στη Βουλή, παρ’όλα αυτά ήταν δυνατόν να απορριφθεί αν δεν συγκέντρωνε την χωριστή πλειοψηφία των τουρκικών ψήφων… Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αποτελείται κατά 70% από Έλληνες και 30% από Τούρκους. Η επιμονή, όμως, ότι η αναλογία 70 προς 30 της συμμετοχής στην Δημόσια Υπηρεσία έπρεπε να εφαρμόζεται σε όλες τις βαθμίδες, δημιούργησε κάποια προβλήματα και δυσκολίες στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας υπηρεσίας από την οποία εξαρτιόταν η σωστή διαχείριση της χώρας. Έτσι, αν ένας δημόσιος υπάλληλος είχε όλα τα προσόντα για να προβιβαστεί σε μια ανώτερη κενή θέση, ο προβιβασμός του δε γινόταν αν η ελληνική πλευρά είχε συμπληρώσει το 70% σε αυτήν την βαθμίδα. Το ίδιο, βεβαίως, ίσχυε και για έναν Τούρκο δημόσιο υπάλληλο, αν κι αυτό ήταν λιγότερο πιθανό ενόψει του γεγονότος ότι πριν από την ανεξαρτησία και κατά την διάρκεια της αποικιακής διοίκησης υπήρχαν μόνο 18% Τούρκοι στην Δημόσια Υπηρεσία… Η έννοια του διοικητικού διαχωρισμού των κοινοτήτων είχε επεκταθεί και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προέβλεπε ότι έπρεπε να δημιουργηθούν χωριστοί δήμοι στις πέντε κυριότερες πόλεις της. Η δυσκολία να βρεθεί τρόπος που θα όριζε τα γεωγραφικά όρια των χωριστών ελληνικών και τουρκικών δημοτικών περιοχών με κριτήρια αυστηρώς κοινοτικά οφειλόταν στο γεγονός ότι ποτέ στην ιστορία της Κύπρου οι δύο κοινότητες δεν ονειρεύτηκαν ότι θα ζουν σε χωριστές περιοχές. Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι Συμφωνίες της Ζυρίχης αποφάσισαν ότι θα εφαρμόσουν την αρχή του κοινοτικού διαχωρισμού. Η επιμονή της τουρκικής ηγεσίας στην δημιουργία χωριστών δήμων, παρά το γεγονός ότι είχε αποδειχθεί καθαρά ότι δεν ήταν εύκολος ο γεωγραφικός διαχωρισμός των κυριότερων πόλεων σε κοινοτικές δημοτικές περιοχές και πως ο διαχωρισμός αυτός αν μπορούσε να γίνει, θα ήταν οικονομικά επιβλαβής στα πραγματικά συμφέροντα αυτών των πόλεων, βασιζόταν στον ισχυρισμό ότι το Σύνταγμα προέβλεπε χωριστούς δήμους κι ότι έπρεπε να γίνει πιστή εφαρμογή του Συντάγματος».

Ο Μακάριος Γ’ δεν θέλησε να εφαρμόσει την συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, αν και επέδειξε διαπραγματευτική διάθεση προβάλλοντας θεσμικές προτάσεις που θα διασφάλιζαν τα συμφέροντα της τουρκικής μειονότητας. Η απόφασή του να εναντιωθεί στην χάραξη των γεωγραφικών ορίων ήταν η θρυαλλίδα ενός άκρατου μουσουλμανικού εθνικισμού, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του 1963. Η τεχνηέντως προβλεπόμενη ρήτρα στις Συμφωνίες Ανεξαρτησίας για τον καθορισμό γεωγραφικών συνόρων μεταξύ των δύο εθνοτήτων, στην πραγματικότητα επικύρωνε την ύπαρξη δύο ετερόκλιτων ομάδων, με συνέπεια αφενός να ενθαρρύνει τον εθνικιστικό αμοραλισμό της Τουρκίας, αφετέρου να επαναπροσδιορίζει σε νέες βάσεις την βρετανική κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή, μια κυριαρχική δυναμική που είχε χάσει πολλά στοιχεία από την αίγλη της στην περιοχή μετά τα γεγονότα του Σουέζ του 1956.