Εξαναγκάζοντας το Κίεβο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Εξαναγκάζοντας το Κίεβο

Γιατί η Ρωσία δεν θα δεχθεί μια «παγωμένη σύγκρουση» στην Ουκρανία

Ούτε οι οικονομικές παραχωρήσεις που έκανε το Κίεβο στο Μινσκ ΙΙ υλοποιήθηκαν. Η Ουκρανία έχει θεσπίσει έναν οικονομικό αποκλεισμό στις περιοχές που κρατούνται από αντάρτες και αρνείται την παροχή συντάξεων και άλλων κοινωνικών υπηρεσιών σε όσους ζουν εκεί˙ στις 11 Ιουνίου, ο Poroshenko ανακοίνωσε ότι οι οικονομικοί δεσμοί με τις κατεχόμενες από αποσχιστές περιοχές δεν θα αποκατασταθούν παρά μόνον όταν η Ουκρανία επανακτήσει τον πλήρη έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της. Και στις 17 Ιουνίου, το Κίεβο προχώρησε περισσότερο, εντείνοντας τον αποκλεισμό της ανταρτοκρατούμενης Donbas έτσι ώστε μόνο η ανθρωπιστική βοήθεια να μπορεί να εισέλθει.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση έχει επίσης αποτύχει να προχωρήσει όπως επιθυμούσε η Μόσχα. Οι μεταρρυθμίσεις που ανακοίνωσε ο Poroshenko την 1η Ιουλίου περιελάμβαναν διατάξεις για την αποκέντρωση σε εθνικό επίπεδο, περιλαμβανομένης της μεταβίβασης μιας σειράς εξουσιών -όπως δημοσιονομικής εποπτείας και σχεδιασμού οικονομικής ανάπτυξης- σε τοπικούς αξιωματούχους. Ωστόσο, η μόνο αναφορά στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις για την ανταρτοκρατούμενη Donbas ήταν ότι η αυξημένη αυτονομία της θα πρέπει να καθοριστεί από έναν ξεχωριστό νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2014. Επιπλέον, οι ουκρανικές Αρχές δεν διαβουλεύτηκαν με τους αυτονομιστές για τις μεταρρυθμίσεις. Το νομοσχέδιο πέρασε σε μια αρχική ψηφοφορία στις 31 Αυγούστου, εν μέσω εθνικιστικής αντίδρασης˙ η τελική ψηφοφορία θα διεξαχθεί αργότερα φέτος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ έχουν υποστηρίξει την θέση της ουκρανικής κυβέρνησης ότι δεν μπορεί να διαπραγματευτεί με τους αυτονομιστές μέχρι να γίνουν νόμιμα εκλογές και να τηρηθεί πλήρως η κατάπαυση του πυρός. Και τόσο η Ουάσιγκτον όσο και οι Βρυξέλλες έχουν επαινέσει τις προτεινόμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις της Ουκρανίας ως απόδειξη της δέσμευσης του Κιέβου στο Μινσκ ΙΙ. Ωστόσο, η εκτίμηση της Δύσης δεν σημαίνει πολλά. Η αξιολόγηση της Ρωσίας για τις πολιτικές της Ουκρανίας είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας στον καθορισμό του μέλλοντος της κρίσης. Σύμφωνα με όλους τους υπολογισμούς, η αξιολόγηση αυτή ήταν αρνητική: Το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών κατήγγειλε [3] τις προτεινόμενες συνταγματικές τροποποιήσεις, και ο Πούτιν απαίτησε το Κίεβο να διεξάγει άμεσες συνομιλίες με τους αυτονομιστές, ακόμη και τη απουσία αναγνωρισμένων εκλογών και πλήρους κατάπαυσης του πυρός.

11092015-2.jpg

Μέλη των ενόπλων δυνάμεων της αυτοανακηρυχθείσας αυτονομιστικής Λαϊκής Δημοκρατίας Ντόνετσκ οδηγούν ένα τανκ στα περίχωρα της πόλης Ντόνετσκ, τον Ιανουάριο του 2015. ALEXANDRE ERMOCHENKO/REUTERS
---------------------------

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Δεδομένης της εμφανούς δυσαρέσκειας της Μόσχας για την έκβαση της διαδικασίας του Μινσκ ΙΙ, θα χρειαστεί πιθανόν δράση για να αλλάξει το status quo. Το μόνο ερώτημα είναι ποια μορφή θα λάβει αυτή η δράση. Υπάρχουν δύο ευρείες δυνατότητες, οι οποίες αμφότερες αφορούν την χρήση βίας και θα προξενήσουν σημαντικό οικονομικό και ανθρώπινο κόστος στον ουκρανικό λαό.

Το πρώτο σενάριο είναι η παράταση ή η μέτρια ένταση της βίας: Ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη, αλλά μια ισορροπημένη, σιγοβράζουσα σύγκρουση χωρίς σημαντική κλιμάκωση. Σύμφωνα με ένα τέτοιο σενάριο, οι μάχες θα απορροφήσουν ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κεφαλαίου της ουκρανικής κυβέρνησης, αφήνοντας το Κίεβο να μην μπορεί να προχωρήσει με τις κρίσιμες οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Η Μόσχα θα χρησιμοποιήσει οικονομικά μέτρα, όπως η επιβολή κυρώσεων και οι διακοπές φυσικού αερίου για να εξασφαλίσει ότι η ουκρανική οικονομία θα παραμείνει σε σύγχυση, και ότι λίγοι επενδυτές θα τολμούσαν να επιστρέψουν στην χώρα. Σε αυτό το σενάριο, η Ρωσία θα ρυθμίσει τις στρατιωτικές της δραστηριότητες έτσι ώστε να μην προκαλέσει μια πιο δυναμική απάντηση των Δυτικών, με την μορφή είτε συμπληρωματικών κυρώσεων είτε στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, και πιθανότατα υπολογίζει ότι θα μειωθούν οι κυρώσεις της ΕΕ με την πάροδο του χρόνου. Εν ολίγοις, αυτός θα ήταν ένας πόλεμος φθοράς -ένας πόλεμος που η Μόσχα τελικά θα κερδίσει.

Αυτό το σενάριο υποθέτει την πεποίθηση της Μόσχας ότι ο χρόνος είναι με το μέρος της και ότι η Ρωσία έχει την στρατηγική υπομονή που απαιτείται να περιμένει για μια ενδεχόμενη νίκη. Αλλά οι παρατηρητές δεν θα πρέπει να υπολογίζουν ότι θα επικρατούν τα πιο ψύχραιμα μυαλά στην Μόσχα –το ιστορικό του Κρεμλίνου από την αρχή της κρίσης έχει σημαδευτεί από απερίσκεπτη συμπεριφορά, όπως στην εισβολή της Κριμαίας λίγες μόνο μέρες μετά την ανατροπή του πρώην προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Μια σημαντική κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ως ένα δεύτερο πιθανό σενάριο.

Η κλιμάκωση έχει αποδειχθεί επιτυχημένη τακτική για την Ρωσία δύο φορές από την έναρξη της κρίσης: Στα τέλη Αυγούστου 2014 και πάλι στα τέλη Ιανουαρίου 2015, η Μόσχα αύξησε σε μεγάλο βαθμό την υποστήριξή της προς τους αυτονομιστές στην Donbas, και τις δύο φορές ο Poroshenko αναγκάστηκε να κάνει έκκληση για ειρήνη, με αποτέλεσμα την πρώτη φορά την συμφωνία Μινσκ Ι και στην συνέχεια την Μινσκ ΙΙ. Σίγουρα, η κλιμάκωση έχει τους κινδύνους της: Η Δύση, για παράδειγμα, θα μπορούσε να ενισχύσει το καθεστώς των κυρώσεών της ή να παράσχει θανατηφόρο στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία. Αλλά η Μόσχα έχει δώσει λίγη προσοχή σε αυτούς τους κινδύνους από τότε που άρχισε η κρίση, και είναι σίγουρα εύλογο ότι θα ενεργήσει έτσι και στο μέλλον.