Ταχυδακτυλουργικά στην Συρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ταχυδακτυλουργικά στην Συρία

Για να αποκλιμακώσει στην Donbass ο Πούτιν κατεβαίνει στην Μεσόγειο
Περίληψη: 

Η Μόσχα έχει πραγματικά συμφέροντα στην συριακή σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης της στρατηγικής πρόσβασής της στην περιοχή της Μεσογείου, καθώς και τον περιορισμό της εξάπλωσης του εξτρεμισμού. Η συριακή παρέμβαση, ωστόσο, συνδέεται στενά με την στρατηγική της Ρωσίας όσον αφορά την Ουκρανία.

Ο JEFFREY MANKOFF είναι αναπληρωτής διευθυντής και βασικός συνεργάτης στο Πρόγραμμα Ρωσίας και Ευρασίας του CSIS. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Russian Foreign Policy: The Return of Great Power Politics [1].

Καθώς ρωσικά αεριωθούμενα ξεκίνησαν να χτυπούν στόχους στην Συρία, άλλες ξένες παρεμβάσεις της Μόσχας έγιναν εντυπωσιακά ήσυχες. Ο πόλεμος στην Donbass της Ουκρανίας [2], που έχει προκαλέσει τον θάνατο περίπου 8.000 στρατιωτών και πολιτών [3] από τότε που η υποστηριζόμενη από την Ρωσία αυτονομιστική εξέγερση ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2014, έχει αποκλιμακωθεί ταχέως μετά την υπογραφή της νέας προσωρινής εκεχειρίας [4] την 1η Σεπτεμβρίου.

Ο σχεδόν συγχρονισμός της ανάπτυξης ρωσικών στρατευμάτων στην Συρία [5] και της αποκλιμάκωσης στην ανατολική Ουκρανία δεν είναι καθόλου τυχαίος. Ο πόλεμος στην Ουκρανία [6] και οι παρεπόμενες Δυτικές κυρώσεις [7] γίνονται ολοένα και πιο προβληματικές, και η παρέμβαση της Μόσχας στην Συρία [8] προσφέρει στο Κρεμλίνο μια ευκαιρία για να αποσπάσει προσοχή και πόρους μακριά από έναν βαλτωμένο πόλεμο. Δίνει επίσης στην Ρωσία την ευκαιρία να εκτρέψει τα κύματα της πατριωτικής κινητοποίησης που προκάλεσε η κατάληψη της Κριμαίας [9] και η παρέμβαση στην Donbass. Πράγματι, η Μόσχα θα πρέπει όλο και περισσότερο να βρει μια διέξοδο από την σύγκρουση στην Donbass που θα διασώσει το γόητρό της και δεν θα επισπεύσει μια εγχώρια αντίδραση. Η ανάπτυξη [ρωσικών στρατευμάτων] στην Συρία μπορεί να βοηθήσει το Κρεμλίνο να τετραγωνίσει τον κύκλο αυτόν.

Μετά από περισσότερο από ενάμιση χρόνο σύγκρουσης μεταξύ των ουκρανικής κυβέρνησης και των ανταρτικών ομάδων στις «λαϊκές δημοκρατίες» Ντόνετσκ και Luhansk [10] (DNR και LNR στα ρωσικά, αντίστοιχα), μήνες άκαρπης διπλωματίας έχουν δώσει την θέση τους σε σημαντική πρόοδο προς τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Στα τέλη Αυγούστου, η Τριμερής Ομάδα Επαφής αποτελούμενη από εκπροσώπους της ουκρανικής κυβέρνησης, των ανταρτών, και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), κατέληξε σε συμφωνία επί της αρχής για την προσωρινή κατάπαυση του πυρός. Περισσότερο από ένα μήνα μετά, η συμφωνία της 1ης Σεπτεμβρίου έχει εφαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό [11]. Ακολούθησαν πρόσθετες συμφωνίες μεταξύ των μερών για να αποσυρθεί αρχικά το βαρύ πυροβολικό [12] και, στην συνέχεια, όπλα μικρότερου διαμετρήματος [13] από τις γραμμές του μετώπου. Ο Denis Pushilin, πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ, ανακοίνωσε [14] ότι η συμφωνία να αποσυρθούν τα όπλα «θα μπορούσε να σημάνει το τέλος του πολέμου». Παρά το γεγονός ότι η δήλωση αυτή είναι πιθανώς πρόωρη, η προθυμία τόσο της Μόσχας όσο και των ομάδων των ανταρτών να διαπραγματευτούν φαινομενικά καλή τη πίστη -και να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους- έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσέγγισή τους νωρίτερα στην σύγκρουση.

Η Ρωσία έχει καταλάβει εδώ και μήνες [15] ότι οι πιο φιλόδοξοι στόχοι της στο πλαίσιο της σύγκρουσης, όπως η δημιουργία μιας γέφυρας γης για την Κριμαία [16] ή η αποκατάσταση της (Τσαρικής εποχής) επαρχίας της Νέας Ρωσίας (Novorossiya) [17], δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποδεκτό κόστος. Ωστόσο, η Ρωσία έχει ήδη επιτύχει τους ελάχιστους στόχους της στην Ουκρανία [18]: Έχει ουσιαστικά βγάλει από το τραπέζι το ζήτημα της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ [19] και θα συνεχίσει να ασκεί την σχεδόν σε επίπεδο βέτο εξουσία της στην εξωτερική πολιτική του Κιέβου χάρη στην αποκέντρωση των αποφάσεων αυτών, όπως απαιτείται από την συμφωνία Μινσκ-II, και λόγω της πιθανής διατήρησης των φιλο-ρώσων εκπροσώπων στο Ντόνετσκ και στο Luhansk που θα τορπιλίσουν κάθε σχετικό βήμα. Παρότι η συμφωνία Μινσκ-ΙΙ απευθύνει επίσης έκκληση για την παράδοση του ελέγχου των συνόρων [20] με την Ρωσία και των αποσχισθεισών περιοχών και πάλι στο Κίεβο, η Μόσχα δεν βιάζεται να κάνει κάτι τέτοιο, και θα συνεχίσει για το προβλέψιμο μέλλον να διατηρεί την δυνατότητα να μετακινεί στρατιωτικό εξοπλισμό και προσωπικό πέρα από τα σύνορα.

Το εγχώριο κόστος της ουκρανικής παρέμβασης της Ρωσίας [21], ωστόσο, συνεχίζει να αυξάνεται, και η Μόσχα έχει πλέον καταλάβει ότι ο χρόνος δεν είναι με το μέρος της για να εφεύρει μια λύση. Οι κυρώσεις της Δύσης είχαν έναν πραγματικό, αν και περιορισμένο, αντίκτυπο στην ρωσική οικονομία. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι οι κυρώσεις θα περικόψουν 1% με 1,5% από το ρωσικό ΑΕΠ [22] φέτος, από μια συνολική μείωση περίπου 3,4% (με το υπόλοιπο να οφείλεται κυρίως στην μείωση των τιμών του πετρελαίου). Όμως, ο αριθμός αυτός πιθανώς υποτιμά τον πολιτικό αντίκτυπο των κυρώσεων [23]. Πολλά μεγάλα έργα έχουν καθυστερήσει [24], ή έχουν τεθεί σε αναμονή λόγω των δυσκολιών πρόσβασης στην χρηματοδότηση. Η Ρωσία είναι απομονωμένη και στερείται βραχυπρόθεσμων προοπτικών για επιστροφή στην ανάπτυξη [25], και τα μέλη του εσωτερικού κύκλου του Πούτιν φέρονται να έχουν γίνει νευρικά για το ότι έχει στριμώξει την χώρα στην γωνία [26]. Ορισμένοι παρατηρητές υποδεικνύουν ότι αυξάνεται η δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ [27], παρά τα ακόμα ισχυρά ποσοστά του Πούτιν στις δημοσκοπήσεις.

16102015-1.jpg

Γυναίκες σε ένα μπαρ κατά την διάρκεια μιας ζωντανής πανεθνικής εκπομπής συζήτησης με τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν στην Mineralnye Vody, στην περιοχή της Σταυρούπολης, στις 16 Απριλίου 2015. EDUARD KORNIYENKO / REUTERS
-----------------------

Η ίδια η Donbass έχει γίνει επίσης ένα όλο και πιο περίπλοκο πρόβλημα για το Κρεμλίνο. Η σύγκρουση έχει αποδεκατίσει την βιομηχανική οικονομία της Donbass [28], ιδίως στις περιοχές που ελέγχονται από τους αποσχιστές και που έχουν δει τις χειρότερες μάχες. Το Κίεβο έχει κόψει τις πληρωμές συντάξεων και τις τραπεζικές υπηρεσίες στις περιοχές έξω από τον έλεγχό του, αφήνοντας την Μόσχα να πάρει το κόστος. Η Ρωσία έχει στείλει τουλάχιστον 37 φάλαγγες της λεγόμενης ανθρωπιστικής βοήθειας πέρα από τα σύνορα, και φαίνεται να καταβάλλει συντάξεις στους κατοίκους [29] των δύο αυτοαποκαλούμενων λαϊκών δημοκρατιών από τον δικό της πιεσμένο προϋπολογισμό.