Επίκειται κατάρρευση των οικονομιών του Κόλπου; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Επίκειται κατάρρευση των οικονομιών του Κόλπου;

Ιδού πώς να αποτραπεί

Η περίπτωση της Μαλαισίας προσφέρει παρόμοια μαθήματα. Κατά την στιγμή της ανεξαρτησίας το 1957, η εθνοτική κινεζική μειονότητα της χώρας ήλεγχε μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα της Μαλαισίας, χρησιμεύοντας ως ένα ισχυρό αντίβαρο προς τον τομέα των φυσικών πόρων, ο οποίος κυριαρχείτο από το καουτσούκ, το φοινικέλαιο και τα συμφέροντα του κασσίτερου. Η κατάσταση αυτή αντικατοπτριζόταν στην πολιτική της Μαλαισίας, όπου οι κινεζικής καταγωγής πολίτες κατάφεραν να προστατεύσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα παρά την δημογραφική μειοψηφία τους, με την βοήθεια μιας διακοινοτικής συμφωνίας καταμερισμού της εξουσίας με την εθνοτική μαλαισιανή κοινότητα. Η κακή μακροοικονομική πολιτική -ιδιαίτερα μια υπερτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία συνήθως προκύπτει από έναν ραγδαία αναπτυσσόμενο τομέα φυσικών πόρων και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα του τομέα των ιδιωτικών κατασκευών- ήταν απαράδεκτη από τα κινεζικά συμφέροντα. Την ίδια στιγμή, η εγγύτητα της Μαλαισίας στις μείζονες παγκόσμιες εμπορικές οδούς [7] επέτρεψε στις μαλαισιανές επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν το περιφερειακό εμπόριο, τις επενδύσεις και τα δίκτυα των αλυσίδων εφοδιασμού, με ισχυρά οικονομικά οφέλη. Αυτοί οι παράγοντες συνδυάστηκαν για να ανοίξουν τον δρόμο για μια οικονομία που ανθεί [8] όχι μόνο λόγω των πρωτογενών προϊόντων της, αλλά και ως αποτέλεσμα της μεταποίησης με εξαγωγικό προσανατολισμό.

Πιο κοντά στην αραβική γειτονιά, η ιρανική εμπειρία παρέχει παρόμοια μαθήματα. Όπως η Μποτσουάνα και η Μαλαισία, το Ιράν έχει εδώ και καιρό υπάρξει ο τόπος ποικίλων οικονομικών συμφερόντων [9] που έχουν διαμορφώσει βαθιά την πολιτική οικονομία του, από την φημισμένη οικονομία του παζαριού που ήταν κατευθυνόμενη από τις αστικές εμπορικές τάξεις του Ιράν, μέχρι έναν ισχυρό τομέα αυτοκινητοβιομηχανίας και μια σταθερή μεταποιητική βάση καταναλωτικών αγαθών. Η γεωπολιτική κατάσταση του Ιράν ενθάρρυνε επίσης την διαφοροποίηση, δεδομένου ότι η απομόνωσή του μετά την επανάσταση του 1979 και τις μετέπειτα διεθνείς κυρώσεις, άφησε τις ελίτ του με λίγες επιλογές εκτός από το να δουν πέρα από το πετρέλαιο, σε τομείς όπως τα πετροχημικά και τα καταναλωτικά αγαθά. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που είναι πολύ πιο διαφοροποιημένη από όσο πολλοί από τους Άραβες γείτονές του.

Τα αραβικά κράτη δεν διαθέτουν κανένα από τα τρία συστατικά που διευκόλυναν την οικονομική διαφοροποίηση σε αυτές τις ιστορίες επιτυχίας: Ποικίλες οικονομικές πληθυσμιακές ομάδες, ισχυρές πολιτικές συμμαχίες και ευεργετικές επιδράσεις από την γειτονιά. Πράγματι, κατά την στιγμή της ανεξαρτησίας τους, πολλές αραβικές οικονομίες δεν κληρονόμησαν οικονομικές πληθυσμιακές ομάδες που θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει ισχυρούς πολιτικούς ρόλους˙ Αντ’ αυτού, η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε περιορισμένη στους βασιλικούς κύκλους. Η ανακάλυψη του πετρελαίου επιδείνωσε το πρόβλημα, δεδομένου ότι επέτρεψε στους κυβερνώντες να καθηλώσουν την τάξη των εμπόρων με κρατικές συμβάσεις και άλλες μορφές πατρωνίας. Οι διάχυτες συγκρούσεις στην περιοχή υπονόμευσαν περαιτέρω τις προοπτικές της ιδιωτικής παραγωγής με το να διαταράσσουν τους δεσμούς της αγοράς μεταξύ των κρατών.

ΕΝΑ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ ΖΑΧΑΡΗ

Για να ξεφύγουν από την εξάρτησή τους από το πετρέλαιο, λοιπόν, οι αραβικές κοινωνίες πρέπει να αναπτύξουν μια νέα πολιτική διευθέτηση που να αναγκάζει τις ελίτ να παραχωρήσουν έδαφος στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό, όμως, θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: Αν μια κλειστή, εξαρτημένη από τους φυσικούς πόρους οικονομία ωφελεί τις ελίτ, τι θα μπορούσε ενδεχομένως να πείσει αυτές τις ελίτ να επιτρέψουν την διαφοροποίηση;

Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στις πολιτικές που αποζημιώνουν τις ελίτ για τις απώλειες που υφίστανται από μια εξίσωση του οικονομικού πεδίου. Η Κίνα παρέχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας: Με το να ενσωματώσει τους ηγέτες των επιχειρήσεων [10] στην δομή του Κομμουνιστικού Κόμματος, το Πεκίνο κατάφερε να ευθυγραμμίσει την οικονομική μεταρρύθμιση με τα συμφέροντα των πολιτικών ελίτ. Ή δείτε την περίπτωση της Αιθιοπίας, τώρα μεταξύ των δέκα ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών στον κόσμο, η οποία έχει ιδρύσει κομματικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις που υποστηρίζονται από εξειδικευμένα κληροδοτήματα για την προώθηση επενδύσεων σε υποανάπτυκτες περιοχές. Τέτοια μοντέλα κομματικού καπιταλισμού εγείρουν δύσκολα ερωτήματα σχετικά με τον ανταγωνισμό της αγοράς. Αλλά παρ’ όλα αυτά αποδεικνύουν ότι οι ελίτ έχουν την τάση να ευνοούν την επέκταση της οικονομικής πίτας, όταν μένουν ως κύριοι ωφελημένοι από αυτήν.

Οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου προσφέρουν στα κράτη του Κόλπου μια ευκαιρία για παρόμοια δημιουργική θεσμική μεταρρύθμιση. Πολλά κράτη της περιοχής έχουν ασχοληθεί με τον χρηματοπιστωτικό τομέα ως κύρια οδό για την διαφοροποίηση˙ μέχρι στιγμής, ωστόσο, έχουν διστάσει να εφαρμόσουν τις νομικές και ρυθμιστικές πολιτικές που θα θέσουν τον τομέα σε μια υγιή βάση, και οι περιφερειακές δευτερογενείς αγορές χρέους παραμένουν υπανάπτυκτες. Δεδομένου ότι ορισμένα κράτη του Κόλπου εξετάζουν το ενδεχόμενο έκδοσης ομολόγων για να αντισταθμιστούν οι δημοσιονομικές προκλήσεις που παρουσιάζονται από τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου, θα πρέπει επίσης να εξετάσουν την επιδίωξη αυτών των πολύ καθυστερημένων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων και την ανάπτυξη της μακρο-προληπτικής εποπτείας [11]. Οι πλούσιες σε πετρέλαιο αραβικές χώρες θα μπορούσαν επίσης να εξετάσουν το άνοιγμα των προστατευόμενων τομέων όπως τα καταναλωτικά αγαθά, η στέγαση και οι αγορές ακινήτων, στον εγχώριο και τον ξένο ανταγωνισμό. Ωστόσο, για να πετύχει οποιαδήποτε τέτοια διαφοροποίηση, οι υπάρχουσες ελίτ πρέπει να γίνουν μέτοχοι στην μεταρρύθμιση μέσω έξυπνου θεσμικού σχεδιασμού.

09112015-3.jpg