Η δύσκολη συνεννόηση στην Κύπρο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η δύσκολη συνεννόηση στην Κύπρο

To «συναινετικό μοντέλο» και η «εθνο-ομοσπονδία» ως εργαλεία επίλυσης διαφορών
Περίληψη: 

Η ελληνική πλευρά ερμηνεύει την ομοσπονδοποίηση της Κύπρου ως μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας από ενιαίο κράτος σε διζωνικό, δικοινοτικό ομοσπονδιακό. Παράλληλα και σε συνάρτηση με αυτή την θέση δεν αποδέχεται την διχοτόμηση της κυριαρχίας ανάμεσα στις δύο συνιστώσες πολιτείες που θα δημιουργηθούν, θεωρώντας ότι η κυριαρχία είναι μια και αδιαίρετη αφού εκπηγάζει από τον λαό στο σύνολο του. Από την άλλη, η θέση της τουρκικής πλευράς βασίζεται στην μεθοδολογία της «συγκέντρωσης» στην οποία μια ομοσπονδία δημιουργείται από δύο ή περισσότερες υπάρχουσες κυρίαρχες κρατικές οντότητες.

Ο ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΚΑΡΚΩΤΗΣ είναι νομικός, με έδρα του την Κύπρο

Παρ’ όλο που η Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) αποτελεί όντως ένα ιδιόμορφο πολιτειακό μοντέλο ομοσπονδιακού χαρακτήρα καθώς δεν συναντάται ούτε στο Συνταγματικό Δίκαιο ούτε στην Επιστήμη της Πολιτειολογίας, ως μορφή δημοκρατίας φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την εδράζουν στο «συναινετικό μοντέλο» (consociational model). Επιπλέον, φέρει όλα τα γνωρίσματα που την κατηγοριοποιούν στην θεσμική ρύθμιση και το ομοσπονδιακό είδος της «εθνo-ομοσπονδίας» (ethnofederalism). Συνεπώς, παρ'όλο που η ΔΔΟ –σε περίπτωση εφαρμογής της- θα καταστεί ένα ιδιότυπο sui generis πολιτειακό σχήμα, σαν πολιτική διευθέτηση θα ενέχει συγκεκριμένη συνταγματική αφετηρία αλλά και δοσμένο θεωρητικό πολιτειακό πλαίσιο.

ΤΟ «ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ»

Το μοντέλο αυτό (Consociational model) θεωρητικοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από τον Ολλανδό πολιτικό επιστήμονα Arend Lijphart [1]. Η κεντρική ιδέα είναι ότι αυτή η μορφή δημοκρατίας, σύμφωνα με το σχετικό εννοιολογικό ορισμό, παρέχει το πλαίσιο, το περιεχόμενο και τα εργαλεία για διαχείριση κοινωνιών που είναι διαιρεμένες σε εθνικό, θρησκευτικό, πολιτισμικό και/ή γλωσσικό επίπεδο, αλλά και κοινωνιών που βίωσαν εθνοτικές συγκρούσεις (βίαιες ή μη). Θεσπίζει, δηλαδή, τους πυλώνες βάσει των οποίων δύναται να διευθετηθούν σε πολιτικό επίπεδο ζητήματα σύνθετα για εξασθένιση των εθνοτικών διενέξεων και διασφαλίζει τη θεσμική εκπροσώπηση όλων των εθνικών ομάδων-κοινοτήτων στους κρατικούς μηχανισμούς.

21122015-1.jpg

Ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης (δεξιά) πραγματοποιεί χειραψία με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker (κέντρο) και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί στην Λευκωσία, στις 16 Ιουλίου 2015. Αν η επανένωση της νήσου είναι δύσκολη, η διατήρηση μιας συμφωνίας θα είναι ακόμα δυσκολότερη. REUTERS/Yianis Nisiotis
-----------------------------

Οι κύριες παράμετροι του «συναινετικού μοντέλου» είναι: (α) ο διαμοιρασμός της εξουσίας (power-sharing), (β) αναλογικές ποσοστώσεις εκπροσώπησης, (γ) μια μορφή αυτοκυβέρνησης-αυτονομίας σε συγκεκριμένα ζητήματα, και (δ) αμοιβαία δικαιώματα αρνησικυρίας (βέτο). Παραδείγματα συνταγματικών και πολιτειακών μοντέλων που βασίζονται στην συναινετική δημοκρατία είναι η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ο Λίβανος, η Β. Ιρλανδία, το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Ινδία, αλλά και το Σύνταγμα του ’60 με το οποίο ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία. Οι χωριστοί εκλογικοί κατάλογοι, τα αμοιβαία βέτο, οι διατάξεις για πρόεδρο Έλληνα και αντιπρόεδρο Τούρκο, οι ποσοστώσεις στο υπουργικό συμβούλιο, οι ποσοστώσεις στην δημόσια Υπηρεσία και την Αστυνομία, ο διαμοιρασμός των θέσεων στην κυπριακή βουλή, οι πρόνοιες για χωριστές πλειοψηφίες στην διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων κ.α. αποτελούν έκδηλα δηλωτικά στοιχεία του «συναινετικού μοντέλου».
Τα πολιτειακά σχήματα που ερείδονται στο «συναινετικό μοντέλο» έχουν και κοινά στοιχεία μεταξύ τους αφού μοιράζονται κεντρικά μοτίβα ως προς τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, αλλά έχουν και διαφορές ανάλογα με το ιστορικό-πολιτικό υπόβαθρο εκάστης κοινωνίας.

Επίσης, διαφοροποιήσεις ανακύπτουν και από το είδος της πολιτειακής μορφής κάθε κράτους, δηλαδή από το κατά πόσο το κράτος είναι ενιαίο, ομοσπονδιακό ή συνομοσπονδιακό. Συναφώς, πρέπει εμφαντικά να τονισθεί ότι οι θεσμικές ρυθμίσεις που βασίζονται στο «συναινετικό μοντέλο» έχουν εφαρμογή τόσο σε ομοσπονδιακά (ή και συνομοσπονδιακά) όσο και σε ενιαία κράτη. Είναι ιδιαίτερης σημασίας δε, να αναδειχθεί το γεγονός ότι δύναται να υπάρχουν ομοσπονδιακά κράτη με συναινετικά χαρακτηριστικά (π.χ. Βέλγιο, Ελβετία, Ινδία κ.α.) αλλά και μη συναινετικά χαρακτηριστικά (π.χ. οι Η.Π.Α., Γερμανία, Αυστρία κ.α.). Όπως και ενιαία κράτη με συναινετικά χαρακτηριστικά (π.χ. Κύπρος, Λίβανος κ.α.) αλλά και με μη συναινετικά χαρακτηριστικά (π.χ. Ιταλία, Σλοβενία κ.α.)

Οι πολιτικές διευθετήσεις και οι θεσμικοί διακανονισμοί που εδράζονται στο «συναινετικό μοντέλο» αποτελούν αντικείμενο εκτεταμένης κριτικής σε πολιτικό, επιστημονικό και ακαδημαϊκό επίπεδο από διάφορες κατευθύνσεις και σχολές σκέψεις. Από την φιλελεύθερη [2] μέχρι την μαρξιστική θεωρία [3], με όλες να έχουν ως κοινό παρονομαστή το γεγονός ότι η συναινετική μορφή δημοκρατίας, εκτός του ότι θεωρείται ως αντίθετη της πλειοψηφικής δημοκρατίας, ενισχύει και κλιμακώνει τις εθνοτικές διαφορές, αντί να τις αμβλύνει. Θεσμοθετεί την εθνική ταυτότητα (ή την θρησκεία και την γλώσσα ανάλογα με την περίπτωση) ως κριτήριο διανομής των εξουσιών, ενσωματώνει στο συνταγματικό μοντέλο τις εθνοτικές/φυλετικές διακρίσεις προσδίδοντας τους φορμαλιστική υπόσταση, ενώ οι εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές ανάγονται έννομα σε κανόνα δικαίου.

Συνακόλουθα, επειδή αναβαθμίζεται ο ρυθμιστικός ρόλος της εθνικής ταυτότητας σε σχέση με την λειτουργία των πολιτειακών θεσμών, οδηγούμαστε σε μια κατάσταση όπου υποδαυλίζονται οι εθνοτικοί ανταγωνισμοί, η πόλωση, ο σεχταρισμός και ο σοβινισμός. Ο διαμοιρασμός της εξουσίας με εθνοτικά κριτήρια όπως και η ύπαρξη των αμοιβαίων βέτο, παρέχουν τα εφόδια προς εργαλειοποίηση από τις ηγεσίες των διάφορων εθνικών ομάδων-κοινοτήτων για υπονόμευση της λειτουργίας της κεντρικής κυβέρνησης, για τροφοδότηση των αποσχιστικών τάσεων, αλλά και πρόκληση πολιτειακής/πολιτικής αστάθειας. Τα πιο πάνω εφόδια παρέχουν την δυνατότητα και τα μέσα στις πολιτικές ηγεσίες των εθνικών ομάδων-κοινοτήτων να διεκδικούν την επέκταση του πεδίου στο οποίο μπορούν να λαμβάνουν ανεξάρτητες αποφάσεις, επιζητώντας όλο και περισσότερη αυτονομία αφού προτάσσεται η απειλή για βραχυκύκλωμα των κρατικών μηχανισμών λήψης αποφάσεων.