Η Γερμανία μπαλώνει τον στρατό της | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Γερμανία μπαλώνει τον στρατό της

Η Bundeswehr απομακρύνεται από τον γκρεμό
Περίληψη: 

Το γερμανικό Υπουργείο Άμυνας δήλωσε ότι θα υλοποιήσει 117 μέτρα για την βελτίωση της κατάστασης του εξοπλισμού των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, με ιδιαίτερη έμφαση στα αερομεταφερόμενα συστήματα.

Η ELISABETH BRAW είναι δημοσιογράφος με βάση της το Λονδίνο και γράφει για το The Economist, το Foreign Policy και άλλες εκδόσεις. Επίσης γράφει στο Transatlantic Connection blog για την World Affairs Journal.

Σκοπός του ΝΑΤΟ, είπε κάποτε ο Hastings Ismay, ο πρώτος γενικός γραμματέας του, είναι «να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω». Όσον αφορά το τελευταίο, η στρατιωτική συμμαχία είχε πετύχει θεαματικά. Καθ’ όλη την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου [1], η γερμανική Bundeswehr (Ομοσπονδιακή Άμυνα) το έπαιξε «κολλητή» στους πιο ισχυρούς συμμάχους του Βερολίνου, το Ηνωμένο Βασίλειο [2] και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αφού τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, η Γερμανία [3] μείωνε με συνέπεια τον αμυντικό προϋπολογισμό της, αφήνοντας την Bundeswehr τόσο ανεπαρκώς εξοπλισμένη που έγινε περίγελος μεταξύ των συμμάχων της και απροετοίμαστη για την αντιμετώπιση εδαφικών απειλών και για να συμμετέχει σε αποστολές στο εξωτερικό.

Κατά το παρελθόν έτος, η εικόνα έγινε πιο φωτεινή. «Βλέπουμε μια σημαντική αλλαγή», δήλωσε ο Michael Essig, καθηγητής Στρατιωτικών Προμηθειών και Διαχείρισης της Εφοδιαστικής Αλυσίδας στο Πανεπιστήμιο της Bundeswehr στο Μόναχο. «Το 2015 ήταν η πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που σταμάτησαν οι συνεχείς περικοπές». Στην πραγματικότητα, πέρσι, οι δαπάνες για τον εξοπλισμό της Bundeswehr αυξήθηκαν κατά 8,4%, στα 9,5 δισ. ευρώ (περίπου 10,4 δισ. δολάρια), σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI)˙ το 2016, το SIPRI προβλέπει περαιτέρω αύξηση των δαπανών για εξοπλισμούς κατά 6,4%. Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Γερμανίας, οι δαπάνες συντήρησης θα αυξηθούν κατά 3,3% φέτος, σε 2,9 δισ. ευρώ (περίπου 3,2 δισ. δολάρια), και ο συνολικός προϋπολογισμός της Bundeswehr θα αυξηθεί κατά 4,2%, σε 34,3 δισ. ευρώ (περίπου 37,4 δισ. δολάρια). Με δεδομένο τον χαμηλό πληθωρισμό της Γερμανίας, οι αυξήσεις είναι αξιοσημείωτες.

Αντιπροσωπεύουν επίσης μια ριζική αποστασιοποίηση από περικοπές δυόμισι δεκαετιών που έκαναν τον προϋπολογισμό της Bundeswehr να συρρικνώνεται σχεδόν κάθε χρόνο, από το 3,2% του γερμανικού ΑΕΠ το 1983 στο 1,2% το 2014. «Είναι επίσης μια σημαντική αλλαγή, διότι τα άλλα παλαιά μέλη του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, περικόπτουν τις δαπάνες του αμυντικού εξοπλισμού τους», μου είπε ο Sam Perlo-Freeman, επικεφαλής του Έργου για τις Στρατιωτικές Δαπάνες στο SIPRI. «Η Βρετανία, για παράδειγμα, έχει μεγάλες εξοπλιστικές δαπάνες μόνον λόγω του πολύ ακριβού πυρηνικού της προγράμματος [4]. Αν εξαιρέσει κανείς αυτές τις δαπάνες, οι δαπάνες για εξοπλισμούς μειώνονται». Στην Γερμανία, ωστόσο, το να δαπανούν λιγότερο για όπλα και συντηρήσεις δεν είναι πολιτικά βιώσιμη επιλογή. Αυτό οφείλεται τόσο στο ότι η Bundeswehr ήδη είναι ντροπιασμένη από την κακή λειτουργία του εξοπλισμού της όσο και επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ζητήσει από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ να δαπανήσουν περισσότερα για την άμυνα, εν μέρει για την αντιμετώπιση της Ρωσίας, η οποία έχει αυξήσει εντυπωσιακά [5] τις στρατιωτικές δαπάνες της τα τελευταία χρόνια.

ΣΤΡΑΤΟΣ ΑΠΟ ΣΚΟΥΠΟΞΥΛΑ

Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι αμυντικές δαπάνες των μελών του ΝΑΤΟ, οι οποίες περιλαμβάνουν όπλα καθώς και προσωπικό και εγκαταστάσεις, έχουν μειωθεί δραματικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, οι αμυντικές δαπάνες μειώθηκαν από περίπου 6% του ΑΕΠ το 1980 σε 3,5% το 2014 και στην Γαλλία έχουν μειωθεί από σχεδόν 4% του ΑΕΠ το 1980 σε 2,2% το 2014.

Αλλά κανένα από μεγαλύτερα μέλη του ΝΑΤΟ δεν έχει μειώσει τις αμυντικές του δαπάνες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο περισσότερο από όσο η Γερμανία, της οποίας οι δαπάνες υπολογιζόμενες ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι πολύ κάτω από τον στόχο του ΝΑΤΟ στο 2% -μια ανεπάρκεια που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή δεδομένης της θέσης της Γερμανίας ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της συμμαχίας. Καθώς η Ρωσία αντικατέστησε την ισχυρή Σοβιετική Ένωση -η οποία διατηρούσε μια τρομερή παρουσία 500.000 στρατιωτών, χιλιάδων τανκς και εκατοντάδων μαχητικών ελικοπτέρων και αεροσκαφών στην Ανατολική Γερμανία- η Γερμανία πούλησε καλά λειτουργούντα τανκς και άλλα τεθωρακισμένα οχήματα σε μέλη του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας [6] με έκπτωση.

20012016-1.jpg

Η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ursula von der Leyen με τον Αρχηγό του Επιτελείου των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων Volker Wieker στο Βερολίνο, τον Δεκέμβριο του 2015. FABRIZIO BENSCH / REUTERS
-------------------------------

Οι περικοπές στην άμυνα έχουν αφήσει την Bundeswehr τόσο ανεπαρκώς εξοπλισμένη ώστε ακόμη και οι πρώην αντίπαλοι της Γερμανίας, που κάποτε ανησυχούσαν για την επιθετικότητα του Βερολίνου, ανησυχούν για την πιθανή αδυναμία της χώρας να βοηθήσει στην προστασία τους από ενδεχόμενες ρωσικές προελάσεις [7]. «Για αιώνες, η κύρια ανησυχία μας στην Πολωνία ήταν ένας πολύ ισχυρός γερμανικός στρατός», εξήγησε ο Janusz Onyszkiewicz, ο οποίος ως υπουργός Άμυνας σε δύο πολωνικές κυβερνήσεις κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990 επέβλεψε την αγορά κάποιου από τον εξοπλισμό της Bundeswehr. «Σήμερα, ανησυχούμε σοβαρά για τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, που είναι πολύ αδύναμες. Η μόνιμη υποχρηματοδότηση του τομέα της άμυνας θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Γερμανία δεν λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη της τις δεσμεύσεις της για την κοινή εδαφική άμυνα του ΝΑΤΟ». (Η Πολωνία, καθόλου ξένη στην επιθετικότητα εκ μέρους των μεγαλύτερων γειτόνων της, ήταν μια από τις πρώτες χώρες της μετά το Σύμφωνο της Βαρσοβίας εποχής που εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ [8] και δαπανά σταθερά περίπου το 2% του ΑΕΠ της για την άμυνα˙ πέρυσι, ο αμυντικός προϋπολογισμός της αυξήθηκε κατά 20%, το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο μετά την Ουκρανία και το Ιράν, σύμφωνα με το IHS Janes).