Είναι η Αμερική μεγάλη; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι η Αμερική μεγάλη;

Πώς δομούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες
Περίληψη: 

Τι είναι αυτό που κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ είναι ηττημένες στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό; Η απάντηση βρίσκεται στην αυξανόμενη αποσύνδεση μεταξύ των επιδόσεων της οικονομίας των ΗΠΑ στο μακρο-επίπεδο, οι οποίες έχει αρκετά καλές, και της οικονομίας όπως την ζουν πολλοί Αμερικανοί, η οποία απέχει κατά πολύ από το να είναι καλή.

Ο EDWARD ALDEN και η REBECCA STRAUSS είναι συν-συγγραφείς του νέου e-book του Council on Foreign Relations με τίτλο How America Stacks Up: Economic Competitiveness and U.S. Policy. [1]

Πέρα από την ήττα στην Αϊόβα, είτε ο Donald Trump εξασφαλίσει το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών είτε όχι [2], την εκστρατεία του έχει συλλάβει σίγουρα το βαθιά απογοήτευση μεταξύ πολλών ψηφοφόρων σχετικά με την θέση της Αμερικής στον κόσμο. «Αυτή η χώρα έχει μεγάλο πρόβλημα» [3], είπε στο πρώτο ντιμπέιτ του GOP [στμ: το Grand Old Party όπως αλλιώς αναφέρεται το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στις ΗΠΑ], ένα θέμα που έχει επαναλάβει σε αμέτρητες ομιλίες έκτοτε. «Εμείς δεν κερδίζουμε πια. Χάνουμε από την Κίνα [4]. Χάνουμε από το Μεξικό [5], τόσο στο εμπόριο όσο και στα σύνορα. Χάνουμε σε όλους».

Ο Trump δεν είναι ο μόνος υποψήφιος που το επισημαίνει αυτό. Αν ξύσει κάποιος κάτω από την επιφάνεια των ανταγωνισμών των υποψηφίων είτε του Ρεπουμπλικανικού είτε του Δημοκρατικού κόμματος γίνεται σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης είναι για την οικονομική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο, και τι θα χρειαστεί, σύμφωνα με τα λόγια του Trump, για να «γίνει η Αμερική μεγάλη και πάλι». Η σημαντική λέξη είναι το «πάλι». Η ρητορική του Trump -και πολλή από την ρητορική του Δημοκρατικού αντάρτη Bernie Sanders- νοσταλγεί την προγενέστερη περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η ισχυρότερη και πιο παραγωγική οικονομία στον κόσμο και αντιμετώπιζε ελάχιστα [εμπόδια] στο πεδίο του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο υποψήφιοι βρίσκουν κοινό έδαφος στην απόρριψη εμπορικών συμφωνιών όπως η Trans-Pacific Partnership (TPP) [6] που θα εντείνει τον ανταγωνισμό.

Αλλά η νοσταλγία δεν είναι ένας καλός οδηγός για την πολιτική. Οι στρατηγικές που σχεδιάζονται χωρίς μια εκτίμηση για πού όντως στέκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούσε να καταλήξουν στην υπονόμευση των δυνάμεών τους χωρίς να διορθώνουν καμιά από τις αδυναμίες τους.

Και πώς μετριούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες [7]; Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη Παγκόσμια Έκθεση Ανταγωνιστικότητα από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ [8], οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η τρίτη πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο, πίσω μόνο από μικροσκοπικά Ελβετία [9] και την Σιγκαπούρη [10] και ελαφρώς μπροστά από άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία [11], η Ιαπωνία [12] και το Ηνωμένο Βασίλειο [13]. Αυτό είναι αρκετές θέσεις πιο πάνω από την έβδομη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών που τους αποδόθηκε το 2012. Η δημιουργία θέσεων εργασίας κατά τα τελευταία πέντε χρόνια στις ΗΠΑ έχει ξεπεράσει εκείνη οποιασδήποτε άλλης προηγμένης οικονομίας, και το δολάριο ΗΠΑ έχει σημειώσει άνοδο, καθώς οι επενδυτές εγκαταλείπουν την Ευρώπη και την Ασία αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων.

05022016-1.jpg

Ένας υποστηρικτής του Δημοκρατικού προεδρικού υποψηφίου των ΗΠΑ Bernie Sanders κρατά μια πινακίδα καθώς ακούει στην κεντρική αίθουσα στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Αϊόβα στο Cedar Falls, στις 24 Ιανουαρίου 2016. MARK KAUZLARICH / REUTERS
-------------------------------

Στη δική μας έρευνα [14], έχουμε εξετάσει λεπτομερώς το πώς μετρώνται οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι σε άλλες προηγμένες οικονομίες σε πολλά από τα χαρακτηριστικά που αποτελούν την βάση της εθνικής ανταγωνιστικότητας, από την καινοτομία μέχρι την εκπαίδευση. Η εικόνα είναι αρκετά καλή. Για παράδειγμα, στην καινοτομία, η οποία οδηγεί την οικονομική ανάπτυξη στα πλούσια έθνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ πιο μπροστά από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Οι εταιρικοί φόροι και οι κανονισμοί, αν και αμφότεροι σε πραγματική ανάγκη μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού, δεν συναινούν σοβαρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα όπως πολλοί Ρεπουμπλικάνοι έχουν προτείνει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κατέβει στην παγκόσμια κατάταξη της εκπαίδευσης, αλλά υπάρχουν και ενθαρρυντικά σημεία προόδου, με τα ποσοστά αποφοίτησης από το γυμνάσιο να έχουν φθάσει πρόσφατα σε επίπεδα ρεκόρ.

Οπότε, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι τόσο καλά σε σχέση με τους οικονομικούς τους αντιπάλους, τι αντιπροσωπεύει το πολιτικό δέλεαρ των ισχυρισμών ότι υπήρξαν ηττημένες στον παγκόσμιο ανταγωνισμό; Η απάντηση βρίσκεται στην αυξανόμενη αποσύνδεση μεταξύ των επιδόσεων της οικονομίας των ΗΠΑ στο μακρο-επίπεδο, οι οποίες έχει αρκετά καλές, και της οικονομίας όπως την ζουν πολλοί Αμερικανοί, η οποία απέχει κατά πολύ από το να είναι καλή.

Ο οικονομολόγος Michael Porter και οι συνεργάτες του στο Harvard Business School την έχουν αποκαλέσει «μια οικονομία που κάνει μόνο την μισή από την δουλειά της» [15]. Ο Porter ορίζει μια ανταγωνιστική οικονομία ως εκείνη κατά την οποία οι εταιρείες μπορούν να ανταγωνιστούν με επιτυχία στις παγκόσμιες αγορές, ενώ [η οικονομία] υποστηρίζει επίσης αύξηση των μισθών και των όρων διαβίωσης για τους απλούς πολίτες. Αμερικανικές εταιρείες όπως η Amazon, η Apple, το Facebook και το Google προσμετρούν περισσότερη από την μισή χρηματιστηριακή αξία των 100 κορυφαίων εταιρειών στον κόσμο, και οι εν λόγω επιχειρήσεις μόνο έχουν κερδίσει έδαφος κατά τα τελευταία πέντε χρόνια. Όμως, παρά αυτόν τον ανταγωνιστικό θρίαμβο, οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο για τον μέσο Αμερικανό έχουν παραμείνει στάσιμα εδώ και δεκαετίες. Οι πραγματικοί μισθοί είναι σταθεροί από την δεκαετία του 1970, κάτι που χοντρικά αντιστοιχεί με την εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να έρχονται αντιμέτωπες με εντονότερο εξωτερικό ανταγωνισμό, πρώτα από την Ιαπωνία και την Γερμανία και αργότερα από την Κίνα. Οι νεαροί άνδρες σήμερα, οι οποίοι έχουν πληγεί ιδιαίτερα από την εξαφάνιση των θέσεων εργασίας στην μεταποίηση, κερδίζουν κατά μέσο όρο λιγότερα από όσα οι πατέρες τους.