Πέντε χρόνια μετά την Φουκουσίμα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πέντε χρόνια μετά την Φουκουσίμα

Πώς να αποφευχθεί μια επόμενη πυρηνική καταστροφή
Περίληψη: 

Οι εκκλήσεις για μεταρρυθμίσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας που θα απαιτήσουν πιο αυστηρούς διεθνείς ελέγχους ασφαλείας είναι ευπρόσδεκτες, αλλά δεν πρέπει το πράγμα να σταματήσει εκεί. Η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας θα πρέπει να αναγνωριστεί ως μια σοβαρή ευθύνη.

Ο DAVID ROBERTS υπηρέτησε ως επιστημονικός σύμβουλος στον Αμερικανό πρέσβη στο Τόκυο μετά το ατύχημα στην Φουκουσίμα και είναι τώρα βασικός συνεργάτης στην Σχολή Kennedy του Πανεπιστημίου Harvard.
Ο NORMAN NEUREITER, πρώην επιστημονικός σύμβουλος στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, προήδρευσε στην τελική μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών για το ατύχημα της Φουκουσίμα.

Πριν από πέντε χρόνια τον Μάρτιο, ένας από τους μεγαλύτερους σεισμούς που έχει καταγραφεί ποτέ έπληξε την Ιαπωνία [1] καταστρέφοντας τον μακροχρόνιο μύθο [2] της πυρηνικής ενέργειας μηδενικού κινδύνου. Η κατάρρευση του εργοστασίου Fukushima Daiichi [3] αποκάλυψε σημαντικές ελλείψεις στην ιαπωνική κουλτούρα ασφάλειας, κάτι από το οποίο η χώρα έχει μάθει και έχει προσπαθήσει να αντιμετωπίσει. Οι χώρες που ορμούν μπροστά με την πυρηνική ενέργεια θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη αυτά τα μαθήματα για να αποφευχθεί άλλη μια Φουκουσίμα.

Στα χρόνια μετά το ατύχημα, οι κατεστραμμένοι αντιδραστήρες του εργοστασίου της Φουκουσίμα έχουν σταθεροποιηθεί μέσω ενός αυτοσχέδιου συστήματος ψύξης με νερό, και οι εκπομπές ραδιενέργειας έχουν μειωθεί σημαντικά. Εν τω μεταξύ, μετά από προσπάθειες απορρύπανσης, μερικοί από τους πάνω από 100.000 εκτοπισμένους [4] έχουν την δυνατότητα να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Ωστόσο, παρά τις κάποιες αξιοσημείωτες επιτυχίες [5] στον καθαρισμό του χώρου, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν εκτοπισμένοι, οι συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο παραμένουν δύσκολες, η αποθήκευση του συσσωρευμένου ραδιενεργού ύδατος [6] είναι μια συνεχής ανησυχία, και η Ιαπωνία παραμένει εδώ και δεκαετίες μακριά από τον πλήρη παροπλισμό των κατεστραμμένων αντιδραστήρων. Η συνολική οικονομική ζημία έχει εκτιμηθεί σε πάνω από 100 δισ. δολάρια [7] και κανένας από τους έξι αντιδραστήρες του Fukushima Daiichi δεν θα λειτουργήσει ποτέ ξανά.

19022016-1.jpg

Εργαζόμενοι φορούν προστατευτικό εξοπλισμό κατά της ακτινοβολίας σε έναν δρόμο στον πυρηνικό σταθμό Fukushima Daiichi της TEPCO που χτυπήθηκε από παλιρροϊκό, στις 12 Νοεμβρίου 2014. SHIZUO KAMBAYASHI / REUTERS
--------------------------------------------

Δεν υπήρξαν θάνατοι από τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας (σύμφωνα με την επιστημονική επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τις Επιδράσεις της Ατομικής Ακτινοβολίας, οποιαδήποτε αύξηση στα ποσοστά καρκίνου αναμένεται [8] να είναι πάρα πολύ μικρή για να ανιχνευθεί). Από την άλλη πλευρά, η αναγκαστική εκκένωση εκτιμάται ότι έπαιξε έναν ρόλο σε πάνω από 1.000 πρόωρους θανάτους [9], και σύμφωνα με την αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας [10], όπως και με το Τσερνομπίλ, το ψυχολογικό κόστος της καταστροφής αποτελεί μια σημαντική ανησυχία και πιθανώς υπερισχύει άλλων συνεπειών για την υγεία.

Η καταστροφή παρακίνησε πολλές άλλες χώρες να προβούν σε απολογισμό των δικών τους πυρηνικών προγραμμάτων. Το μάθημα για κάποιους, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας του ιαπωνικού κοινού [11], ήταν να απομακρυνθούν από την πυρηνική ενέργεια. Για παράδειγμα, η Γερμανία [12] υποσχέθηκε να καταργήσει σταδιακά όλη της την πυρηνική ισχύ μέχρι το 2022, η Ιταλία [13] ψήφισε [14] συντριπτικά να μην επανεκκινηθεί το πυρηνικό της πρόγραμμα, και η Ελβετία [15] απαγόρευσε [16] την κατασκευή νέων αντιδραστήρων.

Άλλα έθνη μετά βίας επιβράδυναν την επέκταση της πυρηνικής τους ενέργειας. Η Κίνα [17], η Ινδία [18] και η Ρωσία [19] ηγούνται [20] με συνολικά πάνω από 40 υπό κατασκευή αντιδραστήρες και πάνω από τους διπλάσιους να έχουν προγραμματιστεί. Στην βιασύνη τους, φαίνεται ότι πολλές από αυτές τις χώρες δεν έχουν κατανοήσει το βασικό δίδαγμα από την Φουκουσίμα: Την σημασία ενός αυστηρού και συνολικού καθεστώτος ασφάλειας.

ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Σύμφωνα με μια έκθεση της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών [21], πριν από το ατύχημα της Φουκουσίμα, οι ιαπωνικές πυρηνικές ρυθμιστικές Υπηρεσίες δεν φαίνεται να διέθεταν επαρκή εμπειρία, εξουσία, πόρους ή ανεξαρτησία για να προστατεύσουν επαρκώς την δημόσια ασφάλεια. Εκ των υστέρων, το πρόβλημα φαίνεται να είναι μια κλασική περίπτωση παράκαμψης της νομοθεσίας, ενισχυμένη με τις κοινές πρακτικές των amakudari (αυτών που κατεβαίνουν από τον παράδεισο), όπως αναφέρονται οι συνταξιούχοι ισχυροί δημόσιοι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται σε θέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα, και των amaagari (αυτών που ανεβαίνουν στον παράδεισο), όπως αναφέρονται οι εμπειρογνώμονες του ιδιωτικού τομέα που κινούνται προς θέσεις συνδεδεμένες με την κυβέρνηση.

Επιπλέον, ο ρυθμιστικός φορέας στεγαζόταν ακριβώς στο Υπουργείο που είναι επιφορτισμένο με την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας, κάτι που δημιουργεί μια πιθανή σύγκρουση συμφερόντων. (Για να αποφευχθούν παρόμοια προβλήματα, το 1975, η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ διαιρέθηκε για να διαχωριστεί η Ρυθμιστική Επιτροπή Πυρηνικής [Ενέργειας] από τις προωθητικές λειτουργίες).

Μια ανεξάρτητη ρυθμιστική Αρχή δεν είναι επαρκής, όμως: Μια ισχυρή κουλτούρα ασφάλειας πρέπει επίσης να καλλιεργείται σε όλο το πυρηνικό δίκτυο -από τους διαχειριστές και τους εργαζομένους στις κατασκευές μέχρι τους ιδιοκτήτες των εργοστασίων- καθώς και σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού. Η υπερηφάνεια δεν πρέπει να προέρχεται μόνο από τα μεγαβάτ που παράγονται˙ Κάθε οντότητα πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην δημόσια ασφάλεια κατά την κατασκευή ή την λειτουργία πυρηνικών σταθμών και να διατηρείται σε εγρήγορση μέσω συχνών ασκήσεων για τους εργαζόμενους σε όλα τα επίπεδα.