Η διολίσθηση της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η διολίσθηση της Τουρκίας

Η Άγκυρα πρέπει να μάθει από το παρελθόν της για να εξασφαλίσει το μέλλον της
Περίληψη: 

Οι ηγέτες της Τουρκίας πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η επίκληση στο παρελθόν της Ανατολίας σημαίνει την αναγνώριση της ιστορίας της ως εθνοτικά πολυμορφικής γης. Η νίκη στο Μαντζικέρτ που έδωσε στους Τούρκους μια είσοδο στην Ανατολία δεν την μετέτρεψε σε έναν «τουρκικό τόπο», όπως ισχυρίζονται οι Τούρκοι εθνικιστές.

Ο HALIL KARAVELI είναι βασικός συνεργάτης στο Κοινό Κέντρο του Ινστιτούτου Κεντρικής Ασίας – Καυκάσου και του Προγράμματος Σπουδών του Δρόμου του Μεταξιού όπου διευθύνει την Τουρκική Πρωτοβουλία. Είναι επίσης συντάκτης στο Turkey Analyst [1].

Στον απόηχο της Αραβικής Άνοιξης το 2011, o Αχμέτ Νταβούτογλου, τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας και τώρα πρωθυπουργός, δεσμεύθηκε ότι η Τουρκία θα είναι ο «ρυθμιστής του παιχνιδιού» της Μέσης Ανατολής. Σήμερα, τέτοιες έννοιες μεγαλείου φαίνονται εξωφρενικές. Μετά τον βομβαρδισμό μιας στρατιωτικής φάλαγγας στην Άγκυρα στις 17 Φεβρουαρίου [2], για τον οποίο η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τις Μονάδες Προστασίας του Κουρδικού Λαού, ο Νταβούτογλου δήλωσε ότι τα τελευταία κουρδικά εδαφικά κέρδη στην Συρία κατά Ισλαμιστών ανταρτών όπως το Μέτωπο al Nusra –αυτών που η Τουρκία αποκαλεί «μετριοπαθείς» εξεγερμένους- αντιπροσωπεύουν μια απειλή για την «επιβίωση του κράτους» της Τουρκίας. Η Άγκυρα προφανώς έχει αισθανθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο για κάποιο καιρό. Από πέρυσι, ο τουρκικός στρατός έχει μετατρέψει τις κουρδικές πόλεις στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας σε ζώνες πολέμου στην προσπάθειά του να εκδιώξει Κούρδους μαχητές [3] που οχυρώθηκαν σε αυτές τις περιοχές. Πιο πρόσφατα, η Τουρκία μεχρι που άρχισε να επιτίθεται σε κουρδικές δυνάμεις στο βόρειο τμήμα της Συρίας.

Η κατανόηση των φόβων της Τουρκίας -και των αντιδράσεών της σε αυτούς- απαιτεί μια ματιά στην μακρά ιστορία του εδάφους που καλύπτει. Η Τουρκική Δημοκρατία, που ιδρύθηκε το 1923, χτίστηκε σε αδύναμα θεμέλια [4]: Σε όλη την ύπαρξή της, ο πληθυσμός της έχει χωριστεί εθνοτικά και κατά μήκος θρησκευτικών γραμμών. Όταν μελετάμε την Ανατολία, την χερσόνησο που καλύπτει το 97% της Τουρκίας, βλέπουμε ότι ήταν δύσκολο να ενωθεί. Χρειάστηκαν δύο χιλιετίες -από την αρχαιότητα έως την βυζαντινή εποχή- πριν από την υιοθέτηση μιας κοινής γλώσσας: Της ελληνικής. Χρειάστηκαν άλλα χίλια χρόνια πριν η ελληνιστική πλειοψηφία μετατραπεί σε τουρκική (από την άποψη της γλώσσας) και να υιοθετηθεί το Ισλάμ ως θρησκεία της. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε το 1071, όταν τουρκικά φύλα εισέβαλαν στην Ανατολία αφότου ο στρατός των Σελτζούκων νίκησε τον βυζαντινό στρατό στην μάχη του Μαντζικέρτ. Μετά από μερικούς αιώνες ακόμη, οι αυτόχθονες Χριστιανοί σταδιακά -αλλά σε μεγάλο βαθμό επιφανειακά- προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ, καθιστώντας την Ανατολία κατ’ όνομα μουσουλμανικής πλειοψηφίας.

07032016-1.jpg

Ένας χάρτης που δείχνει την Ανατολία το 1654. WIKIMEDIA
-------------------------------------

Οι εθνοτικές ομάδες και οι δημοφιλείς θρησκευτικές αιρέσεις στην Ανατολία αντιστάθηκαν στις προσπάθειες διαδοχικών κρατών να επιβάλλουν κεντρικό έλεγχο και πολιτιστική ομοιογένεια μέσω της ορθόδοξης θρησκείας. Μέχρι την ίδρυση της Τουρκίας, υπήρξαν μόνο δύο κράτη της Ανατολίας που ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου: Το πρώτο ήταν η Αυτοκρατορία των Χετταίων κατά την δεύτερη χιλιετία π.Χ., ενώ το δεύτερο ήταν το Σουλτανάτο των Σελτζούκων Τούρκων από τον 11ο μέχρι τον 13ο αιώνα. Το τελευταίο κατάφερε να κερδίσει μεγάλα τμήματα του ελληνόφωνου, χριστιανικού πληθυσμού των αγροτών, γιατί δεν επέβαλλε μια ορθόδοξη θρησκεία. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχασε την Ανατολία. Οι ηγεμονίες στην Ανατολία μπήκαν επίσης σε μια σκληρή μάχη ενάντια στους Οθωμανούς [5], οι οποίοι κατέκτησαν την περιοχή κατά τον 15ο αιώνα. Ωστόσο, η Ανατολία συνέχισε να αντιστέκεται στον συγκεντρωτισμό και την επιβολή της θρησκευτικής ορθοδοξίας της αυτοκρατορίας. Στην πραγματικότητα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία σχεδόν κατέρρευσε στις αρχές του 17ου αιώνα, μετά από μια ιδιαίτερα επιθετική σειρά λαϊκών εξεγέρσεων στην Ανατολία. Οι εξεγέρσεις συνεθλίβησαν, αλλά η μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ των επαρχιών της Ανατολίας και της Κωνσταντινούπολης δεν τελείωσε ποτέ.

Ο μετασχηματισμός της Ανατολίας στην καρδιά του τουρκικού έθνους-κράτους ήταν ακόμη πιο αιματηρός. Στις αρχές του 20ου αιώνα, το ένα πέμπτο του πληθυσμού στην Ανατολία -Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι-παρέμενε Χριστιανικό. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία προέβη σε γενοκτονία [6] ενάντια σε αυτές τις ομάδες και σε αναγκαστική μετανάστευσή τους για να δημιουργήσει μια ομοιογενή χώρα. Αλλά ακόμη και μεταξύ εκείνων που έμειναν, οι εθνοτικές και θρησκευτικές διαιρέσεις διατηρήθηκαν. Οι Κούρδοι και οι Αλεβίτες, μια ετερόδοξη μουσουλμανική μειονότητα που έχει καταπιεστεί επί αιώνες, έχουν αντισταθεί στην αφομοίωση.

Το τουρκικό κράτος, φοβούμενο μια κατάρρευση, προσπάθησε να καταστείλει την εναπομείνασα εθνοτική μειονότητά του, τους Κούρδους, είτε εκτοπίζοντάς τους εσωτερικά είτε με την σφαγή τους [7], όπως έκανε το 1931 στην επαρχία Agri και το 1937 και το 1938 στην επαρχία Dersim. Όχι απρόσμενα, η βάναυση πολιτική απέτυχε να επιφέρει την εθνική ομοιογένεια. Στην δεκαετία του 1980 ο στρατός, αφότου έστησε ένα πραξικόπημα για να συντρίψει την ανερχόμενη πολιτική αριστερά, έκανε μια ανανεωμένη προσπάθεια για την ενίσχυση τόσο του τουρκικού εθνικισμού όσο και του σουνιτικού Ισλάμ ως αντίδοτο στις αριστερές ιδέες. Το στρατιωτικό καθεστώς έκανε την θρησκευτική εκπαίδευση υποχρεωτική και έχτισε τζαμί σχεδόν σε κάθε χωριό που δεν είχε ήδη ένα. Ωστόσο, ο συνδυασμός του τουρκικού εθνικισμού και του εξισλαμισμού δεν ήταν αρκετός για να ελεγχθεί η άνοδος του κοσμικού κουρδικού εθνικισμού, η οποία έγινε μια σοβαρή πρόκληση αφότου το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) ξεκίνησε την εξέγερσή του το 1984.