Ο πόλεμος κατά της Δύσης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο πόλεμος κατά της Δύσης

Μεταναστευτική κρίση και ευρωπαϊκή ασφάλεια
Περίληψη: 

Η Ευρώπη έχει εμπλακεί σε έναν παγκόσμιο πόλεμο ο οποίος στρέφεται κατά της Δύσης και των αξιών της, και σκοπός του οποίου είναι η κατάκτηση της ίδιας της Δύσης. Η έξοδος από ένα ιδεοληπτικό σχήμα Δυτικής ενοχής και η ανάταξη της Ευρώπης ως αυτόνομου δρώντος σε διεθνές επίπεδο, ο οποίος ενεργεί με θεμελιώδη κριτήρια την προστασία των συνόρων, την αποτροπή των μεταναστευτικών ροών και την ενθάρρυνση της ανάπτυξης της περιφέρειας αποτελούν τις θεμελιώδεις παραμέτρους για την επίλυση της μεταναστευτικής κρίσης.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ε. ΚΩΤΟΥΛΑΣ είναι ιστορικός.

Η μεταναστευτική κρίση της Ευρώπης έχει προκαλέσει οξείες αντιδράσεις και σημαντικές δυσχέρειες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς και έντονη συζήτηση για την ενδεδειγμένη πολιτική αντιμετώπισης της. Οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι από μέλη των ισλαμικών κοινοτήτων της χώρας καταδεικνύουν τα όρια του εγχειρήματος ενσωμάτωσης στην ευρωπαϊκή νομική και πολιτισμική πραγματικότητα ατόμων με έντονες αντιδυτικές ιδεολογικές αναφορές. Ο συσχετισμός μεταναστευτικών ροών και ισλαμιστικής τρομοκρατίας αποτελεί κοινό τόπο στις αναλύσεις των Υπηρεσιών ασφαλείας, ωστόσο η συζήτηση πρέπει να πραγματοποιείται με τρόπο ορθολογιστικό και με αξιοποίηση όλων των δεδομένων.

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΑ

Σε επίπεδο διεθνούς συστημικής οργάνωσης καταγράφεται η ανάδυση μιας περιφέρειας ή ενδοχώρας, η οποία κείται νοτίως και νοτιοανατολικώς της Ευρώπης, με την Ευρώπη να καθίσταται αντιληπτή ως το κέντρο ή ο πυρήνας του εν λόγω συστήματος κέντρου-περιφέρειας. Η Ευρώπη ως το κέντρο του συστήματος αποτελεί τον προορισμό των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Τα κράτη της Ευρώπης και ιδίως όσα διαθέτουν εκτεταμένη ακτογραμμή ή ευρίσκονται στην περιοχή της Μεσογείου (Ελλάς, Ιταλία, Μάλτα, Ισπανία), είναι εκτεθειμένα σε μαζικές μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές από την περιφέρεια ή ενδοχώρα. Η περιφέρεια ή ενδοχώρα θεωρείται ότι αποτελείται από δύο ευρείες γεωγραφικές περιοχές:

α) το σύμπλοκο της Μέσης Ανατολής-Βορείου Αφρικής.

β) το σύμπλοκο της υποσαχάριας Αφρικής.

Οι ροές πληθυσμών προς την ευρωπαϊκή ήπειρο από μεθοδολογικής απόψεως δεν είναι δυνατόν να κατηγοριοποιούνται συλλήβδην ως προσφυγικές, διότι περιλαμβάνουν υψηλό αριθμό ατόμων τα οποία δεν προέρχονται από κράτη στα οποία σημειώνονται συγκρούσεις. Οι ροές πληθυσμών είναι, επομένως, αφενός προσφυγικές αφετέρου μεταναστευτικές, υπό την έννοια της εκδημίας τμήματος του πληθυσμού των κρατών προέλευσης, το οποίο μεταβαίνει στην ευρωπαϊκή ήπειρο για οικονομικούς λόγους ή λόγους εγκατάστασης.

Το περιεχόμενο της έννοιας του πρόσφυγα (refugee) προσδιορίζεται από συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες, ειδικότερα την Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες (Convention relating to the Status of Refugees, 1951) και το Πρωτόκολλο για το Καθεστώς των Προσφύγων (Protocol Relating to the Status of Refugees, 1967), καθώς επίσης από τις εσωτερικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως πρόσφυγας προσδιορίζεται βάσει του Άρθρου 1 της Σύμβασης της Γενεύης «κάθε πρόσωπο, το οποίο καθώς ευλόγως φοβάται ότι θα υποστεί διώξεις εξαιτίας της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητάς του ή των πολιτικών του πεποιθήσεων, βρίσκεται έξω από την χώρα της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν μπορεί ή εξαιτίας του φόβου του δεν επιθυμεί, να ζητήσει την προστασία της χώρας αυτής». [1] Οι πρόσφυγες δεν έχουν δικαίωμα στην διπλωματική προστασία του κράτους ιθαγενείας τους, καθώς μια τέτοια σύμβαση θα αναιρούσε την ιδιότητά τους ως προσφύγων και την χορήγηση του καθεστώτος του πολιτικού ασύλου. [2]

Καμία εκ των διεθνών συνθηκών δεν παρέχει το καθεστώς του πρόσφυγα σε όσους διασχίζουν πολυάριθμες ασφαλείς χώρες και διαβαίνουν κατά τρόπο παράνομο πολυάριθμες συνοριακές διαβάσεις και οι οποίοι επιλέγουν το κράτος με τις πλέον γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές σε μη-πολίτες αυτού. Οι εισρέοντες μετανάστες επιλέγουν να εγκατασταθούν σε κράτη όπως η Γερμανία, η Σουηδία και το Βέλγιο, έχοντας προηγουμένως διασχίσει ασφαλή κράτη της περιφέρειας (Τουρκία) ή πολυάριθμα ασφαλή κράτη της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Κροατία, Σλοβενία, Αυστρία). Οι προσδιοριζόμενοι ως πρόσφυγες επομένως δεν δρουν με κριτήριο την ασφάλεια, αλλά τις οικονομικές παροχές και το πλέον γενναιόδωρο και εφεκτικό σύστημα κοινωνικών παροχών και πρόνοιας. Κατά συνέπεια οι μετακινούμενοι δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίζονται πρόσφυγες, αφού αρνούνται την παραμονή σε ασφαλή κράτη, αλλά παράνομοι οικονομικοί μετανάστες, εφόσον εισέρχονται με μη νόμιμο τρόπο στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Ακόμη και ένα άτομο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις, ώστε να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, χάνει το καθεστώς του πρόσφυγα όταν εγκαταλείπει τις εγκαταστάσεις φιλοξενίας προσφύγων οι οποίες υπάρχουν σε κράτη της άμεσης υποδοχής των ροών της περιφέρειας όπως η Τουρκία και ο Λίβανος, και χρησιμοποιεί διακινητές ανθρώπων, ώστε να εισέλθει στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άτομο αυτό πλέον είναι αιτών άσυλο (asylum seeker), όχι πρόσφυγας, τουλάχιστον έως η αξίωσή του για χορήγηση ασύλου κριθεί ως πληρούσα τις αρχές.

Ο ΟΗΕ εφαρμόζοντας μια υπερμέτρως ιδεαλιστική εφαρμογή θεωρητικών αρχών αρνείται στα κράτη-μέλη της ΕΕ την δυνατότητα ελέγχου των εξωτερικών συνόρων τους ή ακόμη και του εσωτερικού της επικρατείας τους. Τα μέσα ενημέρωσης συχνά προσδιορίζουν κατά τρόπο λανθασμένο τους εισρέοντες πληθυσμούς ως πρόσφυγες από την Συρία ή το Ιράκ. Ωστόσο, βάσει των στοιχείων της Eurostat, προκύπτει ότι μόνο το 21% προέρχεται από την Συρία, ενώ ο πραγματικός αριθμός πιθανότατα είναι μικρότερος ακόμη και του 20%. [3] Ένα πρόσθετο ενδιαφέρον στοιχείο δημογραφικής υφής είναι ότι η μεγάλη πλειονότητα των εισρεόντων ατόμων –το 62%- είναι νεαροί άνδρες, ενώ οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 16%. [4] Επομένως η εισροή πληθυσμών, η οποία παρατηρείται την τελευταία περίοδο, δεν περιλαμβάνει μόνον δυνητικώς προσφυγικούς πληθυσμούς (Σύρους, Ιρακινούς, Λίβυους, Αφγανούς), αλλά και μεταναστευτικούς πληθυσμούς (λοιπές χώρες περιφερείας), δηλαδή άτομα, τα οποία μετακινούνται προς την Ευρώπη όχι λόγω ενδοκρατικών ταραχών ή φόβου διώξεων, αλλά για λόγους οικονομικής υφής ή για λόγους οικιστικής εγκατάστασης.