Κοιτάζοντας κι αλλού | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κοιτάζοντας κι αλλού

Πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αποξενωθεί
Περίληψη: 

Οι παράγοντες που οδηγούν στην μείωση της σημασίας της ειδικής σχέσης Βρετανίας – ΗΠΑ είναι πέρα από τον έλεγχο οποιουδήποτε ξεχωριστού προέδρου ή πρωθυπουργού. Επί της ουσίας, το ιστορικό πλαίσιο που δημιούργησε την ιδιαίτερη σχέση εξαφανίζεται ταχύτατα και δεν μπορεί ποτέ να επιστρέψει.

Ο PETER MARTIN είναι Αναπληρωτής διευθυντής στην APCO Worldwide.

Η επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο [1] την περασμένη εβδομάδα έλαβε χώρα 70 χρόνια αφότου ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ προώθησε μια «ειδική σχέση» μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου. Η ομιλία του Τσώρτσιλ [2] στο Fulton, στο Μισούρι, το 1946 έκανε έκκληση για μια στρατηγική και πολιτισμική συνεργασία εναντίον της προέλασης του «σιδηρού παραπετάσματος» στην Ευρώπη. Η πίστη του Τσώρτσιλ στην αγγλο-αμερικανική αβροφροσύνη αντλούσε από την οικογενειακή κληρονομιά του (ήταν το παιδί ενός διατλαντικού γάμου) και την συνεργασία που είχε σφυρηλατήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο Franklin D. Roosevelt στον αγώνα τους ενάντια στον φασισμό. Η σχέση τους κατέληξε να συμβολίζει μια φυσική συγγένεια μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία εντάθηκε κατά την διάρκεια της εποχής Ρήγκαν-Θάτσερ και έφτασε στο απόγειό της όταν ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους και ο πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ προώθησαν την υπόθεση για τον πόλεμο στο Ιράκ.

Σήμερα, όμως, η σχέση δείχνει σημάδια κόπωσης. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ομπάμα [3] στο περιοδικό The Atlantic υπογράμμισε μια σειρά παραπόνων για την «απρόσεκτη» κυβέρνηση του ο Βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον. Και πράγματι, οι κοσμοθεωρίες των δύο ανδρών και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθαν στη εξουσία σήμαιναν ότι η επανάληψη μιας συνεργασίας Μπους-Μπλερ, Ρήγκαν-Θάτσερ ή FDR-Churchill δεν ήταν ποτέ πιθανή. Στην πραγματικότητα, όμως, η διολίσθηση των αμερικανο-βρετανικών σχέσεων αφορά πολύ περισσότερα από τις πολιτικές ή τις προσωπικότητες των δύο ηγετών. Είναι το αποτέλεσμα ενός ριζικά αλλαγμένου παγκόσμιου πλαισίου, που αρχίζει με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και επιταχύνεται με την άνοδο της Ασίας, η οποία έχει μειώσει την σημασία της ειδικής σχέσης σε αμφότερα τα έθνη και τα ώθησε να αναζητήσουν εναλλακτικούς εταίρους.

ΕΝΑ ΑΤΕΧΝΟ ΤΑΙΡΙΑΣΜΑ

Οι προσωπικότητες και οι πολιτικές προτεραιότητες του Ομπάμα και του Κάμερον παραπέμπουν στην υποβάθμιση της ειδικής σχέσης. Νωρίς στην διάρκεια της θητείας του, ο Ομπάμα αναφέρθηκε στην «ειδική εταιρική σχέση» [4] και όχι σε μια «ειδική σχέση» με το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό ήταν σε έντονη αντίθεση [5] με την ρητορική του George W. Bush, και προκάλεσε μια ευρέως διαδεδομένη αίσθηση στους βρετανικούς πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους ότι η νέα διοίκηση σνομπάριζε [6] τον τότε πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν. Παρά το γεγονός ότι τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης [7] και οι πολιτικοί αντίπαλοι του Ομπάμα στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να υπερέβαλαν για την απομάκρυνση [8] της προτομής του Τσόρτσιλ από το Οβάλ Γραφείο ή για τον αντίκτυπο της ιστορίας της οικογένειας Ομπάμα (ο πατέρας του βασανίστηκε [9] από τους Βρετανούς στην Κένυα) για τους δεσμούς του με το Ηνωμένο Βασίλειο, η διοίκησή του έδωσε σίγουρα την εντύπωση ότι έδινε χαμηλότερη προτεραιότητα στις διατλαντικές σχέσεις έναντι των προκατόχων του. Πράγματι, ο Ομπάμα υποσχέθηκε από νωρίς στην πρώτη θητεία του να είναι «ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος του Ειρηνικού» [10], επικαλούμενος την γέννησή του στην Χαβάη και τα χρόνια του στην Ινδονησία ως απόδειξη του πόσο «το χείλος του Ειρηνικού βοήθησε να διαμορφώσει την άποψή μου για τον κόσμο».

Ο Cameron, επίσης, ανέλαβε την εξουσία μη έχοντας τον Ατλαντικό ζήλο του προκατόχου του. Έχοντας επίγνωση της πολιτικής τοξικότητας της κατηγορίας ότι ο Μπλερ είχε γίνει το «κανίς» του Μπους [11] στον δρόμο προς το Ιράκ, ήταν πρόθυμος να βάλει κάποια απόσταση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτός και ο υπουργός του επί των Εξωτερικών, William Hague, υποσχέθηκαν μια σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες που ήταν «στερεή, όχι δουλική» [12]. Η σχεδόν ανταγωνιστικά λυρική υπερβολή των προηγούμενων εποχών -όταν ο Ρέιγκαν βάφτιζε [13] την Θάτσερ ως «ο καλύτερος άνθρωπος στην Αγγλία» ή η Θάτσερ ονομάτιζε [14] τον Ρέιγκαν ως «ο δεύτερος πιο σημαντικός άνθρωπος στην ζωή μου» -έμοιαζε ως κάτι από το παρελθόν. Σε αυτήν τη νέα εποχή, η ειδική σχέση θα έπρεπε να βασίζεται στους πιο νηφάλιους υπολογισμούς των συμφερόντων. Και αυτά, επίσης, είχαν αρχίσει να μετατοπίζονται.

Πολλές από τις πολιτικές της κάθε κυβέρνησης επίσης ώθησαν τις δύο πλευρές μακριά. Η επιδόσεις της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Κάμερον, ειδικότερα, έχουν υπάρξει μια σημαντική -και διακομματική- απογοήτευση [15] στην Ουάσιγκτον. «Η Βρετανία έχει γίνει -και εκλαμβάνεται ευρέως ως- ένας λιγότερο αξιόπιστος και λιγότερο ικανός σύμμαχος», αποφάνθηκε πρόσφατα ο Richard Haass, πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης George H.W. Bush και επικεφαλής του Council on Foreign Relations [16]. Η καρδιά της απογοήτευσης είναι η αντίληψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπόρεσε να επιδείξει ηγεσία σε μια εποχή μεγάλων διεθνών προκλήσεων. Ο Ομπάμα έχει παραπονεθεί [3] για έναν Cameron «με αποσπασμένη την προσοχή» που συνέβαλλε στην αποτυχίες της Δύσης στην Λιβύη, για την «αποτυχία του Cameron να λάβει την συγκατάθεση του κοινοβουλίου του» σχετικά με την παρέμβαση στην Συρία το 2013, και για τις αρχικές αντιρρήσεις της κυβέρνησης Κάμερον να συμβάλει με ένα «δίκαιο μερίδιο» στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ. Τα προβλήματα αυτά, σε συνδυασμό με την διπλωματική απεμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου [17] στο αποκορύφωμα της κρίσης της Ουκρανίας, την απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας που τέθηκε από την ανεξαρτησία της Σκωτίας, και τώρα τον πιεστικό κίνδυνο του Brexit [18], έχουν αφήσει πολλούς στην Ουάσινγκτον με την εντύπωση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί να επιδείξει διεθνή ηγεσία. Όπως είπε ο Ομπάμα [3] στο The Atlantic, «οι τζαμπατζήδες με θυμώνουν».

25042016-1.jpg