Μαχόμενοι την ελληνική κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μαχόμενοι την ελληνική κρίση

Η μεταρρύθμιση ως συστηματική λειτουργία
Περίληψη: 

Υπάρχει μια εκούσια ή ακούσια αδυναμία του συνόλου σχεδόν των κυβερνώντων να «συλλάβει» το μέγεθος της κοινωνικής ωφέλειας που επιφέρει η κάθε μεταρρύθμιση την στιγμή που συντελείται, ώστε να την «διαφημίσει» στο κοινωνικό σύνολο για να μετατοπιστεί η κουλτούρα του και να διευρυνθεί η αντιληπτική του ικανότητα προκειμένου να αναζητά την επόμενη ενέργεια της κυβέρνησης σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ είναι οικονομικός σύμβουλος οργανισμών ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος σε θέματα χρηματοοικονομικής διοίκησης και στρατηγικής, ενώ παράλληλα ετοιμάζει τη συναφή διδακτορική του διατριβή.

Η νέα «νέα μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού συστήματος της Ελλάδος (που είναι στην κορυφή της εγχώριας επικαιρότητας εδώ και κάποιες μέρες) αποτέλεσε την αφορμή που πυροδότησε την υλοποίηση μιας -εδώ και μήνες- προγραμματιζόμενης απόπειρας προσέγγισης της κρίσης σ’ ένα κατά το δυνατόν απελευθερωμένο από βαρύ ακαδημαϊκό ύφος κείμενο.

Η προσωπική ματιά στο ζήτημα της ελληνικής κρίσης είναι ότι πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί ως ένα πολύπλευρο πρόβλημα της Διοικητικής Επιστήμης [management], προβαίνοντας προφανώς στις απαιτούμενες κοινωνικές προσαρμογές, με βασικότερη όλων ότι εδώ δεν μιλάμε για μεγιστοποίηση κέρδους (που έχουν σαν στόχο οι επιχειρήσεις), αλλά για μεγιστοποίηση της κοινωνικής ωφέλειας.

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΕΔΩ;

Για να μπορέσει κάποιος ν’ αξιολογήσει τον βέλτιστο τρόπο να φύγει από ένα μέρος, οφείλει να γνωρίζει πώς και γιατί έφτασε εκεί.

Στην Ελλάδα, έχουν χυθεί τόνοι μελάνης στην προσπάθεια εντοπισμού του πώς φτάσαμε στο σήμερα. Έτσι, ξεκινάει πάντα μια ατέρμονη και ατελέσφορη εν πολλοίς συζήτηση κατανομής ευθυνών μεταξύ διαφόρων κυβερνήσεων, με βασικότερο αντίκρισμα μια διαδικασία πιθανά αέναου αυτομαστιγώματος του λαού που τις εξέλεξε.

Τα όσα –ελάχιστα- «γιατί» επιχειρούνται να απαντηθούν, αφορούν κυρίως αφορμές και όχι βαθύτερα αίτια. Ο αποπροσανατολισμός είναι αναπόφευκτος, αφού συντηρείται μ’ αυτόν τον τρόπο ένας φαύλος κύκλος ποσοτικών αντιπαραθέσεων, όπου ο κάθε επόμενος δείχνει ως υπεύθυνο τον αμέσως προηγούμενο.

Ας πιάσουμε το Δημόσιο Χρέος. Κερδίζουμε κάτι ουσιαστικό σε παραγωγή σκέψης εξόδου από την υφιστάμενη κατάσταση αν πάρουμε τον πίνακα εξέλιξής του και αποδώσουμε αριθμητικά το πόσο αυξήθηκε κατά την θητεία κάθε κυβέρνησης από το 1980 και μετά;

06052016-1.jpg

---------------------------------------------------------------------

Η απάντηση είναι προφανής. Για να προάγουμε λύσεις δεν αρκεί απλά να κατανείμουμε το χρέος ανά κυβερνητική περίοδο, αλλά πρέπει να πάμε σε εις βάθος ανάλυση αιτιών. Όπως ιδανικά σε μια επιχείρηση όταν αυξάνουμε τον δανεισμό μας, γνωρίζουμε το λόγο που το κάναμε, τι συνθήκες επικρατούσαν στην αγορά όταν πήραμε την απόφαση, πού χρησιμοποιήθηκαν τα δάνεια, ώστε να μπορούμε να εξηγήσουμε την επιτυχία ή την αστοχία της επιλογής μας, έτσι περίπου πρέπει να ενεργούμε όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το από πού ήρθαμε και –κυρίως- το γιατί ήρθαμε. Στην προκειμένη περίπτωση του Δημ. Χρέους, πρέπει να δώσουμε πειστικές απαντήσεις για την συσχέτισή του με την διαμορφούμενη εξωτερική πολιτική (μήπως ένα τμήμα του ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα τήρησης γεωπολιτικών ισορροπιών;), για τη συσχέτισή του με την ευκολία εξεύρεσης δανεισμού (μήπως ένα τμήμα του προκλήθηκε ακριβώς από την ευκολία με την οποία μπορούσαν οι κυβερνήσεις να δανειστούν και, άρα, απροβλημάτιστα και με απόλυτα βραχυπρόθεσμη ψηφοθηρική τακτική το έπρατταν;) κ.α.

Και ας μην παρερμηνευθεί η παραπάνω προσπάθεια σαν απόπειρα χορήγησης άλλοθι. Κάθε άλλο! Σαφώς και υφίστανται κακοδιαχειρίσεις οι οποίες παραπλεύρως στην πορεία της αναζήτησης θα εντοπιστούν. Πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε σε βάθος τις δυναμικές πίσω από τις συσχετίσεις στις κατά καιρούς οικονομικοπολιτικές αποφάσεις, να τις αξιολογούμε, να τις επικαιροποιούμε, ώστε να μπορούμε αναδιαμορφώνουμε αποτελεσματικότερα την γενική εθνική στρατηγική μας.

Τα δημοσιονομικά μεγέθη, ακόμα και στην αρνητική τους εκδοχή (πχ. δημόσιο χρέος, έλλειμμα, πληθωρισμός), δεν αποτελούν ούτε φενάκη ούτε πανάκεια από μόνα τους. Είναι κυρίως αποτελέσματα χάραξης πολιτικής και διαμόρφωσης ισορροπιών, στρεβλώσεις των οποίων οδηγούν σε καταστάσεις όπως η σημερινή, να έχουμε δηλαδή έναν κεκαλυμμένο όχι πλέον ταξικό, αλλά διαγενιακό διχασμό.

Συνεπώς, ως πρώτο θεωρητικό μεν, εξαιρετικά ουσιαστικό δε μέτρο εξόδου από την κρίση, συνιστάται η ανάλυση των «γιατί» φτάσαμε εδώ.

ΠΩΣ ΟΙ CORRECT POLICIES ΔΕΝ ΕΓΙΝΑΝ REALPOLITIK

Σε όσα διεθνή fora έχω λάβει μέρος, η επικρατούσα άποψη για την Ελλάδα και τους κυβερνώντες της είναι πώς στην πλειονότητά τους χαρακτηρίζονται ως αντι-μεταρρυθμιστές, σε αρμονία με τις βουλήσεις του εκλογικού σώματος. Ότι οι ιδέες των μεταρρυθμίσεων και του εκσυγχρονισμού μπορούν ν’ αποτελέσουν μόνο προεκλογικά συνθήματα άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. Χαρακτηριστικά, μου έχει εντυπωθεί ένα σκίτσο όπου απεικονίζεται να απευθύνεται κάποιος σε πλήθος συγκεντρωμένων. Αρχικά τους ρωτάει «ποιοι θέλουν την αλλαγή;» και όλοι σηκώνουν το χέρι τους. Κατόπιν τους ρωτάει «ποιοι θέλουν ν’ αλλάξουν;» και ουδείς αποκρίνεται.

Στην πραγματικότητα, η νεότερη πολιτική Ιστορία της Ελλάδος έχει πολλά φωτεινά παραδείγματα γνήσιων μεταρρυθμιστών αξιωματούχων. Η επιλογή των κατωτέρω συγκεκριμένων πέντε έγινε γιατί διευκολύνει την διακριτή κατηγοριοποίηση των προσπαθειών τους προκειμένου ν’ αξιολογηθεί γιατί, κατά περίπτωση, δεν αποτέλεσαν κεντρικό άξονα άσκησης πολιτικής των κυβερνώντων και καθολική –σχεδόν- απαίτηση των κυβερνώμενων.

Ως συνοπτική υπενθύμιση για τους γνωρίζοντες και ως προτροπή έρευνας για τους μη, σημειώνεται:

-Ο Στέφανος Μάνος, ως υπουργός Οικονομικών 1992-1993, ήταν πρακτικά ο πρώτος που έφερε στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου το επίκαιρο μέχρι και σήμερα ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων των προβληματικών (και μη) επιχειρήσεων που ανήκαν και ανήκουν στο ελληνικό Δημόσιο.

-Ο Αναστάσιος Πεπονής, ως υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως 1993-1994 και κατόπιν ως Υπουργός Δικαιοσύνης, σχεδίασε και εφήρμοσε το ΑΣΕΠ, μια κεντροποιημένη ελληνική ανεξάρτητη Αρχή που διασφαλίζει την ορθότητα των προσλήψεων τακτικού και εποχικού προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δίνοντας ένα αδιαμφισβήτητα συντριπτικό χτύπημα στην μέχρι τότε ασυδοσία προσλήψεων με αμιγή κομματικά κριτήρια.