Μαχόμενοι την ελληνική κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μαχόμενοι την ελληνική κρίση

Η μεταρρύθμιση ως συστηματική λειτουργία

Η τρίτη ομάδα διέπεται από μια παραδοξότητα. Ενώ διαθέτει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πρώτης ομάδας και την αποτελεσματικότητα της δεύτερης, ενώ στις πλείστες όσες περιπτώσεις (μηδέ των εδώ υπό εξέταση εξαιρουμένων) κρίνεται ως απόλυτα πετυχημένη σε δημοσιονομικούς όρους (καθώς αφορά μεταρρυθμίσεις που χωρίς να στερούνται θετικών χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων, συνήθως δεν προϋποθέτουν κόστος), εντούτοις, είναι ομολογουμένως η λιγότερο προβεβλημένη. Υπάρχει, δηλαδή, μια εκούσια ή ακούσια αδυναμία του συνόλου σχεδόν των κυβερνώντων να «συλλάβει» το μέγεθος της κοινωνικής ωφέλειας που επιφέρει έκαστη (τέτοιας φύσης) μεταρρύθμιση την στιγμή που συντελείται, ώστε να την «διαφημίσει» στο κοινωνικό σύνολο, για να μετατοπιστεί η κουλτούρα του και να διευρυνθεί η αντιληπτική του ικανότητα προκειμένου να αναζητά την επόμενη ενέργεια της κυβέρνησης σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

Κοινό σημείο των ιδεών που προέρχονται και από τις τρεις ομάδες είναι ότι αργά ή γρήγορα και ανεξάρτητα από την αρχική υποδοχή τους, η αποδοχή τους από το κοινό ολοένα και κλιμακώνεται, ίσως γιατί στην πραγματικότητα αποτελούν -ή θα έπρεπε να αποτελούν- την επανάσταση του αυτονόητου. Εξάλλου, ας κρατηθεί έστω ως υποσημείωση ότι η αξία των μεταρρυθμίσεων καθορίζεται -ανάμεσα σε άλλα- από την απροθυμία των ωφελούμενων να επιστρέψουν στην προτέρα της μεταρρύθμισης κατάσταση.

Κοινό επίσης σημείο των ιδεών που προέρχονται και από τις τρεις ομάδες είναι ότι, ανεξάρτητα από τους αριθμούς στους οποίους παράγονται, έχουν ισχνές ή ανύπαρκτες σχέσεις μεταξύ τους, δεν υπάρχει δηλαδή μια συστηματική ομαδοποίηση με σειρές προτεραιότητας για να μπορέσει να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα επιτυχίας. Συνεπώς, η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη η Ελλάδα είναι η συστηματική διοίκηση (management) και προβολή/«πώληση» (marketing) των μεταρρυθμίσεων.

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ: ΑΛΛΑΓΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΛΕΥΣΗΣ

Είναι συνειδητή η επιλογή της περιστροφής των προτάσεων αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης γύρω από το ελληνικό κράτος. Ο ιδιωτικός τομέας της χώρας έχει αποδείξει μέσα από την καθημερινή αντιπαράθεσή του με τις συνθήκες αβεβαιότητας ότι έχει τον τρόπο να επιβιώνει στις δύσκολες συνθήκες και ν’ αναπτύσσεται με την πρώτη ένδειξη Ισορροπίας.
Αναδείχτηκε προηγουμένως, λοιπόν, η ανάγκη για management και marketing των μεταρρυθμίσεων. Είναι περιττό να επισημανθεί ότι η διαπίστωση αυτή δεν κερδίζει βραβείο πρωτότυπης ιδέας στο παγκόσμιο στερέωμα. Ασχέτως αν εθνικά επιλέγεται να αγνοείται προς το παρόν, υπάρχει ήδη εδώ και δεκαετίες πλειάδα βέλτιστων πρακτικών από ανεπτυγμένα κράτη, όπως το Ην. Βασίλειο (με την διυπουργική «Civil Service Reform»), έως αναπτυσσόμενα, όπως η Σρι Λάνκα (με ειδικό Υπουργείο, «Ministry of Public Management Reforms).

Η κύρια διαφοροποίηση με την Ελλάδα είναι ότι τα σχήματα αυτά εμπλέκονται στο σύνολο των μεταρρυθμίσεων που σχεδιάζεται να λάβουν χώρα. Έτσι, η υλοποίηση μιας αλλαγής δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός που εξαρτάται από την βούληση ενός υπουργού να συγκρουστεί με το ίδιο του το Υπουργείο, -πιθανά- με ομάδες συμφερόντων και/ή με το εκλεκτορικό του σώμα.

Η μεταρρύθμιση εκεί είναι μια συστηματική εργασία στηριζόμενη σε μεθοδολογικές αρχές. Εντοπίζεται, για παράδειγμα, κεντρικά μια λειτουργία του Δημοσίου για την οποία υπάρχει η ιδέα ότι, λόγω μεταβολής των συνθηκών (π.χ. τεχνολογική πρόοδος), η δομή της είναι αναχρονιστική και πρέπει ν’ αλλάξει. Κατόπιν, εξετάζεται αναλυτικά η ιστορικότητα της λειτουργίας (όροι, προϋποθέσεις, σκοπιμότητα αρχικής της ένταξης στο Δημόσιο κ.α.). Τέλος, αξιολογούνται τα θιγόμενα συμφέροντα από την ενδεχόμενη κατάργηση/μεταβολή της, γίνεται δηλαδή μια μελέτη κόστους/ωφέλειας, και αποφασίζεται εν ψυχρώ η υλοποίηση ή μη της μεταρρύθμισης.

Για λόγους αντιστοίχισης των διαδικασιών στην ελληνική πραγματικότητα, χρησιμοποιείται ενδεικτικά το παράδειγμα της χορήγησης δωρεάν σχολικών συγγραμμάτων. Από σχετική έρευνα προκύπτει ότι ο αριθμός των μαθητών Α’βάθμιας και Β’βάθμιας εκπαίδευσης ανέρχεται περίπου σε 1,2 εκατομμύρια ή, αναλογικά, σε περίπου 100.000 μαθητές ανά τάξη.

Κάθε χρόνο χορηγούνται περίπου 1.200 διαφορετικοί τίτλοι βιβλίων αθροιζόμενοι σε περίπου 40 εκατομμύρια βιβλία, για τα οποία χρησιμοποιούνται 16.000 τόνοι χαρτιού και χαρτονιού με άμεσο κόστος για το ελληνικό Δημόσιο 26 εκατομμύρια ευρώ.
Τα βιβλία αυτά δεν επιστρέφονται και κάθε χρόνο καταλήγουν είτε στη βιβλιοθήκη του μαθητή είτε στην ανακύκλωση.

Όλοι οι εμπλεκόμενοι (Υπουργείο, γονείς, εκπαιδευτικοί, μαθητές κ.α.) θεωρούν ότι η αρχική υπόθεση της εκτύπωσης και διανομής βιβλίων είναι περίπου νόμος της φύσης και έτσι απροβλημάτιστα η ζωή συνεχίζεται τα τελευταία 50 χρόνια.

Εδώ, λοιπόν, πρέπει να υπάρχει ο φορέας εκείνος ο οποίος θα θέτει σε δοκιμασία αυτές ακριβώς τις φαινομενικά (αλλά κυρίως από συνήθεια) ακλόνητες υποθέσεις.

Για παράδειγμα, τι θα συμβεί αν, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες τεχνολογίες, ελεγχθεί εκ νέου η ορθότητα της μακροχρόνιας αυτής επιλογής; Μήπως αν εναλλακτικά μοιράσουμε «ταμπλέτες»:

1.Κοστίζει το ίδιο ή περίπου το ίδιο (με 250 ευρώ/ταμπλέτα μπορούμε να χορηγούμε 104.000 ταμπλέτες ετησίως, όσες περίπου και οι ανάγκες από την εισαγωγή νέων μαθητών στο σύστημα);

2.Αυξάνονται εκθετικά οι δυνατότητες των μαθητών μέσω της καθολικής πρόσβασης στον κόσμο της πληροφορικής;

3.Ενισχύεται η «νοικοκυροσύνη» (καθώς δεν θα πετιούνται πλέον τα βιβλία);

4.Προάγεται η οικολογική συνείδηση (μείωση κατανάλωσης χαρτιού και χαρτονιού κατά 16.000 τόνους ετησίως);

Πιθανά κάποιος να σκεφτεί και να καταθέσει επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος. Ίσως δε, να υπερισχύσουν κιόλας. Αλλά αυτό θα γίνει υπό το πρίσμα μιας το δυνατόν αντικειμενικότερης εκ νέου αξιολόγησης της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος από την συγκεκριμένη λειτουργία. Αν δημιουργηθούν τέτοιας μορφής συνθήκες, τότε όχι μόνο θα μαζικοποιηθούν, αλλά θα έχουν και μια διευρυνόμενη βάση αποδοχής.