Η υπόθεση των συντηρητικών κατά του Brexit | Foreign Affairs - Hellenic Edition
Secure Connection

Η υπόθεση των συντηρητικών κατά του Brexit

Η μεγαλύτερη πλάνη του ευρωσκεπτικισμού

Όταν οι ευρωσκεπτικιστές παραπονούνται για τους περιορισμούς που επιβάλλει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στην εθνική κυριαρχία, χάνουν έτσι το νόημα. Οι ευρωπαϊκές Συνθήκες, ολόκληρο το σώμα της νομοθεσίας της ΕΕ, και οι Αρχές λήψης αποφάσεων απεμπλέχθηκαν από τις εθνικές πολιτικές για έναν καλό λόγο -για να επιτρέψουν στους πολιτικούς στα κράτη-μέλη να παρακάμψουν το πρόβλημα της αξιόπιστης δέσμευσης, η οποία είναι διάχυτη στις δημοκρατίες, και η οποία περιλαμβάνει τον πανταχού παρόντα πειρασμό των πολιτικών να αθετήσουν τις υποσχέσεις τους.

Για να δείτε πώς, μελετήστε τους μεταρρυθμιστές της Ανατολικής Ευρώπης σε μέρη όπως η Σλοβακία και η Πολωνία που χρησιμοποίησαν την προοπτική της ένταξης στην ΕΕ ως γλυκαντική ουσία για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που διαφορετικά θα ήταν δυσάρεστες. Για χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, η πολιτική της ΕΕ είναι συχνά το μόνο πράγμα που κρατά τους ηγέτες τους από το να επιστρέψουν στην ιστορική παράδοση της παροχής κρατικών ενισχύσεων στους εθνικούς πρωταθλητές των χωρών τους. Στο κάτω-κάτω, ήταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία ανάγκασε την Ιταλία να διαλύσει την κρατική χαλυβουργία της στην δεκαετία του 1990 και έσπρωξε την Γαλλία προς το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας το 1999. Χωρίς την φωνή του Ηνωμένου Βασιλείου στο τραπέζι, η ΕΕ θα καταστεί αναπόφευκτα μια πολύ ασθενέστερη δύναμη προς την οικονομική φιλελευθεροποίηση, και μερικά από τα προηγούμενα επιτεύγματά της θα μπορούσαν ακόμα και να αντιστραφούν.

Οι ευρωσκεπτικιστές έχουν ένα δίκιο όταν λένε ότι υπάρχει μια άλλη όψη της ενιαίας αγοράς -δηλαδή, η ύπαρξη ενός μεγάλου και επαχθούς συστηματος ρύθμισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα ήταν πολύ καλύτερα, υποστηρίζουν, αν τα κράτη-μέλη απλώς αναγνώριζαν τους κανονισμούς και τα τεχνικά πρότυπα ενός εκάστου, χωρίς την επιβολή μιας ενιαίας λύσης προς όλους. Αλλά η άνευ όρων αμοιβαία αναγνώριση δεν είναι ρεαλιστική, σε μεγάλο βαθμό επειδή οι κυβερνήσεις δεν είναι σε θέση να δεσμευτούν αξιόπιστα σε μια τέτοια πολιτική. Ως εκ τούτου, αν και οι κοινές οδηγίες της ΕΕ επιβάλλουν σίγουρα μια επιβάρυνση στην ευρωπαϊκή οικονομία, η επιβάρυνση θα πρέπει να συγκρίνεται με το βάρος των 28 διαφορετικών και ενδεχομένως ασυμβίβαστων ρυθμιστικών συστημάτων, που θα εμπόδιζαν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων και των ανθρώπων.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, με τον ευμεγέθη τομέα του των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ωφελείται σημαντικά από το «οικονομικό διαβατήριο» που επιτρέπει σε τράπεζες και άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις να λειτουργούν σε οποιοδήποτε σημείο της ΕΕ. Το City του Λονδίνου είναι επίσης το σπίτι της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (European Banking Authority), μιας πανευρωπαϊκής οικονομικής ρυθμιστικής Αρχής, επί της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο είχε σημαντική επιρροή. Μια αποχώρηση από την ΕΕ θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις ρυθμίσεις αυτές και να αυξήσει τις αμφιβολίες για το μέλλον της πόλης ως οικονομικής πρωτεύουσας του κόσμου.

09062016-2.jpg

Ένα αυτοκόλλητο που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν την ΕΕ σε ένα αυτοκίνητο, στο Llandudno, στην Ουαλία, στις 27 Φεβρουαρίου 2016. PHIL NOBLE / REUTERS
-----------------------------------------

Τα παράπονα σχετικά με τους κανονισμούς της ΕΕ είναι ένα μόνο παράδειγμα των ανόμοιων συγκρίσεων του ευρωσκεπτικισμού. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οργάνωση με πολλά ελαττώματα. Ωστόσο, δεν έχει νόημα να την συγκρίνουμε με απίθανες εναλλακτικές λύσεις. Το σχετικό αντιπαράδειγμα στην σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Ευρώπη του προστατευτισμού, τα εθνικιστικά κράτη που ήταν από μακρού χρόνου η βασική γραμμή της ιστορίας της ηπείρου.

Ακόμη και το τέλος του 19ου αιώνα, που μερικές φορές αποκαλείται ως η Πρώτη Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, ήταν η περίοδος των δασμών «σιδήρου και σίκαλης» του Γερμανού καγκελάριου Ότο φον Βίσμαρκ, των γαλλικών δασμών Méline, καθώς και μιας πανευρωπαϊκής μετατόπισης προς τον προστατευτισμό. Το 1913, οι δασμοί για τα βιομηχανικά προϊόντα κατά μέσο όρο ήταν στο 18% στην Αυστρία-Ουγγαρία, στο 13% στην Γερμανία, στο 20% στην Γαλλία, στο 41% στην Ισπανία, και ένα εντυπωσιακό 84% στην Ρωσία. Εκείνη την εποχή, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανιζόταν συγκριτικά ως ένα έθνος ελεύθερων συναλλαγών, χωρίς δασμούς για τα βιομηχανικά προϊόντα και έναν μέσο δασμό γύρω στο 5% για όλες τις εισαγωγές. Ωστόσο, σε ένα μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1870, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ιδιαίτερα προστατευτικό, με μέσο όρο δασμών υψηλότερο εκείνου της Γαλλίας.

Με την έλευση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ακολουθούμενου από τη Μεγάλη Ύφεση και, στην συνέχεια, από την πιο αιματηρή σύγκρουση στην ιστορία της ανθρωπότητας, το διεθνές εμπόριο ουσιαστικά κατέρρευσε, επιδεινώνοντας σημαντικά την ανθρώπινη δυστυχία που χαρακτήριζε το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Με αυτή την λογική, τα τελευταία 70 χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας, κατά την οποία η Ευρώπη έχει γίνει οικονομικά πιο ανοικτή, δημοκρατική και ειρηνική από ποτέ, αποτελούν μια πλήρη ιστορική ανωμαλία. Εάν κάποιος πιστεύει ότι η ΕΕ αξίζει κάποια πίστωση για αυτό το αποτέλεσμα, θα πρέπει να σκεφτεί δύο φορές πριν προσπαθήσει να πειραματιστεί με το σύστημα της διεθνούς πολιτικής αρχιτεκτονικής που υπάρχει στην Ευρώπη.