Πώς βλέπει η Κίνα την Ρωσία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς βλέπει η Κίνα την Ρωσία

Το Πεκίνο και η Μόσχα είναι κοντά, αλλά όχι σύμμαχοι
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τους στενότερους δεσμούς μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας ως απόδειξη μιας πρώιμης συμμαχίας που προτίθεται να διακόψει ή να αμφισβητήσει την υπό την ηγεσία των ΗΠΑ παγκόσμια τάξη. Αλλά από την προοπτική της Κίνας, η τριμερής σχέση δεν θα πρέπει να θεωρείται ένα παιχνίδι στο οποίο δύο παίκτες συμμαχούν εναντίον ενός τρίτου.

Ο FU YING είναι επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων στο Λαϊκό Εθνικό Κογκρέσο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και ειδικά προσκεκλημένος αντιπρόεδρος στο Κινεζικό Κέντρο για Διεθνείς Οικονομικές Ανταλλαγές.

Σε μια εποχή που οι ρωσικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με χώρες της Δυτικής Ευρώπης γίνονται όλο και πιο παγωμένες [1], οι σχετικά θερμοί δεσμοί μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας έχουν προσελκύσει ανανεωμένο ενδιαφέρον. Μελετητές και δημοσιογράφοι στην Δύση συζητούν την φύση της κινεζο-ρωσικής συνεργασίας [2] και αναρωτιούνται αν θα εξελιχθεί σε μια συμμαχία.

Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δύο κύριες απόψεις έχουν την τάση να καθορίζουν τις Δυτικές εκτιμήσεις [3] επί των κινεζο-ρωσικών σχέσεων και των προβλέψεων για το μέλλον τους. Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι η σχέση μεταξύ του Πεκίνου και της Μόσχας είναι ευάλωτη, ευμετάβλητη, και χαρακτηριζόμενη από αβεβαιότητες -ένας «γάμος ευκολίας», για να χρησιμοποιήσω την αγαπημένη φράση πολλών υποστηρικτών αυτού του επιχειρήματος, οι οποίοι το βλέπουν ως απίθανο ότι οι δύο χώρες θα έρθουν πολύ πιο κοντά και πολύ πιθανό ότι θα αρχίσουν να απομακρύνονται η μια από την άλλη. Η άλλη άποψη υποθέτει ότι στρατηγικοί και ακόμη και ιδεολογικοί παράγοντες θέτουν την βάση των κινεζο-ρωσικών δεσμών και προβλέπει ότι οι δύο χώρες -οι οποίες αμφότερες βλέπουν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως πιθανό εμπόδιο για τους στόχους τους- θα αποτελέσουν τελικά μια αντι-αμερικανική, αντι-Δυτική συμμαχία.

Καμία από τις δύο απόψεις δεν προσεγγίζει με ακρίβεια την πραγματική φύση της σχέσης. Η κινεζο-ρωσική σχέση είναι ένας σταθερός στρατηγικός συνεταιρισμός και με κανένα τρόπο ένας γάμος ευκολίας: Είναι σύνθετη, ανθεκτική, και βαθιά ριζωμένη. Οι αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου απλώς έχουν φέρει τις δύο χώρες πιο κοντά. Μερικοί Δυτικοί αναλυτές και αξιωματούχοι είκαζαν (και ίσως ακόμη και να ήλπιζαν) ότι οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Συρία και την Ουκρανία, στις οποίες η Ρωσία συμμετέχει ενεργά, θα οδηγούσαν σε εντάσεις μεταξύ του Πεκίνου και της Μόσχας ή ακόμη και σε ρήξη. Αλλά αυτό δεν έχει συμβεί.

Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα δεν έχει κανένα συμφέρον σε μια επίσημη συμμαχία με την Ρωσία, ούτε στην διαμόρφωση ενός αντι-αμερικανικού ή αντι-Δυτικού μπλοκ οιουδήποτε είδους. Αντίθετα, το Πεκίνο ελπίζει ότι η Κίνα και η Ρωσία μπορούν να διατηρήσουν την σχέση τους με έναν τρόπο που θα παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον στους δύο μεγάλους γείτονες για να επιτύχουν τους αναπτυξιακούς τους στόχους και να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον μέσω της αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας, προσφέροντας ένα πρότυπο για το πώς οι μεγάλες χώρες μπορούν να διαχειρίζονται τις διαφορές τους και να συνεργάζονται με τρόπους που ενισχύουν το διεθνές σύστημα.

ΔΕΣΜΟΙ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΥΝ

Σε αρκετές περιπτώσεις μεταξύ του τέλους του 19ου αιώνα και των μέσων του 20ού αιώνα, η Κίνα εισήλθε σε μια συμμαχία με την Ρωσική Αυτοκρατορία και την διάδοχό της, την Σοβιετική Ένωση. Αλλά κάθε φορά, η διευθέτηση αποδείχθηκε βραχύβια, καθώς η κάθε μια δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια σκοπιμότητα μεταξύ χωρών άνισης δύναμης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι δύο ισχυρές υπό κομμουνιστική ηγεσία χώρες προχώρησαν στα θολά, συνεργαζόμενες περιστασιακά αλλά συχνά κυριαρχούμενες από ανταγωνισμό και δυσπιστία [4]. Το 1989, κατά την παρακμή της σοβιετικής κυριαρχίας, τελικά αποκατέστησαν την ομαλότητα στις σχέσεις τους. Δήλωσαν από κοινού ότι θα αναπτύξουν διμερείς σχέσεις που θα βασίζονται σε «αμοιβαίο σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας, σε αμοιβαία μη επιθετικότητα, μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου, ισότητα και αμοιβαίο όφελος, και ειρηνική συνύπαρξη». Δύο χρόνια αργότερα, η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε, αλλά οι κινεζο-ρωσικές σχέσεις συνέχισαν με την αρχή της «μη συμμαχίας, μη σύγκρουσης, και μη στόχευσης σε οποιαδήποτε τρίτη χώρα».

Λίγο μετά, η νεογέννητη Ρωσική Ομοσπονδία αγκάλιασε την λεγόμενη ατλαντική προσέγγιση. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την βοήθεια της Δύσης, η Ρωσία ακολούθησε, όχι μόνο τις Δυτικές συνταγές για οικονομική μεταρρύθμιση, αλλά επίσης παραχωρήσεις για τα μεγάλα ζητήματα της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των αποθεμάτων των στρατηγικών πυρηνικών όπλων της. Ωστόσο, τα πράγματα δεν πήγαν με τον τρόπο που είχαν ελπίσει οι Ρώσοι, καθώς η οικονομία της χώρας απέτυχε και η περιφερειακή επιρροή της εξασθένισε. Το 1992, απογοητευμένοι με αυτό που είδαν ως ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής βοήθειας και ερεθισμένοι από την ρητορική της προς ανατολάς επέκτασης του ΝΑΤΟ, οι Ρώσοι άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στην Ασία. Εκείνη την χρονιά, η Κίνα και η Ρωσία ανακοίνωσαν ότι η κάθε μια θα θεωρεί την άλλη ως «φιλική χώρα» και εξέδωσαν κοινή πολιτική δήλωση που ορίζει ότι «πρέπει να γίνει σεβαστή η ελευθερία των ανθρώπων να επιλέγουν τα δικά τους αναπτυξιακά μονοπάτια, ενώ οι διαφορές στα κοινωνικά συστήματα και στις ιδεολογίες δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την κανονική εξέλιξη των σχέσεων».