Αναγνωρίζοντας την πολιτική του Τραμπ για την Μέση Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αναγνωρίζοντας την πολιτική του Τραμπ για την Μέση Ανατολή

Θα μπορούσε η απεμπλοκή να προκαλέσει μια ανακατάταξη;
Περίληψη: 

Με έναν αποσυντιθέμενο αραβικό κόσμο, την Ρωσία και το Ιράν πιο δυναμικούς και τέσσερις πολέμους να μαίνονται ταυτόχρονα στην περιοχή, ο 45ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών αντιμετωπίζει ήδη ένα δύσκολο σύνολο μοιραίων αποφάσεων για την αντιμετώπιση μιας δυσλειτουργικής Μέσης Ανατολής.

Ο AHARON KLIEMAN είναι ομότιμος καθηγητής Διπλωματικών Σπουδών στην έδρα Dr. Nahum Goldmann στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και βασικός συντάκτης στην Israel Journal of Foreign Affairs.
Ο YOEL GUZANSKY είναι υπότροφος στο Institute for National Security Studies στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και εθνικός υπότροφος στο Ίδρυμα Χούβερ στο Πανεπιστήμιο Stanford.

Οι ηγέτες στην Μέση Ανατολή δεν έχασαν χρόνο για να συγχαρούν τον Donald Trump για την εκπληκτική εκλογική νίκη του [1]. Δεδομένης της αντι-μουσουλμανικής ρητορικής του Τραμπ, αυτό μπορεί να φαίνεται περίεργο. Αλλά δεν θα έπρεπε να είναι, δεδομένου ότι λίγοι στην περιοχή ενθουσιάστηκαν ιδιαίτερα με την προοπτική μιας προέδρου Χίλαρι Κλίντον [2] που θα διαιώνιζε τις πολιτικές της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα απέναντι στο Ιράν και την Συρία. Την ίδια στιγμή, οι ηγέτες της περιοχής παραμένουν αβέβαιοι όσον αφορά τις δυνητικές πολιτικές του Τραμπ στην Μέση Ανατολή, δίνοντας αφορμή για ατελείωτες εικασίες σχετικά με το αν θα παραμείνει ή θα κάνει πίσω.

Συντηρητικοί Άραβες και Ισραηλινοί ομοίως, ελπίζουν ότι η νέα κυβέρνηση Trump θα αντιστρέψει την πολιτική της εποχής Ομπάμα να ηγείται από τα μετόπισθεν [3]. Ειδικά, θέλουν σαφείς ενδείξεις για την δέσμευση των ΗΠΑ στους παραδοσιακούς συμμάχους τους. Ωστόσο οι Αμερικανοί συντηρητικοί -σε αντίθεση με τους πιο επιθετικούς νεοσυντηρητικούς- παραδοσιακά προσπαθούν να αποφεύγουν περιπεπλεγμένες συμμαχίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Μέσης Ανατολής. Αν ο Trump ακολουθήσει αυτήν την τάση και τηρήσει την υπόσχεσή του «Να Κάνει την Αμερική Μεγάλη και Πάλι», ξεκινώντας από την πατρίδα, οι περιφερειακοί φίλοι των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσαν να αναγκαστούν να ανανεώσουν την αναζήτησή τους για άλλους εταίρους ώστε να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους.

ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ, ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΤΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ

Είναι δύσκολο να αναγνωριστούν οι προτιμήσεις της πολιτικής του Τραμπ για την Μέση Ανατολή, δεδομένου ότι έχει μιλήσει τόσο λίγο για την εξωτερική πολιτική κατά την διάρκεια της [προεκλογικής] εκστρατείας, εκτός από να δυσφημίζει κατηγορηματικά την ομάδα Ομπάμα-Κλίντον για θεωρούμενα ως λάθη εκ παραλείψεως και εξ ενεργείας στο Ιράν, το Ιράκ, την Λιβύη και την Συρία. Με δεδομένη την επιλογή μεταξύ της εκ νέου εμπλοκής ή της περαιτέρω απεμπλοκής [4], οι Άραβες ηγέτες φοβούνται ότι η ομάδα πολιτικής του Trump μπορεί να επιλέξει να μειώσει περαιτέρω την αμερικανική διπλωματική και στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή. Μέσα στην ανασφάλειά τους, πολλοί από αυτούς τους αρχηγούς κρατών μπορεί κάλλιστα να ενθαρρύνουν μη Άραβες εξωτερικούς παίκτες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία ή η Τουρκία, για να αναλάβουν έναν μεγαλύτερο ρόλο - αποσταθεροποιώντας έτσι περαιτέρω την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή και στον κόσμο.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, τα συντηρητικά και φιλοδυτικά μεσανατολικά καθεστώτα –για παράδειγμα, της Ιορδανίας και της Σαουδικής Αραβίας - θεωρούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έναν σταθερό και αξιόπιστο αμυντικό πυλώνα. Κατά την διάρκεια των ετών του Ομπάμα, ωστόσο, η εμπιστοσύνη τους άρχισε να κλονίζεται. Οι σχέσεις μεταξύ της Ουάσιγκτον και των παραδοσιακών αραβικών συμμάχων της έφθασε σε νέο χαμηλό [5] αφότου ο Ομπάμα απέτυχε να δώσει συνέχεια στο θέμα της υπόσχεσης των λεγόμενων «κόκκινων γραμμών» προειδοποίησης προς τον Σύριο πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσαντ το 2012, εναντίον της χρήση χημικών όπλων κατά των αντιφρονούντων της Συρίας. Τα πράγματα επιδεινώθηκαν περαιτέρω το 2015 με την διαπραγμάτευση και την υπογραφή της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν. Αμφισβητώντας την κρίση και την δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών, Άραβες ηγεμόνες άρχισαν να αναζητούν εναλλακτικές πηγές πολιτικής και διπλωματικής υποστήριξης, κυρίως στην Μόσχα.

Κατά το παρελθόν έτος, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, μπαίνοντας στον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία, έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επίθεση στην Μέση Ανατολή [6]. Το Κρεμλίνο προφανώς στοχεύει στην ενίσχυση της στρατιωτικής και διπλωματικής δικής του παρουσίας στην στρατηγική Ανατολική Μεσόγειο, ενώ θα αποδυναμώνει ταυτόχρονα το μπλοκ των υποστηρικτών των Ηνωμένων Πολιτειών. Χάρη στην παρουσία του και στην απουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και άλλα κράτη του Περσικού Κόλπου έχουν ανοίξει γραμμές επικοινωνίας με την Μόσχα. Μια ενεργητική διοίκηση Trump θα πρέπει να εργαστεί σκληρά για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη τους μέσω μέτρων όπως η στενότερη διαβούλευση και ο συντονισμός, επίσημες συμφωνίες ασφάλειας, προμήθειες όπλων, υπερπόντια ανάπτυξη δυνάμεων και μεγαλύτερη πίεση στο Ιράν.

Την ίδια στιγμή, η επιθυμία του Trump να βελτιώσει τους δεσμούς με την Ρωσία είναι μέρος όσων έχουν καταγραφεί δημοσίως. Σε έναν ατελή κόσμο, οι χώρες της Μέσης Ανατολής εξακολουθούν να προτιμούν να εργάζονται με την Ουάσιγκτον και θα προτιμούσαν αναμφίβολα μια αμερικανο-ρωσική συνεργασία αντί για μια υποχώρηση των ΗΠΑ. Ο Τραμπ έχει, φυσικά, καταγραφεί να ενθαρρύνει την Ρωσία να εντείνει τον αγώνα της κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), που είναι κατά την γνώμη του η βασική αιτία για την αστάθεια στην Μέση Ανατολή. Αυτό που μένει ασαφές είναι τι μέτρα θα αισθάνονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχρεωμένες να λάβουν εάν η Ρωσία αρνηθεί προκλητικά να παίξει τον ρόλο που της έχουν αναθέσει.

ΕΓΧΩΡΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΕΙΣ

Βάζοντας στην άκρη τις ήπιες ελπίδες γα την διοίκηση Trump, οι Άραβες ηγέτες εξακολουθούν να είναι νευρικοί, χάρη στην κραυγαλέα αντι-μουσουλμανική ρητορική της εκστρατείας του και στις εκκλήσεις για την απαγόρευση εισόδου των Μουσουλμάνων στις Ηνωμένες Πολιτείες. (Μια διαφήμιση της Royal Jordanian airline ενθάρρυνε τους επιβάτες να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ, όσο ακόμα τους επιτρέπεται!). Σίγουρα, μόλις αναλαμβάνουν την εξουσία, οι νικητές υποψήφιοι έχουν την τάση να υιοθετούν πολιτικές που διαφέρουν σημαντικά από την θερμή ρητορική της [προεκλογικής] εκστρατείας τους. Οι προοπτικές είναι καλές, συνεπώς, ότι ο πρόεδρος Trump θα μιλήσει με διαφορετικό τρόπο από ό, τι ο υποψήφιος Trump. Ακόμα κι έτσι, θα πρέπει να δουλέψει σκληρά για να καθησυχάσει τις αραβικές και μουσουλμανικές ευαισθησίες.