Το μέλλον του αμερικανικού συστήματος συμμαχιών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το μέλλον του αμερικανικού συστήματος συμμαχιών

Θα επιβιώσει από την προεδρία Trump;
Περίληψη: 

Το θέμα με τις προεκλογικές υποσχέσεις του Trump είναι ότι οι εταίροι της Ουάσιγκτον περιμένουν από τους Αμερικανούς προέδρους, οι οποίοι είναι υπόχρεοι στους ψηφοφόρους τους, να πραγματοποιήσουν αυτό που λένε ότι θα κάνουν. Φυσικά, η πραγματικότητα ή η απλή στρατηγική κοινή λογική μπορεί να ωθήσει έναν πρόεδρο σε μια διαφορετική κατεύθυνση˙ αλλά αυτό δεν είναι κάτι για να στοιχηματίζει κανείς.

Ο FRANÇOIS HESIBOURG είναι επικεφαλής του International Institute for Strategic Studies και ειδικός σύμβουλος στο Fondation pour la Recherche Stratégique.

Κατά την διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε συχνά τις αμφιβολίες του για την χρησιμότητα του ΝΑΤΟ. Αν και είπε ότι δεν ήθελε οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν από την συμμαχία [1], οι γενικές επικρίσεις του έναντί του, έχουν αφήσει μια ανεξίτηλη εντύπωση στους συμμάχους των ΗΠΑ, καλώς ή κακώς. Οι πιο καλόπιστες παρατηρήσεις του (που άλλοι έχουν κάνει πριν από αυτόν) αφορούν στην κατακεραύνωση των εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών που δεν πληρώνουν το δίκαιο μερίδιό τους για την ΝΑΤΟϊκή άμυνα. «Μόνο τέσσερις από τις 28 άλλες χώρες εκτός από την Αμερική δαπανούν το ελάχιστο απαιτούμενο 2% [του ΑΕΠ] για την άμυνα», είπε, τον Απρίλιο, στην διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας [1]. Ο Trump είπε, επίσης, ότι το ΝΑΤΟ «δεν καλύπτει πραγματικά την τρομοκρατία, όπως υποτίθεται ότι πρέπει [να κάνει]».

Οι χονδροειδές επιθέσεις του εκλεγέντα προέδρου –όπως το να αποκαλέσει το ΝΑΤΟ «παρωχημένο»- έχουν πλήξει σκληρά τα θεμέλια του ΝΑΤΟ. Και πιο δυσοίωνα, έχει επανειλημμένα καταστήσει τις αμυντικές εγγυήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών ένα αμιγώς υπό όρους και συναλλακτικό εμπόρευμα. «Εάν δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους, ειλικρινά», δήλωσε σε προεκλογική συγκέντρωση στο Ουισκόνσιν [2] και έκτοτε επανέλαβε αρκετές φορές, «πρέπει να φύγουν». Σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης εναντίον χωρών της Βαλτικής που είναι μέλη του ΝΑΤΟ [3], ο Trump δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να πάνε προς ενίσχυσή τους, μόνον «εφόσον εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς εμάς». Όταν συζητούσε για την ενδεχόμενη απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων, είπε: «Αν έχουμε να υπερασπιστούμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορούμε πάντα να αναπτυχθούμε [από το αμερικανικό έδαφος] και θα είναι πολύ λιγότερο δαπανηρό».

Δεδομένων τέτοιων δηλώσεων, καθώς και εκείνων που υπονοούν στενότερες σχέσεις με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν και το αναπόφευκτο να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα [4], οι συμμαχικοί ηγέτες έχουν φυσικά αντιδράσει με τρόμο. Η πρόεδρος της Νότιας Κορέας Παρκ Γκέουν-χε [5] μίλησε με τον Trump μόνο δύο ημέρες μετά τις εκλογές, καθώς ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg προσπαθούσε να καθησυχάσει τους άλλους (και πιθανόν τον εαυτό του) ότι η συμμαχία θα παραμείνει ανέπαφη. Στις 17 Νοεμβρίου, ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε πήγε στο Trump Tower για να συναντηθεί με τον εκλεγέντα πρόεδρο˙ ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης που το έπραξε. Σε αυτές τις περιπτώσεις και σε άλλες, ο Trump επιβεβαίωσε τις δεσμεύσεις της συμμαχίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σε αυτό το σημείο, δεν είναι σαφές ποιες από τις υποσχέσεις του Trump θα καρποφορήσουν και πόσο ισχυρό ή εύθραυστο θα είναι το δι-ατλαντικό και δι-ειρηνικό σύστημα συμμαχιών της Αμερικής ενόψει νέας αβεβαιότητας. Αλλά το παρελθόν παρέχει κάποια εικόνα για το πώς θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.

ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΡΑΠΟΥΛΟΧΑΡΤΑ

Ιστορικά, οι επίσημες αμυντικές συμμαχίες έτειναν να είναι συγκριτικά βραχύβιες και η φύση τους γενικά εξαρτάτο από προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες σχημάτισαν μια σειρά ad hoc συνασπισμών, από την προσωρινή συμμαχία με την Γαλλία κατά την διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης μέχρι την σύντομη περίοδο της αμερικανικής «συν-επιθετικότητας» κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ο τότε υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ [6] υπογράμμισε την ιδέα ότι οι συμμαχίες εξαρτώντο από τις αλλαγές στις στρατηγικές συνθήκες. «Σε αυτόν τον πόλεμο», έγραψε σε ένα άρθρο γνώμης καθώς η κυβέρνηση του George W. Bush προετοιμαζόταν για το Ιράκ, «η αποστολή θα καθορίσει την συμμαχία -όχι το αντίστροφο».

Υπό αυτό το πρίσμα, η μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πολυμερής Ατλαντική Συμμαχία και οι ακτινικές συμμαχίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των βασικών εταίρων τους στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού είναι σχετικά νέες εξελίξεις. Ακόμη και έτσι, έχουν εκταθεί στα δύο τρίτα του αιώνα και έχουν αποδείξει ότι είναι τόσο διαρκείς όσο και εξαιρετικά ανθεκτικές. Η Ατλαντική Συμμαχία ξεπέρασε τον μετασχηματισμό του ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας από την αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης σε μια Δυτικο-κεντρική μετα-ψυχροπολεμική τάξη, κατά την οποία το ΝΑΤΟ διεξήγαγε τους πρώτους πολέμους του στα Βαλκάνια˙ αργότερα, παρενέβη στο Αφγανιστάν και την Λιβύη. Ταυτόχρονα, η συμμαχία σχεδόν διπλασίασε τα μέλη της. Στην Ασία και τον Ειρηνικό, το επίκεντρο του ακτινικού συστήματος συμμαχιών της Ουάσινγκτον μετατοπίστηκε από την σοβιετική ανάσχεση στην εξισορρόπηση μιας ανερχόμενης Κίνας. Οι ασιατικές και ευρωπαϊκές συμμαχίες αποδείχθηκαν έμπειρες στην επίλυση των εσωτερικών εντάσεων μεταξύ των κρατών-μελών τους, είτε επρόκειτο για την βαθιά και διαρκή δυσπιστία μεταξύ της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, την μακρά έξοδο της Γαλλίας από την στρατιωτική δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ μεταξύ 1966 και 2009, είτε για τις απευθείας συζητήσεις επιμερισμού των βαρών.

Πράγματι, αυτές οι συμμαχίες έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ισχυρές, ικανές να προσαρμόζονται σε σημαντικές αποκλίσεις από τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την δημιουργία τους. Το σύστημα έρχεται επίσης με άφθονη ενσωματωμένη αδράνεια, με στρατεύματα των ΗΠΑ μόνιμα αναπτυγμένα στην Ευρώπη και την Ασία. Η βαθιά εναρμόνιση των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου, η ύπαρξη κοινών τεχνικών και διαδικαστικών κανόνων σε όλα τα επίπεδα, και η κοινή εποπτεία δυνητικών χώρων μάχης παρέχει επιπλέον έρμα στις συμμαχίες. Συνολικά, αυτό το σύστημα παρέχει στις Ηνωμένες Πολιτείες μια απαράμιλλη στρατηγική ενδοχώρα, του είδους που η Κίνα και η Ρωσία μπορούν μόνο να ονειρεύονται.

Αυτό δεν γράφεται για να πούμε ότι η επιζήμια ρητορική του Trump και η άνοδος του λαϊκισμού σε όλη την Δύση δεν θα καταπονήσει σοβαρά το σύστημα συμμαχιών. Στην πραγματικότητα, θα δοκιμαστεί όσο ποτέ άλλοτε.