Πώς καταρρέουν οι δημοκρατίες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς καταρρέουν οι δημοκρατίες

Γιατί ο λαϊκισμός είναι μια οδός για την απολυταρχία
Περίληψη: 

Η αντιμετώπιση της απειλής του λαϊκισμού για τους δημοκρατικούς κανόνες και τις πρακτικές, θα απαιτήσουν επαγρύπνηση και συντονισμό μεταξύ ευρέων τμημάτων των κοινωνιών που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Η ANDREA KENDALL-TAYLOR είναι Αναπληρωτής Σύμβουλος Εθνικών Πληροφοριών για την Ρωσία και την Ευρασία στο Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών. Είναι επίσης μια εξωτερική ανώτερη συνεργάτις στην Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών και επίκουρος καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Georgetown.
Η ERICA FRANTZ είναι επίκουρος καθηγήτρια στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Michigan.

Ο λαϊκισμός κερδίζει έδαφος. Σε όλο τον κόσμο, η οικονομική δυσπραγία και η αυξανόμενη ανησυχία για την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση και τις καθιερωμένες ελίτ ώθησαν τέτοια κινήματα στην εξουσία, οδηγώντας σε μια πλημμυρίδα δημόσιας υποστήριξης προς κόμματα και ηγέτες που θεωρούνται ως ικανοί να κρατήσουν σε απόσταση τις δυνάμεις της πολιτισμικής και κοινωνικής αλλαγής. Στην Ευρώπη [1], λαϊκιστικά κόμματα κυριαρχούν στα κοινοβούλια στην Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Σλοβακία και την Ελβετία και είναι μέρη κυβερνητικών συνασπισμών στην Φινλανδία, τη Νορβηγία και την Λιθουανία. Στη Νοτιοανατολική Ασία, ο ισχυρός άνδρας των Φιλιππίνων, Rodrigo Duterte, ακολουθεί μια λαϊκίστικη ατζέντα. Και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Donald Trump έχει εκλεγεί πρόεδρος.

Οι στόχοι των σύγχρονων λαϊκιστών δεν είναι νέοι. Όπως οι περισσότεροι από τους ιστορικούς προκατόχους τους [2] στην Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, τα σημερινά λαϊκιστικά κόμματα εκθειάζουν τις αρετές της ισχυρής και αποφασιστικής ηγεσίας, μοιράζονται μια περιφρόνηση για τους θεσμούς, και εκφράζουν βαθιά δυσπιστία για τους εκλαμβανόμενους ως ειδικούς και τις ελίτ [3]. Όμως, οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι σημερινοί λαϊκιστές για την εφαρμογή του οράματός τους για την σιδηρά διακυβέρνηση έχουν εξελιχθεί. Αντί να ενορχηστρώσουν ξαφνικά και αποφασιστικά ρήγματα με την δημοκρατία, κάτι που μπορεί να προκαλέσει εγχώρια και διεθνή καταδίκη, έχουν μάθει από τροφοδοτούμενους από τον λαϊκισμό ισχυρούς, όπως ο Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Τουρκίας.

Μετα-ψυχροπολεμικοί λαϊκιστές όπως ο Τσάβες, ο Πούτιν και ο Ερντογάν υιοθέτησαν μια αργή και σταθερή προσέγγιση για την διάλυση της δημοκρατίας. Αυτοί οι ηγέτες αρχικά ήρθαν στην εξουσία μέσω δημοκρατικών εκλογών και στην συνέχεια εκμεταλλεύθηκαν την ευρέως διαδεδομένη δυσαρέσκεια για να υπονομεύσουν σταδιακά τους θεσμικούς περιορισμούς στην κυριαρχία τους, να περιθωριοποιήσουν την αντιπολίτευση, και να διαβρώσουν την κοινωνία των πολιτών. Το σενάριό τους είναι συνεπές και ξεκάθαρο: Να εγκαθιστούν σκόπιμα νομιμόφρονες σε θέσεις κλειδιά της εξουσίας (ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών της δικαιοσύνης και της ασφάλειας) και να εξουδετερώσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αγοράζοντάς τα, νομοθετώντας εναντίον τους, και επιβάλλοντας λογοκρισία. Αυτή η στρατηγική καθιστά δύσκολο να διακρίνει κανείς πότε συμβαίνει όντως η ρήξη με την δημοκρατία, και το ότι είναι τόσο ύπουλη αποτελεί μια από τις σημαντικότερες απειλές για την δημοκρατία στον 21ο αιώνα.

Η σταθερή διάλυση των δημοκρατικών κανόνων και πρακτικών από δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες, αυτό που λέμε «αυταρχικοποίηση» ("authoritarianization") σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο που οι δημοκρατίες ιστορικά έχουν καταρρεύσει. Στοιχεία σχετικά με τα αυταρχικά καθεστώτα [4] δείχνουν ότι μέχρι πρόσφατα, οι κύριες απειλές για την δημοκρατία ήταν τα πραξικοπήματα. Από το 1946 έως το 1999, το 64% των δημοκρατιών απέτυχε εξαιτίας τέτοιων εξεγέρσεων. Κατά την τελευταία δεκαετία, ωστόσο, η τροφοδοτημένη από τον λαϊκισμό αυταρχικοποίηση έχει βρεθεί σε άνοδο, αντιπροσωπεύοντας το 40% όλων των δημοκρατικών αποτυχιών μεταξύ 2000 και 2010 και φτάνοντας τα πραξικοπήματα σε συχνότητα. Αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις, η τροφοδοτημένη από τον λαϊκισμό αυταρχικοποίηση σύντομα θα γίνει η πιο κοινή οδός προς την απολυταρχία.

Ακόμα πιο απογοητευτικά, η αργή και σταδιακή φύση της τροφοδοτημένης από τον λαϊκισμό δημοκρατικής οπισθοδρόμησης είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί [5]. Επειδή είναι πανούργα και σταδιακή, δεν υπάρχει μια κρίσιμη στιγμή που προκαλεί γενικευμένη αντίσταση ή που δημιουργεί ένα κομβικό σημείο γύρω από το οποίο η αντιπολίτευση μπορεί να συνενωθεί. Και στις περιπτώσεις στις οποίες όντως αναδύονται ηχηροί επικριτές, οι λαϊκιστές ηγέτες μπορούν εύκολα να τους χαρακτηρίσουν ως «πεμπτοφαλαγγίτες», «πράκτορες του κατεστημένου» ή άλλους προβοκάτορες που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν το σύστημα. Η αποσπασματική δημοκρατική διάβρωση, ως εκ τούτου, συνήθως προκαλεί μόνο κατακερματισμένη αντίσταση.

Επιπλέον, επειδή οι λαϊκιστές ηγέτες απολαμβάνουν σημαντικής λαϊκής υποστήριξης, τείνουν να έχουν ευρεία έγκριση για πολλές από τις προτεινόμενες αλλαγές τους. Στην Αργεντινή, για παράδειγμα, ο Χουάν Περόν εξελέγη πρόεδρος το 1946 και εκμεταλλεύθηκε την δημοτικότητά του ώστε να εδραιώσει τον έλεγχό του επί του πολιτικού συστήματος. Πιο πρόσφατα, ο Ερντογάν της Τουρκίας και το Κόμμα του της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης πέτυχαν μια ηχηρή νίκη στις εθνικές εκλογές του 2002 και συνέχισαν να προσελκύουν αυξημένα μερίδια ψήφων το 2007 και το 2011. Αυτή η ευρεία δημόσια υποστήριξη παρέχει στους ηγέτες όπως ο Ερντογάν την αντίληψη μιας «εντολής» να κυβερνούν. Και επειδή εκλέγονται με μια πλατφόρμα αλλαγής, οι αρχικές προσπάθειες για να επεκτείνουν τον έλεγχό τους υποβαθμίζονται ως αναγκαίες για την εφαρμογή φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων.