Ο γρίφος του λαϊκισμού στην Αυστρία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο γρίφος του λαϊκισμού στην Αυστρία

Γιατί μια από τις πιο σταθερές χώρες της Ευρώπης φιλοξενεί μια ακμάζουσα ριζοσπαστική δεξιά
Περίληψη: 

Το εάν θα επικρατήσει στις επόμενες εκλογές η επιθυμία των Αυστριακών για αλλαγή ή ο φόβος τους για αστάθεια, μένει να το δούμε. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει μια σειρά μεταρρυθμίσεων που θα τονώσουν την οικονομία, θα μειώσουν τα ετήσια ελλείμματα, θα ελαττώσουν την φορολογική επιβάρυνση στους μισθούς, και θα βελτιώσουν το εκπαιδευτικό σύστημα.

Ο REINHARD HEINISCH είναι καθηγητής Αυστριακής Πολιτικής σε Συγκριτική Προοπτική και επικεφαλής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Σάλζμπουργκ. Είναι ο συν-συγγραφέας μαζί με τον Oscar Mazzoleni, του βιβλίου με τίτλο Understanding Populist Organization: The West European Radical Right.

Για πολλούς διεθνείς παρατηρητές, το φλερτ της Αυστρίας με τον δεξιό λαϊκισμό είναι κάτι σαν γρίφος. Η Αυστρία είναι μια από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης [1] και από καιρό αποτελεί μοντέλο πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας. Έχει μια αποτελεσματική κυβέρνηση, άριστες δημόσιες υποδομές, και γενικά χαμηλά ποσοστά ανεργίας και εγκληματικότητας. Και παρ’όλο που οι Αυστριακοί θα μπορούσαν κάποτε να επικριθούν για την απροθυμία τους να αντιμετωπίσουν την ενοχή του έθνους τους [2] για τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα, κι αυτό επίσης έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια καθώς έχει βαθύνει η συνειδητοποίηση των πολιτών για τον ρόλο της χώρας και στις δύο αυτές τραγωδίες.

Παρ’ όλα αυτά, κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, ο ριζοσπαστικός δεξιός λαϊκισμός έχει μεγαλύτερη εκλογική επιτυχία στην Αυστρία από όση ίσως οπουδήποτε αλλού στην Δυτική Ευρώπη. Στις 4 Δεκεμβρίου, στις προεδρικές εκλογές της Αυστρίας, οι ψηφοφόροι προσέφεραν σαφή νίκη στον Alexander Van der Bellen, τον πρώην επικεφαλής των αριστερόστροφων Πρασίνων. Ωστόσο, ο Norbert Hofer, ο υποψήφιος του δεξιού λαϊκίστικου αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας, κέρδισε το περίπου 46% των ψήφων, όχι μόνο θέτοντας ένα νέο ρεκόρ για το κόμμα του, αλλά και εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη στήριξη από οποιαδήποτε άλλη δυτικοευρωπαϊκή δεξιόστροφη λαϊκιστική ομάδα [3 ] έχει πετύχει ποτέ σε εθνικές εκλογές.

Η ήττα του Hofer φάνηκε να σπάει ένα σερί [νικών] των λαϊκιστικών και αντι-κατεστημένων δυνάμεων [4] που έχει ταράξει την Δύση κατά το παρελθόν έτος. Αλλά αν τα κύρια κόμματα της Αυστρίας θέλουν να εμποδίσουν το Κόμμα της Ελευθερίας από μια ακόμα ισχυρή παρουσία στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, πρέπει να ξεπεράσουν το αδιέξοδο που τους έχει αποτρέψει να εισαγάγουν μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να μπορέσουν να τονώσουν την οικονομία, να καταπολεμήσουν την ανεργία και να αποκτήσουν κάποια μόχλευση στην προσφυγική και μεταναστευτική πολιτική της Αυστρίας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΒΡΩΣΗ

Η Αυστρία κυβερνάται από μια κοινοβουλευτική συμμαχία που περιλαμβάνει τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες και το κεντρο-συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα. Αυτά τα δύο κόμματα και οι άμεσοι προκάτοχοί τους, ίδρυσαν την Δημοκρατία της Αυστρίας το 1918, προήδρευσαν στην ανασύστασή της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και έχουν κυβερνήσει έκτοτε, κυρίως μέσω μεγάλων συνασπισμών (grand coalitions).

Τις τελευταίες δεκαετίες, το συνδυασμένο μερίδιο ψήφων των Σοσιαλδημοκρατών και του Λαϊκού Κόμματος έχει πέσει κατακόρυφα, από το 91% το 1983 σε περίπου 50% το 2013. Καθώς η δημοτικότητα αυτών των κομμάτων εξασθένισε, η αυξανόμενη δύναμη του Κόμματος Ελευθερίας και ο πολιτικός ριζοσπαστισμός του άφηναν συχνά τα δύο μεγάλα κόμματα με καμία άλλη εναλλακτική λύση παρά να συνεχίζουν την αμήχανη συμμαχία τους. Αυτό, με την σειρά του, έχει εντείνει την επιθυμία του κοινού για αλλαγή. (Το 2000, το Λαϊκό Κόμμα προσπάθησε να σπάσει αυτόν τον κύκλο με τον σχηματισμό κυβέρνησης με το Κόμμα της Ελευθερίας [5], αλλά τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά: Η συμπερίληψη του Κόμματος της Ελευθερίας στον κυβερνητικό συνασπισμό προκάλεσε διεθνή κατακραυγή, επιβολή διμερών κυρώσεων σε Αυστριακούς αξιωματούχους, μια απώλεια για το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές του 2006, και μια απότομη πτώση για το Κόμμα της Ελευθερίας στις δημοσκοπήσεις.)

Δεδομένου ότι τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες όσο και το Λαϊκό Κόμμα είναι σθεναρά υπέρ της Ευρώπης, έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο μέρος των κατηγοριών για τις αρνητικές συνέπειες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που άρχισαν με τα αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές προσαρμογές που εφάρμοσε η Αυστρία μετά την ένταξή της στην ΕΕ το 1995. Η εισροή Ανατολικοευρωπαίων μεταναστών που ακολούθησε την διεύρυνση της ΕΕ περίπου μια δεκαετία αργότερα και οι διάφορες πρόσφατες κρίσεις της Ένωσης έχουν διαβρώσει περαιτέρω την λαϊκή υποστήριξη για την ΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η Αυστρία είναι τώρα ένα από τα πιο ευρωσκεπτικιστικά μέλη της Ένωσης.

Από ορισμένες απόψεις, το γεγονός αυτό αντανακλά την ιστορικά αμφίθυμη στάση της Αυστρίας προς την Ευρώπη. Η Αυστρία έχει από καιρό δεσμευτεί έντονα στην ουδετερότητα -μια θέση που πολλοί Αυστριακοί θεωρούν ως το θεμέλιο της ασφάλειας της χώρας τους και κάτι που εξηγεί γιατί η χώρα ποτέ δεν εντάχθηκε στην υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχία του ΝΑΤΟ. Για το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής εποχής, η Αυστρία κράτησε επίσης κάποια απόσταση από τον Δυτικό φιλελεύθερο καπιταλισμό, διατηρώντας αντ’ αυτού ένα σύστημα γνωστό ως «κοινωνική συνεργασία». Οι περισσότεροι Αυστριακοί πιστώνουν στο εν λόγω σύστημα (βάσει του οποίου η εργασία και το κεφάλαιο συνεργάζονται πάνω σε θέματα όπως η διαπραγμάτευση των μισθών και οι επιχειρηματικοί κανονισμοί μέσα στο υποστηριζόμενο από την κυβέρνηση πλαίσιο) την ευημερία της χώρας τους και το ισχυρό κράτος πρόνοιας.

Κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διάβρωσε αμφότερες αυτές τις θέσεις. Η Αυστρία συμμετέχει τώρα στην αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και η ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση έχει εκθέσει την Αυστρία στις φιλελεύθερες πιέσεις της αγοράς και διάβρωσε ορισμένες σημαντικές πτυχές της κοινωνικής συνεργασίας της. Η ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων και η πίεση από τις Βρυξέλλες για απορρύθμιση, έχουν αποδυναμώσει την διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων και αύξησαν τις διαφορές στους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας στις βιομηχανίες.