Η υποχώρηση της Ιταλίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η υποχώρηση της Ιταλίας

Η επερχόμενη κρίση διακυβέρνησης
Περίληψη: 

Ο Paolo Gentiloni, ο νέος πρωθυπουργός, μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση που θα διοικεί τα δύο σώματα του κοινοβουλίου, μια κυβέρνηση προερχόμενη από την ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που υποστήριξε τον Renzi, αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς αυτή την κατάσταση να αντέχει για περισσότερο από μερικούς μήνες.

Ο MARK GILBERT είναι καθηγητής Ιστορίας και Διεθνών Σπουδών στην Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Τον Νοέμβριο του 1917 ο ιταλικός στρατός, ο οποίος επί δύο αιματηρά χρόνια είχε προσπαθήσει να καταλάβει την Τεργέστη, οδηγήθηκε από τις δυνάμεις των Κεντρικών Δυνάμεων στο Caporetto, μια μικρή πόλη κοντά στα σύνορα με την σημερινή Σλοβενία. Χιλιάδες σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν˙ σχεδόν 300.000 Ιταλοί στρατιώτες πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Από τότε, οι Ιταλοί περιγράφουν στην καθομιλουμένη κάθε μεγάλη ήττα, ειδικά μια ήττα που μπορεί να αποδοθεί στην ύβρη ή στην ανεπαρκή ηγεσία, ως Caporetto.

Την Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου, ο Ιταλός πρωθυπουργός Matteo Renzi γνώρισε το δικό του Caporetto. Η φιλόδοξη στρατηγική του να καταστεί η συνταγματική μεταρρύθμιση το επίκεντρο της νομοθετικής ατζέντας της κυβέρνησής του, νικήθηκε όταν το 60% του εκλογικού σώματος καταψήφισε το μεταρρυθμιστικό πακέτο του. Οι αναλυτές ανέμεναν πολύ πιο μικρή διαφορά, οπότε η ήττα άφησε την αξιοπιστία του Renzi -ήδη κουρελιασμένη πριν από την ψηφοφορία- σε συντρίμμια. Ο Renzi παραιτήθηκε και μια επίσημη κυβερνητική κρίση ξεκίνησε.

Ο Renzi και η υπουργός του για τις συνταγματικές υποθέσεις, Maria Elena Boschi, ανέλαβαν αυτό το μεγάλο ρίσκο προκειμένου να κάνουν την λήψη αποφάσεων ευκολότερη. Η μεταρρύθμιση θα μετέτρεπε την Γερουσία (senate) σε ένα πολύ μικρότερο σώμα που θα εκπροσωπούσε τις περιφέρειες της Ιταλίας και τις μεγάλες πόλεις, και θα περιόριζε σημαντικά τον ρόλο της στο πέρασμα της συνήθους νομοθεσίας. Εν τω μεταξύ, η Γερουσία δεν θα είχε πλέον την δυνατότητα να εκφράζει μια ψήφο άρσης της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Το άλλο νομοθετικό σώμα, η Βουλή των Αντιπροσώπων (chamber of deputies), θα διατηρούσε τις αρμοδιότητές του. Εν συντομία, αποδυναμώνοντας έναν οργανισμό υπέρ του άλλου, ο Renzi ήλπιζε να εξαλείψει το αδιέξοδο που προέκυψε από τον λεγόμενο τέλειο δυισμό (perfect bicameralism).

15122016-1.jpg

Ο απερχόμενος Ιταλός πρωθυπουργός Matteo Renzi χειρονομεί κατά την διάρκεια της τελετής έναρξης της πρώτης συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου του νεοδιορισθέντα πρωθυπουργού της Ιταλίας Paolo Gentiloni, στο παλάτι Chigi στην Ρώμη, στις 12 Δεκεμβρίου του 2016. ALESSANDRO BIANCHI / REUTERS
---------------------------------------------

Η συνταγματική μεταρρύθμιση πλαισιώθηκε από έναν εκλογικό νόμο, τον Italicum, ο οποίος δίνει μια εγγυημένη πλειοψηφία στην Βουλή των Αντιπροσώπων σε οποιοδήποτε κόμμα (όχι συνασπισμό) που είναι ικανό να αποκτήσει περισσότερο από το 40% των ψήφων, ή στον νικητή μιας επαναληπτικής εκλογής μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων, σε περίπτωση που κανένα κόμμα δεν φτάσει το όριο του 40%. Οι αντίπαλοι του Renzi φοβήθηκαν ότι ένα κόμμα που επιλέγεται από απλώς το ένα τρίτο ή και λιγότερο εκείνων που ψηφίζουν στον πρώτο γύρο, θα μπορούσε να κερδίσει την πλειοψηφία στον δεύτερο γύρο και στην συνέχεια να αντιμετωπίσει πολύ λιγότερους θεσμικούς ελέγχους χάρη σε μια αποδυναμωμένη Γερουσία. Οι ηχηρότεροι επικριτές της προσέγγισης Renzi επικαλέστηκαν ακόμη και το φάντασμα μιας deriva autoritaria: Μιας εκτροπής προς τον αυταρχισμό.

Αυτή η κατηγορία ήταν παράλογα παραφουσκωμένη, αλλά αντήχησε στο ιταλικό εκλογικό σώμα. Η φασιστική εποχή άφησε μια μόνιμη δυσπιστία στην διακυβέρνηση από έναν ισχυρό ηγέτη. Τα όργανα του ισχύοντος συντάγματος είχαν σχεδιαστεί ακριβώς για να αποτρέψουν κάτι τέτοιο. Είχαν επίσης ως στόχο να εξασφαλίσουν ότι οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές θα συνέχιζαν την μεταπολεμική πολιτική σύγκρουση εντός αποδεκτών ορίων. Στο πλαίσιο αυτό, [τα συνταγματικά όργανα] λειτούργησαν, αν και έχουν επίσης συμβάλει στην δημιουργία μιας πολιτικής κουλτούρας που επιβραβεύει την συναίνεση με σχεδόν οποιοδήποτε κόστος.

Ο κύριος λόγος που οι πολίτες ψήφισαν κατά της μεταρρύθμισης, ωστόσο, ήταν ο ίδιος ο Renzi. Η προεκλογική εκστρατεία, τελικά, έγινε ένα δημοψήφισμα για τις χίλιες ημέρες του Renzi στην εξουσία. Σίγουρα, ο τηλεοπτικός χρόνος κυριαρχήθηκε από απόκρυφες συζητήσεις για τα υποτιθέμενα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της μεταρρύθμισης: Πολλοί νομικοί και πολιτικοί στοχαστές, συμπεριλαμβανομένων πολλών που είχαν ξιφουλκήσει επί δεκαετίες ενάντια στον «τέλειο δυισμό», σκανδαλίστηκαν από αυτό που θεώρησαν ως πρόχειρη σύνταξη της μεταρρύθμισης. Αλλά τέτοιοι λεπτομερείς νομικοί συλλογισμοί δεν ήταν ο λόγος που το 70% του εκλογικού σώματος προσήλθε στις κάλπες, ούτε γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης και νέοι ψηφοφόροι επέλεξαν το «όχι». Οι απλοί ψηφοφόροι καταδίκασαν τις μεταρρυθμίσεις, επειδή ήταν όλο και πιο θυμωμένοι με τα οικονομικά δεινά τους, τα οποία πιστεύουν ότι ο Renzi θα έπρεπε να έχει κάνει προτεραιότητά του.