Αλλάζοντας την γνώμη του Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αλλάζοντας την γνώμη του Πούτιν

Πώς ο Trump μπορεί να αναδιαμορφώσει την ρωσική εξωτερική πολιτική
Περίληψη: 

Ο σημερινός συνδυασμός των ήπιων οικονομικών κυρώσεων και της διπλωματικής πίεσης δεν είναι αρκετός για να αλλάξει η στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής του Πούτιν στο εγγύς μέλλον. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, είναι να υποβαθμιστεί η εγχώρια υποστήριξή του με το να αυξηθεί το εγχώριο πολιτικό κόστος του.

Ο LEON ARON είναι διευθυντής Ρωσικών Σπουδών στο American Enterprise Institute. Είναι συγγραφέας, πιο πρόσφατα, του βιβλίου με τίτλο Roads to the Temple: Truth, Memory, Ideas, and Ideals in the Making of the Russian Revolution, 1987–1991.

Με μια σύνοδο κορυφής ΗΠΑ-Ρωσίας να φαίνεται σχεδόν βέβαια στον ορίζοντα, ο εκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, θα πρέπει να δράσει τώρα ώστε να δημιουργήσει τον σωστό τόνο για τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Ειδικότερα, θα θέλει να προχωρήσει πέρα από το μοντέλο «Η Ρωσία ενεργεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιδρούν» των τελευταίων τεσσάρων ετών και να ενθαρρύνει την Ρωσία να γίνει λιγότερο συγκρουσιακή. Επίσης είναι λογικό ότι ο Trump θα θέλει να τα πετύχει όλα αυτά χωρίς να διακηρύττει (και στην συνέχεια να υποχωρεί από) τελεσίγραφα κόκκινων γραμμών ή να διακινδυνεύσει να καυγαδίσει με το Κρεμλίνο. Ο εκλεγμένος πρόεδρος θα πρέπει να ξεκινήσει δουλεύοντας για να κατανοήσει τα βασικά κίνητρα της εξωτερικής πολιτικής του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και να τα αποδεχθεί ως μια σκληρή πραγματικότητα, αντί να τα απεύχεται ή να προσποιείται ότι ο Πούτιν μπορεί να ντροπιαστεί με την εγκατάλειψή τους.

Κατά την διάρκεια της προεδρίας Trump, όπως και στην δεύτερη θητεία του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, τέσσερις παράγοντες θα διαμορφώσουν το στρατηγικό πλαίσιο εντός του οποίου θα ξεδιπλωθεί η διμερής ατζέντα μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας: Η έκταση της δέσμευσης του Πούτιν στις ιδεολογικές πεποιθήσεις του και στην αυτοεπιβληθείσα ιστορική αποστολή του να αποκαταστήσει αυτό που θεωρεί νόμιμη θέση της Ρωσίας στον κόσμο˙ η αντίληψη του Πούτιν για τις εγχώριες πολιτικές επιταγές σχετικά με την νομιμοποίηση και την επιβίωση του καθεστώτος του˙ ο βαθμός της λαϊκής υποστήριξης στην εξωτερική πολιτική του˙ και, τέλος, η αντίδραση των ΗΠΑ στην εξωτερική συμπεριφορά της Ρωσίας.

Ο ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Σε αντίθεση με την συμβατική σοφία την οποία ενθαρρύνει ο ίδιος ο Πούτιν, η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας -ιδιαίτερα οι σχέσεις της χώρας του με τις Ηνωμένες Πολιτείες- δεν γίνεται ad hoc σε μια έκρηξη οργής, ενόχλησης, ή έξαψης. Αν και οι εκπλήξεις τακτικής είναι σαφώς η προτιμώμενη μέθοδος εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής από τον Πούτιν, τα ιδεολογικά θεμέλια της στρατηγικής του ήταν εμφανή και συνεχή, σχεδόν από την πρώτη ημέρα της προεδρίας του.

Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος διαφημίζει επιμελώς τον εαυτό του ως έναν Ρώσο πατριώτη (και μπορεί όντως να θεωρεί τον εαυτό του ως τέτοιον), αυτό το χαρακτηριστικό είναι σχετικά πρόσφατο. Ο Πούτιν είναι, πρώτα απ’ όλα, ένας ένθερμος σοβιετικός πατριώτης. Με την ιστορία της οικογένειάς του, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.

16122016-1.jpg

Κούκλες Matryoshka που απεικονίζουν τους Σοβιετικούς ηγέτες Βλαντιμίρ Λένιν, Ιωσήφ Στάλιν και τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν σε μια αγορά στην Αγία Πετρούπολη, τον Δεκέμβριο του 2007. ALEXANDER DEMIANCHUK / REUTERS
--------------------------------------------------------

Ο παππούς του Πούτιν, ένας αρχιμάγειρας, μαγείρευε για τον Λένιν και την σύζυγό του, Ναντέζντα Κρούπσκαγια, καθώς και για την Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μόσχας. Ο πατέρας του Πούτιν, ο οποίος αγωνίστηκε πίσω από τις ναζιστικές γραμμές με τις αδίστακτες μονάδες δολιοφθοράς και δολοφονίας SMERSH, πληγώθηκε άσχημα στην άμυνα του Λένινγκραντ. Αργότερα έγινε οργανωτής του Κομμουνιστικού Κόμματος σε ένα εργοστάσιο του Λένινγκραντ. Ο νεαρός Πούτιν ενηλικιώθηκε μέσα σε μια σταθερή ροή σοβιετικών θριάμβων: Ο Sputnik, η διαστημική πτήση του Γκαγκάριν, και η πυρηνική ισοτιμία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εργάστηκε εθελοντικά στην KGB στο γυμνάσιο και έγινε δεκτός στο κόμμα ενώ ακόμα ήταν στο κολλέγιο, κάτι που δεν ήταν εύκολο κατόρθωμα στην δεκαετία του 1970.

Έτσι, όταν ο Πούτιν αποκάλεσε την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ως «την μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του εικοστού αιώνα», και «μια πραγματική τραγωδία», αναφερόταν στην μεγαλύτερη προσωπική τραγωδία της ζωής του. Κατά την διάρκεια της φιλελευθεροποίησης του Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο ταγματάρχης (και αργότερα αντισυνταγματάρχης) Πούτιν είχε τοποθετηθεί στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, την χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας που ήταν η πιο απομονωμένη από την ηθική και πνευματική φλόγα της γκλάσνοστ και της περεστρόικα. Η πιο ζωντανή ανάμνηση του Πούτιν από εκείνη την εποχή είναι ένα εξαγριωμένο πλήθος που περιβάλλει την έδρα της KGB στην Δρέσδη τον Νοέμβριο του 1989, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Στο εσωτερικό, ο Πούτιν και οι συνάδελφοί του έκαιγαν τα έγγραφα, περιμένοντας να συλληφθούν και να λιντσαριστούν ανά πάσα στιγμή.

Ο Πούτιν δεν έχει πεισθεί ποτέ από την ρητορική της Δύσης και των φιλελεύθερων Ρώσων σχετικά με το ότι δεν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι στον Ψυχρό Πόλεμο. Για τον Πούτιν, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν μια ταπεινωτική ήττα ενός μεγάλου και ένδοξου κράτους. Ήταν το ισοδύναμο αυτού που ήταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919 για την Γερμανία. Ως εκ τούτου, ο πρωταρχικός στρατηγικός στόχος των πολιτικών του Πούτιν, τόσο των εγχώριων όσο και των εξωτερικών, είναι να ανακάμψει και να ανακτήσει τα πολιτικά, οικονομικά και γεωστρατηγικά στοιχεία που χάθηκαν από το σοβιετικό κράτος κατά την πτώση του.

Αυτό το Δόγμα Πούτιν [1], στο οποίο αναφέρθηκα για πρώτη φορά στο Foreign Affairs το 2013, καθοδήγησε τον Ρώσο πρόεδρο από την αρχή της θητείας του το 2000. Στις δύο πρώτες προεδρικές θητείες του, από το 2000 μέχρι το 2008, ο Πούτιν έθεσε σε εφαρμογή το εσωτερικό τμήμα της ατζέντας του δόγματός του: Η εθνική πολιτική, τα δικαστήρια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (η τηλεόραση πρώτα απ’ όλα), και αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε τα «ανώτερα επίπεδα της οικονομίας», για άλλη μια φορά ανήκουν ή ελέγχονται από το κράτος.