Η Ευρώπη στο ψηφιακό στόχαστρο της Ρωσίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ευρώπη στο ψηφιακό στόχαστρο της Ρωσίας

Τι θα βρουν μπροστά τους η Γαλλία και την Γερμανία και πώς να το αντιμετωπίσουν
Περίληψη: 

Η χρήση επιβαρυντικών στοιχείων για να δυσφημιστούν δημοσίως οι αντίπαλοι είναι ευρέως διαδεδομένη, αλλά οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες έχουν μια ιδιαίτερα ισχυρή τάση προς αυτή την τακτική. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η πρακτική ήταν αρκετά κοινή ώστε ο ρωσικός όρος kompromat (ένας συνδυασμός των ρωσικών λέξεων για το «εκθέτω» και το «υλικό») εισήλθε στην Δυτική καθομιλουμένη.

Ο THORSTEN BENNER είναι συνιδρυτής και διευθυντής του Global Public Policy Institute, στο Βερολίνο. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @thorstenbenner [1].
Ο MIRKO HOHMANN είναι project manager στο Global Public Policy Institute. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @mirkohohmann [2].

Τις τελευταίες εβδομάδες, πολιτικοί και στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών στην Γαλλία και την Γερμανία έχουν εντείνει τις προειδοποιήσεις τους για ρωσική παρέμβαση στις εθνικές εκλογές που αμφότερες οι χώρες θα πραγματοποιήσουν την επόμενη χρονιά. Στα τέλη Νοεμβρίου, ο Bruno Kahl, ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Γερμανίας, είπε στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung [3] ότι η Γερμανία είχε «αποδεικτικά στοιχεία ότι οι κυβερνοεπιθέσεις που λαμβάνουν χώρα δεν έχουν άλλο σκοπό από το να προξενήσουν πολιτική αβεβαιότητα». Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ [4 ] έχει εκφράσει [5] παρόμοιες ανησυχίες, υπονοώντας ότι η Μόσχα ενδέχεται να επιχειρήσει να επηρεάσει τις βουλευτικές εκλογές της Γερμανίας, που έχουν προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο του 2017. Οι Γάλλοι πολιτικοί ήταν πιο επιφυλακτικοί σχετικά με τις συγκεκριμένες απειλές για τις προεδρικές εκλογές της χώρας τους, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν τον Απρίλιο και τον Μάιο. Αλλά ο Guillaume Poupard, ο γενικός διευθυντής της γαλλικής Εθνικής Υπηρεσίας για την Ασφάλεια των Πληροφοριακών Συστημάτων, έχει δηλώσει ότι το Παρίσι επίσης ανησυχεί για την προοπτική ξένων παρεμβάσεων. Οι Δυτικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν «την ανάπτυξη της ψηφιακής απειλής [6] για πολιτικούς σκοπούς και για αποσταθεροποίηση», είπε στην εφημερίδα Le Monde στις αρχές Δεκεμβρίου.

Ούτε η Γαλλία [7] ούτε η Γερμανία, όμως, είναι έτοιμες να ασχοληθούν με τέτοιου είδους επιθέσεις. Τα θεσμικά τους όργανα δεν έχουν τα εφόδια για την πρόληψη ψηφιακών παραβάσεων, και οι πολιτικοί τους και οι πολίτες τους είναι ανέτοιμοι να χειριστούν τις επιπτώσεις από αυτές.

Για να κατανοήσουν καλύτερα την απειλή που αντιμετωπίζουν, οι ηγέτες των δύο χωρών καλά θα κάνουν να μάθουν από την πιο θρασεία υπό ρωσική ηγεσία επιχείρηση επιρροής [8] μέχρι σήμερα: Την διαρροή πληροφοριών που έχουν υποκλαπεί από τους servers της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών (Democratic National Committee, DNC) και του ιδιωτικού λογαριασμού e-mail του John Podesta, του επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον. Μια προσεκτική ματιά σε αυτό το επεισόδιο και τα επακόλουθά του, αποδεικνύει την σημασία της ενίσχυσης των κυβερνο-αμυνών (cyberdefenses) των δημοκρατικών θεσμών, της οικοδόμησης μιας πολιτικής συναίνεσης για να καταδικαστούν οι επιθέσεις, και να κατονομαστούν δημοσίως -και να τιμωρηθούν- οι δράστες.

20122016-1.jpg

Επισκέπτες περιδιαβαίνουν τις εγκαταστάσεις της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών στο Βερολίνο, τον Αύγουστο του 2016. STEFANIE LOOS / REUTERS
---------------------------------------------------

ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ

Η χρήση επιβαρυντικών στοιχείων [9] για να δυσφημιστούν δημοσίως οι αντίπαλοι είναι ευρέως διαδεδομένη, αλλά οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες έχουν μια ιδιαίτερα ισχυρή τάση προς αυτή την τακτική. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η πρακτική ήταν αρκετά κοινή ώστε ο ρωσικός όρος kompromat (ένας συνδυασμός των ρωσικών λέξεων για το «εκθέτω» και το «υλικό») εισήλθε στην Δυτική καθομιλουμένη.

Οι σημερινές ψηφιακές επικοινωνίες προσφέρουν σε εκείνους που επιδιώκουν να συγκεντρώσουν και να αξιοποιήσουν την kompromat, τεράστια πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ομολόγους τους της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Τώρα είναι πιο εύκολο από ό, τι ήταν κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα να αποκτήσουν γρήγορα τεράστιες ποσότητες ευαίσθητων πληροφοριών, εν μέρει επειδή τα ψηφιακά δίκτυα των βασικών θεσμικών οργάνων είναι δύσκολο να ασφαλιστούν. Η πλήρης διαφύλαξη μιας πλατφόρμας που χρησιμοποιείται από εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπους, όπως αυτή ενός πολιτικού κόμματος, είναι σχεδόν αδύνατη. Και μόλις οι επιτιθέμενοι έχουν πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες, μπορούν εύκολα να τις δημοσιοποιήσουν, μερικές φορές σε τροποποιημένη μορφή, στο κοινό. Δείτε την ταχύτητα με την οποία το DNC και τα υποκλαπέντα emails του Podesta μετακινήθηκαν από το WikiLeaks και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε κρατικά χρηματοδοτούμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης όπως το RT, ακροδεξιές ιστοσελίδες όπως το Breitbart, και δημοφιλή μέσα ενημέρωσης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν το έργο των χάκερ δύσκολο να αντιμετωπιστεί, πόσω μάλλον να περιοριστεί.

Οι επιχειρήσεις kompromat δεν επιδιώκουν πάντα να προωθήσουν συγκεκριμένους υποψηφίους, ακόμη και αν οι παρεμβάσεις της Ρωσίας στις εκλογές των ΗΠΑ στόχευαν σαφώς να ανυψώσουν τον Ντόναλντ Τραμπ [10]. (Οι Γάλλοι αξιωματούχοι θα πρέπει να αναμένουν παρόμοιες κινήσεις για την στήριξη της ηγέτιδας του Εθνικού Μετώπου, Marine Le Pen [11], κατά τους επόμενους μήνες.) Ο στόχος είναι συνήθως ευρύτερος: Να διαβρωθούν οι δημοκρατικοί κανόνες και θεσμοί με το να δυσφημιστεί η εκλογική διαδικασία και να αμαυρωθεί η φήμη των δημοκρατικών κυβερνήσεων προκειμένου να καθοριστεί ένα είδος ηθικής ισοδυναμίας μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Από την πλευρά του Κρεμλίνου, οι επιθέσεις στους δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς είναι μια μορφή εκδίκησης για αυτό που αντιλαμβάνεται ως μακροχρόνιες προσπάθειες της Δύσης να πολιορκήσει και να υπονομεύσει την Ρωσία -πιο πρόσφατα, η διαρροή των «εγγράφων του Παναμά» (Panama Papers) [12], τα οποία τόνιζαν την παρεοκρατία στον εσωτερικό κύκλο του προέδρου της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, και την οποία [διαρροή] οι ρωσικές Αρχές αποδίδουν στην Ουάσιγκτον, και τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που αναστάτωσαν πόλεις της Ρωσίας μετά τις εκλογές της χώρας το 2011. Ο Πούτιν κατηγόρησε την Χίλαρι Κλίντον [13], τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, για υποκίνηση αυτών των διαμαρτυριών.

ΠΟΛΥ ΛΙΓΟ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ