Δυσλειτουργία στα Βαλκάνια | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δυσλειτουργία στα Βαλκάνια

Μπορεί η μετα-γιουγκοσλαβική διευθέτηση να επιβιώσει;
Περίληψη: 

Απαιτείται μια ριζικά νέα προσέγγιση που να σφυρηλατεί μια διαρκή ειρήνη στα Βαλκάνια με το να αντιμετωπίζει την υποκείμενη πηγή αστάθειας στην περιοχή: Την αναντιστοιχία των πολιτικών και των εθνικών συνόρων. Το 20ετές πείραμα της πολυεθνικότητας έχει αποτύχει.

Ο TIMOTHY LESS είναι διευθυντής της Nova Europa, μιας εταιρείας συμβούλων πολιτικού κινδύνου, καθώς και αναπληρωτής ερευνητής στο Φόρουμ για Γεωπολιτική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Ήταν πρώην διπλωμάτης της Βρετανίας στα Βαλκάνια.

Η πολιτική διευθέτηση στην πρώην Γιουγκοσλαβία διαλύεται. Στην Βοσνία, το πιο αδύναμο κράτος στην περιοχή, τόσο οι Σέρβοι όσο και οι Κροάτες εντείνουν μια συντονισμένη πρόκληση για τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Ντέιτον, το λεπτεπίλεπτο σύνολο των συμβιβασμών που κρατούν την χώρα μαζί. Στη πΓΔΜ, πολιτικές προσωπικότητες από την μεγάλη αλβανική μειονότητα ζητούν την ομοσπονδοποίηση του κράτους ανάλογα με τις εθνικές γραμμές. Στο Κοσσυφοπέδιο, η σερβική μειονότητα επιμένει στην δημιουργία ενός δικτύου αυτοδιοικούμενων θυλάκων με ουσιαστική ανεξαρτησία από την κεντρική κυβέρνηση. Στην κοιλάδα του Πρέσεβο στην Σερβία, οι Αλβανοί κινητοποιούνται για μεγαλύτερη αυτονομία. Στο Μαυροβούνιο, οι Αλβανοί έχουν ζητήσει μια αυτοδιοικούμενη οντότητα. Και στο Κοσσυφοπέδιο και στην Αλβανία, όπου οι Αλβανοί έχουν την ανεξαρτησία τους, οι εθνικιστές πιέζουν για ένα ενιαίο αλβανικό κράτος.

Είναι εύκολο να τα απορρίψει κάποιος όλα αυτά ως απλά διαδόσεις και οργή, φουσκωμένες από ευκαιριακούς πολιτικούς. Αλλά θα ήταν λάθος να αγνοήσει την βούληση των εκλογικών σωμάτων, τα οποία έχουν δείξει επίμονα την δυσαρέσκειά τους προς το πολυεθνικό status quo και απαιτούν αλλαγή. Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι Δυτικοί πολιτικοί είναι είτε να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα αυτών των αιτημάτων και να αλλάξουν ριζικά την προσέγγισή τους, είτε να συνεχίσουν με την τρέχουσα πολιτική και να ρισκάρουν μια αναζωπύρωση της σύγκρουσης.

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΙΔΕΑ

Όταν η Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δεν υπήρχε τίποτα προκαθορισμένο για το τι θα ακολουθούσε. Μια πιθανότητα ήταν η εμφάνιση των εθνών-κρατών, συγκρίσιμα με εκείνα που υπάρχουν αλλού στην Ευρώπη˙ μια άλλη ήταν τα πολυεθνικά κράτη με βάση τα εσωτερικά διοικητικά όρια. Τελικά, η Δύση προσδιόρισε την φύση του μετα-Γιουγκοσλαβικού διακανονισμού με την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των παλαιών γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών στο πλαίσιο των υφιστάμενων συνόρων τους. Με τον τρόπο αυτό, καθοδηγήθηκαν όχι μόνο από την πεποίθηση ότι αυτό θα προωθήσει την δικαιοσύνη και την ασφάλεια, αλλά και από μια ιδεολογική πεποίθηση ότι ο εθνικισμός ήταν η πηγή της αστάθειας στην Ευρώπη. Η πολυεθνικότητα θεωρήθηκε ως μια βιώσιμη, ακόμα και επιθυμητή, οργανωτική αρχή.

Δυστυχώς, αυτή η απόφαση διεμβόλισε τα πιο βασικά συμφέροντα των αναδυόμενων μειοψηφικών ομάδων, οι οποίες είδαν τον εαυτό τους να καταδικάζεται σε ένα καθεστώς δεύτερης κατηγορίας στο κράτος κάποιων άλλων. Στην δεκαετία του 1990, πολλοί πήραν τα όπλα για να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν έναν επίσημο διαχωρισμό. Στην συνέχεια, όταν αυτό απέτυχε, οι μειονότητες αγωνίστηκαν για να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν περισσότερη αυτονομία στα θετά κράτη τους. Με δεδομένη την αντίσταση της πλειοψηφίας των ομάδων στον κατακερματισμό των πολιτειών τους, αυτές οι απόπειρες διαχωρισμού έχουν δημιουργήσει ένταση ακριβώς στο νευρικό σύστημα των διαφόρων πολυεθνικών κρατών της περιοχής.

Ως αποτέλεσμα, η Δύση έχει αναγκαστεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες να επιβάλλει την διευθέτηση που εφάρμοσε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, με την ανάπτυξη διοικούμενων από τον ΟΗΕ πολιτικών αποστολών και στρατευμάτων του ΝΑΤΟ ως περιφερειακούς αστυνομικούς. Αρχικά, η Ουάσιγκτον ανέλαβε την ηγεσία, αλλά αφότου οι Ηνωμένες Πολιτείες υποβάθμισαν την παρουσία τους στα Βαλκάνια κατά την τελευταία δεκαετία, η πρωταρχική ευθύνη για την διατήρηση της μετα-γιουγκοσλαβικής διευθέτησης πέρασε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τον τρόπο αυτό, η ΕΕ αντικατέστησε την σκληρή ισχύ του στρατού των ΗΠΑ με την ήπια ισχύ της διεύρυνσης. Η παραδοχή της ήταν ότι η ίδια η πράξη της προετοιμασίας για την ένταξη στην ΕΕ θα μετατρέψει τα φτωχά αυταρχικά καθεστώτα στο είδος των ευημερούντων, δημοκρατικών, νομιμοφρόνων πολιτειών στις οποίες οι δυσαρεστημένες μειονότητες θα ήταν χαρούμενες να ζουν.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα προς το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, η πολιτική φάνηκε να λειτουργεί. Ωστόσο, η ανησυχία των μειονοτήτων τελικά κατέστησε σαφές ότι η προσέγγιση της ΕΕ δεν θα μπορούσε να επιλύσει τα προβλήματα που δημιουργούνται από την πολυεθνικότητα. Η κεντρική παρερμηνεία της ήταν ότι οι μειονότητες θα δώσουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στην πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση από όση στα παράπονα για το έδαφος και την ασφάλεια, τα οποία δεν θα αποτελούν πλέον ζήτημα μετά την ένταξη στην ΕΕ. Όλο αυτό είχε νόημα για τους Ευρωπαίους που ζουν στον μετα-ιστορικό τους παράδεισο, αλλά δεν ευσταθεί για τις μειονότητες που βρίσκονται στην Χομπσιανή σφαίρα των Βαλκανίων, αδυνατώντας να εξασφαλίσουν ακόμα και τις πιο βασικές ανάγκες τους -την ασφάλειά τους, τα δικαιώματα και την ευημερία τους.

Αντ’ αυτού, τα ζητήματα της διακυβέρνησης και της οικονομίας, και ακόμη λιγότερο σημαντικές ανησυχίες όπως η εκπαίδευση και το περιβάλλον, ωθήθηκαν στο περιθώριο καθώς οι πολιτικοί θεσμοί μπλοκαρίστηκαν από δυσεπίλυτα ερωτήματα σχετικά το έδαφος, την ταυτότητα, και την ισορροπία μεταξύ κεντρικής και περιφερειακής εξουσίας. Ημέρα με την ημέρα, η Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο και η πΓΔΜ βυθίζονταν στην πολιτική δυσλειτουργία, την οικονομική στασιμότητα, και την διαφθορά των θεσμών, ακόμα και καθώς οι πιο ομοιογενείς γείτονές τους, όπως η Αλβανία, η Κροατία, και ακόμη και η Σερβία, άρχισαν να ευημερούν.

Η πολιτική περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τον ευρωσκεπτικισμό που σαρώνει τώρα όλη την Ευρώπη, κάτι που απειλεί κάθε εναπομένουσα ελπίδα ότι η ενσωμάτωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταθεροποίηση. Μια δημοσκόπηση του Ευρωβαρόμετρου πέρυσι έδειξε ότι μόνο το 39% των πολιτών της ΕΕ τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης και το 49% αντιτίθενται σε αυτήν. Νωρίτερα φέτος, οι ψηφοφόροι στην Ολλανδία αποφάσισαν σε ένα δημοψήφισμα να εμποδίσουν την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ˙ ήταν, στην πραγματικότητα, μια ψήφος κατά της διεύρυνσης. Προηγούμενες κυβερνήσεις στην Αυστρία και την Γαλλία έχουν επίσης δεσμευθεί να θέσουν ένα εθνικό δημοψήφισμα ως προϋπόθεση για μια μελλοντική διεύρυνση.