Δυσλειτουργία στα Βαλκάνια | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δυσλειτουργία στα Βαλκάνια

Μπορεί η μετα-γιουγκοσλαβική διευθέτηση να επιβιώσει;

Ως εκ τούτου, η διαδικασία της διεύρυνσης έχει σταματήσει. Δεκατρία χρόνια μετά την έναρξή της στην σύνοδο κορυφής στην Θεσσαλονίκη, τέσσερα από τα έξι μη-μέλη της ΕΕ στην περιοχή δεν έχουν ακόμη αρχίσει διαπραγματεύσεις για την ένταξή τους στην ΕΕ. Η Σερβία μόνο έχει αρχίσει δειλά, και το Μαυροβούνιο, το πιο προηγμένο κράτος της περιοχής, έχει προσωρινά κλείσει μόνο δύο από τα 35 κεφάλαια των διαπραγματεύσεων, τέσσερα χρόνια αφότου ξεκίνησε. (Αντίθετα, οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης είχαν ολοκληρώσει όλη την διαδικασία των διαπραγματεύσεων εντός του ίδιου χρονικού πλαισίου).

Για να περιπλέξει τα πράγματα, η Ρωσία χρησιμοποιεί την επιρροή της για να εμποδίσει την διαδικασία της ολοκλήρωσης, ενθαρρύνοντας δυσαρεστημένες μειονότητες όπως οι Σερβοβόσνιοι να κλιμακώσουν τις απαιτήσεις τους για απόσχιση και απειλώντας την υπέρ της ένταξης στην ΕΕ κυβέρνηση του Μαυροβουνίου. Η Τουρκία τροφοδοτεί την υποστήριξη των δυσαρεστημένων Μουσουλμάνων, όπως οι Βοσνιακοί και οι Αλβανοί της πΓΔΜ. Και η Κίνα παρέχει με ενθουσιασμό χρηματοδότηση άνευ όρων στις κυβερνήσεις σε όλη την περιοχή για επενδύσεις σε υποδομές, υπονομεύοντας τις προσπάθειες της Δύσης για την προώθηση των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που βασίζονται σε προϋποθέσεις.

Σχεδόν κάθε κράτος έχει βιώσει πρόσφατα σοβαρές αναταραχές, καθώς οι άνθρωποι χάνουν την πίστη τους στην δύναμη της ΕΕ να τους ανακουφίσει από την τρέχουσα κατάσταση της απόγνωσης, της φτώχειας και της διαφθοράς. Προσθέτοντας σε αυτές τις εντάσεις, οι μειονότητες προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο του πεπρωμένου τους, απαιτώντας το δικαίωμα να έχουν ένα ξεχωριστό έδαφος σε χώρες όπου η κεντρική κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα αναπόφευκτα στα συμφέροντα της πλειοψηφίας της ομάδας. Αυτός ο συνδυασμός παραγόντων αποσταθεροποιεί ήδη τα Βαλκάνια και, με την σειρά του, απειλεί να υπονομεύσει την μετα-γιουγκοσλαβική διευθέτηση.

Προς το παρόν, η ικανότητα της ΕΕ να διατηρήσει το status quo στα Βαλκάνια δεν έχει εξαντληθεί εντελώς, λόγω του συλλογικού βέτο όσον αφορά την αλλαγή των συνόρων στην περιοχή. Εν τω μεταξύ, οι Βρυξέλλες συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται κάθε τελευταίο κομμάτι μόχλευσης από την πολιτική της ενσωμάτωσης. Στα τελευταία δύο χρόνια, έχουν ωθήσει όλους τους βραδυπορούντες της περιοχής -Αλβανία, Βοσνία και Κοσσυφοπέδιο- ένα βήμα πιο κοντά στην ένταξη.

Όμως, η ΕΕ εξακολουθεί να παλεύει σκληρά για να επιβάλει το κύρος της. Οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες δεν ήταν σε θέση να επιλύσουν μια διετή πολιτική κρίση στην πΓΔΜ, που ξεκίνησε όταν τα κυβερνητικά κόμματα, που μόλις είχαν κερδίσει πρόωρες εκλογές, ενεπλάκησαν σε παρακολουθήσεις και υποκλοπές τηλεφωνημάτων που αποκάλυπταν χονδροειδή διαφθορά και καταφανή εγκληματικότητα. Η ΕΕ απέτυχε επίσης να καταλήξει σε συμφωνία για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου. (Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων επιδεινώνονται). Ίσως το πιο σοβαρό, η Republika Srpska της Βοσνίας προέβη σε ένα αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα τον Οκτώβριο, παρά τις διαμαρτυρίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με την διατήρηση της αργίας της εθνικής της εορτής, κάτι που το ανώτατο δικαστήριο της Βοσνίας βρήκε ότι δημιουργεί διακρίσεις εναντίον των μη Σέρβων και που οι Δυτικοί διπλωμάτες είπαν ότι παραβίασε το σύνταγμα του Ντέιτον που κρατά την Βοσνία ενωμένη. Η επακόλουθη αδυναμία της ΕΕ να τιμωρήσει τους Σερβοβόσνιους ηγέτες μέσω κυρώσεων θα μπορούσε να τους ενθαρρύνει να διοργανώσουν δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία τους.

ΜΙΑ ΜΙΖΕΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Το τι θα συμβεί στην συνέχεια, φυσικά, είναι ένα θέμα πιθανολόγησης. Κατά πάσα πιθανότητα, η μετα-γιουγκοσλαβική διευθέτηση θα συνεχίσει να ισχύει. Αλλά οι αυτονομιστικές ομάδες μπορούν εύκολα να αποκτήσουν ένα είδος λειτουργικής ανεξαρτησίας με το να αποκηρύσσουν την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης και στην συνέχεια να περιμένουν για περισσότερο πρόσφορες περιστάσεις, όπως η κατάρρευση της ΕΕ, για να θεσμοθετήσουν αυτόν τον διαχωρισμό. Αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, η κατάσταση κινδυνεύει να διολισθήσει προς την αναζωπύρωση της σύγκρουσης καθώς η πλειοψηφία του πληθυσμού αγωνίζεται για την διατήρηση της ακεραιότητας των κρατών τους.

Εάν είναι αυτός ο κίνδυνος, τότε πώς πρέπει να αντιδράσουν οι πολιτικοί; Το βασικό ζήτημα είναι ότι η υφιστάμενη πολιτική της «σταθεροποίησης μέσω της ενσωμάτωσης», στον βαθμό που λειτούργησε ποτέ, έχει ολοκληρώσει τελείως την πορεία της, δεδομένου του ουσιαστικού τέλους της διεύρυνσης της ΕΕ. Με το να δουλεύουν προς τα εμπρός με μια απαρχαιωμένη πολιτική που βασίζεται σε μια απατηλή ανταμοιβή, και χωρίς κυρώσεις για την μη συμμόρφωση, η Δύση παραδίδει την δύναμη της πρωτοβουλίας στους τοπικούς ρεβιζιονιστές και τους εξωτερικούς υποστηρικτές τους, την Ρωσία και την Τουρκία, [χώρες] οι οποίες επιδιώκουν ιδιοτελείς πολιτικές που διεμβολίζουν τους στόχους της Δύσης.

Ορισμένοι υποστηρίζουν [1] ότι η υφιστάμενη πολιτική θα μπορούσε να λειτουργήσει απλώς εάν οι Βρυξέλλες προσπαθούσαν λίγο πιο σκληρά, υποστηρίζοντας την υπόσχεσή τους για ένταξη στην ΕΕ με μεγαλύτερες προσπάθειες για την προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας, της δημοκρατίας, της διαφάνειας, της οικονομικής ανάπτυξης, και ούτω καθεξής. Ωστόσο, αυτό είναι ευσεβής πόθος. Η υπόσχεση της ένταξης στην ΕΕ έχει απαξιωθεί, και κάθε μια από αυτές τις πρωτοβουλίες έχει δοκιμαστεί εις το έπακρον τα τελευταία 20 χρόνια.

Άλλοι, ειδικά οι πλειοψηφικές ομάδες στην περιοχή, υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει σκληρή με τους πολιτικούς που υποστηρίζουν τις αποσχιστικές τάσεις, όπως έκανε στο παρελθόν η Ουάσιγκτον. Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει αν η Ευρώπη ήταν πρόθυμη να επεμβαίνει στην περιοχή επ’ αόριστον. Αλλά το πολιτικό πλαίσιο έχει αλλάξει ριζικά κατά την τελευταία δεκαετία. Κανείς δεν θέλει άλλη μια μη στρατιωτική αποστολή, και το να απειληθεί μια ομάδα όπως οι Σερβοβόσνιοι θα τους οδηγήσει απλώς στις ανοικτές αγκάλες της Ρωσίας.