Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα

Ποια λύση μπορεί να είναι βιώσιμη
Περίληψη: 

Η υφιστάμενη ελληνική πολιτική που αντιμετωπίζει το Κυπριακό κυρίως υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου και της παραβίασής του από την τουρκοκυπριακή πλευρά, σε κάθε περίπτωση έχει εξαντλήσει την δυναμική της και ό,τι τυχόν μπορούσε να αποφέρει. Η περαιτέρω συνέχισή της, δεν είναι εθνικά επωφελής.

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΙΑΔΑΣ είναι Ph.D στις Διεθνείς Σχέσεις και τις Στρατηγικές Σπουδές.

Είναι κοινό μυστικό ότι ο πολιτικός έλεγχος της Κύπρου, αποτέλεσε το μήλο της έριδος για την Ελλάδα και την Τουρκία. Το Κυπριακό πρόβλημα είναι ένα από τα χρονίζοντα εθνοτικά ζητήματα στην Ευρώπη. Αποτελεί μια διακοινοτική διαμάχη, που ξεκίνησε στην δεκαετία του 1950 σχεδόν ταυτόχρονα με τον αγώνα για την ανεξαρτησία από την Βρετανία, κράτησε όλη την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και εξακολουθεί να είναι ενεργή και στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Γεωπολιτική, διεθνές δίκαιο, διεθνής πολιτική, δημογραφία, ανθρώπινα δικαιώματα και ιστορία, αναμίχθηκαν σε μια μακροχρόνια διένεξη μεταξύ εθνοτήτων, με συνεχείς διακυμάνσεις μέχρι τώρα. Το Κυπριακό περιλαμβάνει πάνω από εβδομήντα (70) χρόνια εθνοτικών συγκρούσεων, στρατιωτικών μαχών, πολιτικών διαφωνιών και αμοιβαίας δυσπιστίας.

Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, αναπτύχθηκαν στην Κύπρο δύο αντικρουόμενες εθνοτικές φιλοδοξίες. Οι Έλληνες οραματίστηκαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και οι Τούρκοι ζήτησαν την διχοτόμηση του νησιού. Έχει κάποιος αναρωτηθεί εάν μετά από τόσες θυσίες του ελληνισμού στην Κύπρο, ποιος τελικά είναι πιο κοντά με τις αρχικές πολιτικές του επιδιώξεις; Ποια εθνική κοινότητα βρίσκεται στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, πλησιέστερα στην υλοποίηση των αρχικών της στόχων; Η απάντηση είναι προφανής και για αυτό το λόγο, ίσως η ερώτηση αυτή δεν αναφέρεται συχνά ως όφειλε στον δημόσιο διάλογο για την Κύπρο. Η απόκρυψη όμως της αποτυχίας ή ο στρουθοκαμηλισμός πίσω από διακηρύξεις για ανάγκη εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, είναι εθνικά επωφελής τακτική για τον ελληνισμό;

Μια σημαντική χρονιά για την Κύπρο ήταν το 1959, όταν η Κύπρος με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου του 1959, προβλεπόταν να ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου 1960. Ποιά όμως ήταν τα πραγματικά κίνητρα που ώθησαν την Ελλάδα τότε να αποδεχθεί την κυπριακή ανεξαρτησία, με τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, εκ των οποίων η μια θα ήταν η Τουρκία; Είναι σχεδόν αυταπόδεικτο ότι η Κύπρος κηρύχθηκε ανεξάρτητη με αυτούς τους όρους, περισσότερο ως πολιτικός συμβιβασμός παρά ως πολιτικό αίτημα των ίδιων των Κυπρίων. Δεδομένου ότι ήταν απαράδεκτο για τους Τούρκους να αποδεχθούν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, όπως αναλόγως ήταν απαράδεκτη από τους Έλληνες η διχοτόμηση της Κύπρου, η ανεξαρτησία φαινόταν να είναι η επόμενη πιο αποδεκτή κατάσταση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

27122016-1.jpg

Ένας άνδρας περπατά ανάμεσα στους τάφους των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, στο στρατιωτικό κοιμητήριο Τύμβος Μακεδονίτισσας στην Λευκωσία, στις 19 Ιουλίου 2016. REUTERS/Yiannis Kourtoglou
-------------------------------------------------------------------------------

Απέκλειε τυπικά και τις δύο εθνοτικές επιδιώξεις και έδινε ταυτόχρονα πολιτική λύση και στο αίτημα για λήξη του αποικιακού καθεστώτος. Η καθοριστική χρονιά όμως για την Κύπρο, δεν ήταν το 1959, αλλά το 1974. Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εκμεταλλευόμενη την ελληνική παρέμβαση στην Κύπρο και το υποστηριζόμενο από την Ελλάδα πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1974 για την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της Κύπρου και φοβούμενη ότι αυτό θα οδηγήσει σε πλήρη έλεγχο της Κύπρου από την Ελλάδα, άσκησε το δικαίωμα της να παρέμβει, ως μια από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις του νησιού. Με μια επιτυχημένη για τα τουρκικά συμφέροντα στρατιωτική επιχείρηση που έγινε σε δύο στάδια, τα τουρκικά στρατεύματα πήραν τον έλεγχο ολόκληρου του βόρειου τμήματος του νησιού. Ως αποτέλεσμα αυτού, η Κύπρος έκτοτε είναι χωρισμένη de facto σε δύο πολιτικές οντότητες. Ένα τμήμα είναι υπό ελληνοκυπριακό έλεγχο και περιλαμβάνει περίπου το 59% της έκτασης του νησιού. Ένα άλλο τμήμα είναι κάτω από τον τουρκοκυπριακό έλεγχο και περιλαμβάνει περίπου το 37% της έκτασης του νησιού. Οι δύο κυρίαρχες βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, καταλαμβάνουν περίπου το 2,8% της έκτασης του νησιού. Υπάρχει επίσης και μια ουδέτερη ζώνη υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Επιπλέον στις 15 Νοεμβρίου 1983, οι Τουρκοκύπριοι ανακήρυξαν την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, η οποία αναγνωρίζεται επίσημα μόνο από την Τουρκία.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός είχε πει το απόφθεγμα ότι «το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές». Τίποτε καλύτερο από αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει για την περίπτωση της Κύπρου. Ενδεχομένως μια ριζικά ανασχεδιασμένη προσέγγιση στο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου, η οποία να καθοδηγείται από τις αρχές του πολιτικού ρεαλισμού ως υφίσταται σαν επιστημονικό παράδειγμα στην θεωρία και την μεθοδολογία της επιστήμης των διεθνών σχέσεων, να μπορέσει να ανατρέψει την στασιμότητα και τα ευχολόγια στα οποία έχει περιπέσει η ελληνική εξωτερική πολιτική ειδικά μετά το 1974. Μια ρεαλιστική win-win προσέγγιση που θα μεταβάλλει τα ισχύοντα στερεότυπα στην καθιερωμένη προσέγγιση του ελληνισμού στο Κυπριακό, ίσως να συμβάλλει καλύτερα σε μια αξιοπρεπή για τον ελληνισμό και επομένως αποδεκτή λύση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου. Δηλαδή, κυρίως μια ανασχεδιασμένη πολιτική χωρίς στόχους ανέφικτους και μη συμβατούς με την υφιστάμενη πραγματικότητα και τις δυνατότητες του ελληνικού έθνους συνολικά.

Η υφιστάμενη ελληνική πολιτική που αντιμετωπίζει το Κυπριακό κυρίως υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου και της παραβίασής του από την τουρκοκυπριακή πλευρά, σε κάθε περίπτωση έχει εξαντλήσει την δυναμική της και ό,τι τυχόν μπορούσε να αποφέρει. Η περαιτέρω συνέχισή της, δεν είναι εθνικά επωφελής. Επίσης η εσκεμμένη αγνόηση της γεωπολιτικής σε ένα ζήτημα που έχει βαθιά γεωπολιτική διάσταση, σε έναν αντικειμενικό παρατηρητή δείχνει είτε αδυναμία κατανόησης του διεθνούς συστήματος είτε προσπάθεια απόκρυψης του ελλείμματος ισχύος της αδύναμης ή της ηττημένης πλευράς.